Τρίτη 9 Ιανουαρίου 2024

Προετοιμασίες (παγκόσμιου) πολέμου.

 Προσφάτως πληροφορηθήκαμε την απόφαση που με μέγιστη προθυμία έλαβε η ελληνική κυβέρνηση να συνδράμει με την αποστολή μιας φρεγάτας στην Ερυθρά Θάλασσα τους Αμερικανο-Βρετανούς (πρώην γενικούς δερβέναγες στην περιοχή) που βλέπουν να διασαλεύεται η «τάξη τους» στο «φλεγόμενο» και κρίσιμης γεωπολιτικής σημασίας «οικόπεδο» σ’ αυτήν τη γωνιά του κόσμου.













Ως δικαιολογία για την εν λόγω απόφαση η κυβέρνηση Μητσοτάκη προβάλλει την ανάγκη προστασίας της διεθνούς ναυσιπλοΐας (τα ελληνόκτητα ποντοπόρα πλοία κατέχουν σημαντικότατο μερίδιο στην παγκόσμια ναυτιλία) από τα τρομοκρατικά / πειρατικά χτυπήματα των ανταρτών Χούτι της Υεμένης. Πρόκειται, ωστόσο, για μια δικαιολογία πίσω από την οποία κρύβονται πολλές και κρίσιμες λεπτομέρειες, τις οποίες επιγραμματικά θα θίξουμε προκειμένου να σκιαγραφηθεί το μεγάλο (και επικίνδυνο) παιχνίδι στο οποίο πρόθυμα η ελληνική κυβέρνηση τοποθετεί τη χώρα διαλέγοντας συγκεκριμένη πλευρά (ΗΠΑ) σε μια εν εξελίξει παγκόσμια σύγκρουση.

 Η γεωγραφία.

Τηρουμένων των αναλογιών ο έλεγχος της Ερυθράς Θάλασσας είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της Διώρυγας του Σουέζ, της οποίας η σημασία για τη διακίνηση αγαθών (κατά βάση ενεργειακών πόρων) προς την Ευρώπη είναι αυτονόητη.

Η Ερυθρά Θάλασσα είναι ο πλωτός διάδρομος μεταξύ αραβικής χερσονήσου και ανατολικής Αφρικής που καταλήγει στο Σουέζ και από τον οποίο διέρχεται καθημερινά

  • το 10% του παγκόσμιου εμπορίου,
  • το 10% του πετρελαίου που διακινείται παγκοσμίως,
  • το 8% του υγροποιημένου φυσικού αερίου που διακινείται παγκοσμίως
  • και το 20% του παγκόσμιου όγκου των (κοντέινερ) εμπορευματοκιβωτίων.

Ο όγκος των διακινούμενων αγαθών δικαιολογεί το γεωπολιτικό ενδιαφέρον για τον έλεγχο του διαδρόμου της Ερυθράς Θάλασσας. Ωστόσο ο συναγερμός που σήμανε η CENTCOM (αμερικανική κεντρική στρατιωτική διοίκηση) για την ανάληψη δράσης για την προστασία της ναυσιπλοΐας με τη δημιουργία συμμαχικής αρμάδας (υπό αμερικανική – ούτε καν ΝΑΤΟϊκή – ηγεσία και στην οποία πρόθυμα δήλωσε συμμετοχή η Αθήνα) «ακούστηκε» όταν οι Χούτι, έπειτα από ένα μπαράζ επιθέσεων σε φορτηγά πλοία, ξεκαθάρισαν πως θα επιτίθενται σε κάθε πλοίο που κατευθύνεται στο ισραηλινό λιμάνι Εϊλάτ. Πρόκειται για το μόνο λιμάνι του Ισραήλ στην Ερυθρά Θάλασσα με αυτονόητη τη στρατηγική του (για το Τελ Αβίβ) σημασία.

Τα χτυπήματα και οι απειλές των Χούτι προκάλεσαν άμεσα τη μείωση κατά 85% της κίνησης στο Εϊλάτ και την ενεργοποίηση του αμερικανικού σχεδίου για τον σχηματισμό μιας πολυεθνικής αεροναυτικής δύναμης (υπό καθαρά αμερικανική ηγεσία) με τη συμμετοχή δέκα κρατών. Δύο χώρες, ωστόσο, (Γαλλία και Ισπανία), διαθέτοντας προφανώς περιθώρια αξιοπρέπειας και αυτοτελών κινήσεων (σε αντίθεση με την Ελλάδα), ανακοίνωσαν ότι αναθεωρούν τη συμμετοχή τους ξεκαθαρίζοντας πως οι δυνάμεις τους μπορούν να δεχτούν διαταγές στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και όχι από τον Αμερικανό αρχιστράτηγο της CENTCOM. Τουλάχιστον κάποιοι είναι σε θέση να «διαπραγματεύονται» έστω για τα προσχήματα…

Οι άλλοι «παίκτες»

Για μια πανοραμική εικόνα της σκακιέρας στην περιοχή απαραίτητο είναι να έχουμε κατά νου τον τρόπο με τον οποίο τοποθετούνται οι μεγάλοι «παίκτες» σ’ αυτόν τον κρίσιμο γεωπολιτικά χώρο, ο οποίος περιλαμβάνει επτά (το Τζιμπουτί, την Αιθιοπία, το Σουδάν, τη Σομαλία, την Ερυθραία, την Κένυα και την Ουγκάντα) χώρες:

  • Υπάρχουν 29 στρατιωτικές βάσεις των ΗΠΑ σε όλη την Αφρική, έντεκα από τις οποίες βρίσκονται στο κέρας που βρέχεται από την Ερυθρά Θάλασσα και το στενό Bel el Mandeb.
  • Οι ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν μια κοινή μοίρα Reaper Drone στο Camp Lemonnier στο Τζιμπουτί (χώρα ακριβώς στην είσοδο του διαδρόμου της Ερυθράς θάλασσας προς το Σουέζ), την οποία από το 2001 έχουν χρησιμοποιήσει για να εξαπολύσουν επιθέσεις με drone σε όλη την Αφρική και τη Μέση Ανατολή.
  •  Η Κίνα δημιούργησε την πρώτη ξένη στρατιωτική της βάση στο Τζιμπουτί το 2017, ένα μίλι από το αμερικανικό Camp Lemonnier.
  • Τον περασμένο Οκτώβριο η Ινδία ανακοίνωσε ότι θα λειτουργήσει μια τεράστια στρατιωτική και ναυτική βάση με την Ιαπωνία.
  • Συνολικά και μέχρι τώρα, στρατιωτική παρουσία στο Τζιμπουτί έχουν η Κίνα, η Γερμανία, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Σαουδική Αραβία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Ιταλία, η Γαλλία και η Ιαπωνία.

Το απτό διακύβευμα για τις μεγάλες δυνάμεις που επιδιώκουν να εδραιώσουν (και) στρατιωτική παρουσία στην ανατολική Αφρική και ιδιαίτερα στον παράκτιο χώρα της Ερυθράς Θάλασσας αποτυπώνεται στους γενικότερους εμπορικούς τζίρους τους με την αφρικανική ήπειρο:

  • Το εμπόριο μεταξύ των ΗΠΑ και της Αφρικής είναι περίπου 80 δισεκατομμύρια.
  • Το εμπόριο μεταξύ Ινδίας – Αφρικής είναι πάνω από 100 δισεκατομμύρια.
  • Της Σαουδικής Αραβίας είναι πάνω από 70 δισεκατομμύρια.
  • Της Κίνας ξεπερνά τα 250 δισεκατομμύρια.
  • Της Ρωσίας (η οποία επίσης διαπραγματεύεται τη δημιουργία ναυστάθμου στο Σουδάν) κινείται στα 18 δισεκατομμύρια.

Δεν είναι τυχαίο, προφανώς, ότι η κορύφωση της έντασης στην Ερυθρά Θάλασσα συμπίπτει με τον πόλεμο των Ισραηλινών κατά της Χαμάς, στον οποίον αποτυπώνεται – σε γενικές γραμμές – η διαίρεση του κόσμου σε (τουλάχιστον) δύο στρατόπεδα. Η αμφισβήτηση της αμερικανικής «τάξης» στην πετρελαιοφόρο Μέση Ανατολή και η μάχη για τον έλεγχο των πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους περιγράφει την υπό εξέλιξη σύγκρουση γιγάντων η οποία κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει πώς θα εξελιχθεί και πού θα καταλήξει, αν και τα διδάγματα του παρελθόντος (δύο παγκόσμιοι πόλεμοι έγιναν για τον έλεγχο των πόρων και των δρόμων μεταφοράς τους) δεν είναι διόλου αισιόδοξα.

Σημείωση: Τα στοιχεία που περιέχονται στο κείμενο αντλήθηκαν από το Pursuance Project.

topontiki.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου