Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2018

Η σκανδαλώδης ανικανότητα της Ελλάδας.


Εάν μία χώρα διαθέτει μία ικανή κυβέρνηση, μπορεί το δημόσιο να παράγει μεγάλο πλούτο, μειώνοντας αντίστοιχα τους φόρους – ενώ είναι απαράδεκτο να ξεπουλάει εκείνες τις επιχειρήσεις, οι οποίες είναι κοινωφελείς και σημαντικές για την ανάπτυξη του, καθώς επίσης εξαιρετικά κερδοφόρες.  
.

«Το ξεπούλημα των κερδοφόρων δημοσίων επιχειρήσεων από τις ελληνικές κυβερνήσεις, αφού προηγουμένως γίνουν ζημιογόνες για να απαξιωθούν, όπως η ΔΕΗ, μοιάζει σαν να έχει τοποθετηθεί από το σύνδικο πτώχευσης μίας επιχείρησης ένας διαχειριστής που πουλάει τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα της σε εξευτελιστικές τιμές, για να πληρωθούν οι δανειστές της – με τελικό αποτέλεσμα το μηδενισμό των εσόδων και των κερδών, καθώς επίσης την αύξηση των χρεών της παρά την υπερβολική φορολόγηση/μειώσεις εξόδων, οπότε την ολοκληρωτική χρεοκοπία της. Μία τέτοια κυβέρνηση όμως, η οποία προφανώς δεν διαθέτει καμία επιχειρηματική ικανότητα, δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης – ενώ οδηγεί τη χώρα νομοτελειακά εκτός Ευρωζώνης και στην απώλεια της εδαφικής της ακεραιότητας».
.

Ανάλυση


Εισαγωγικά, τα συνολικά έσοδα του προϋπολογισμού του 2019 θα διαμορφωθούν στα 53,806 δις € σε δημοσιονομική βάση, υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρει η κυβέρνηση – όπως είναι η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,1%, της δημόσιας κατανάλωσης κατά 0,6%, των ιδιωτικών επενδύσεων κατά 11,9% από μόλις 0,8% το 2018, των εξαγωγών κατά 5,8% και των εισαγωγών κατά 5,2% όταν στο τρίτο τρίμηνο οι εισαγωγές ήταν διπλάσιες των εξαγωγών, της μείωσης της ανεργίας στο 18,2% και της αύξησης του πληθωρισμού στο 1,2% αν και κινδυνεύουμε ξανά με αποπληθωρισμό (πίνακας, όλοι μεγεθύνονται πατώντας επάνω).
Από την άλλη πλευρά οι συνολικές δαπάνες εκτιμώνται στα 56,796 δις € χωρίς τις χρηματοοικονομικές συναλλαγές, οπότε το έλλειμμα του προϋπολογισμού (έσοδα μείον δαπάνες) υπολογίζεται στα -2,99 δις €. Με το ΑΕΠ να τοποθετείται στα 192,749 δις € το 2019, το δημοσιονομικό έλλειμμα θα είναι στο -1,55% του ΑΕΠ. Εάν τώρα οι πρωτογενείς δαπάνες διαμορφωθούν στα 49,956 δις €, όπως αναφέρεται, τότε το πρωτογενές πλεόνασμα θα είναι 6,84 δις € ή στο 3,55% του ΑΕΠ – ενώ το συνολικό κόστος των τόκων 6,84 δις € από 5,6 δις € που είναι σε ακαθάριστη βάση.
Αυτό που δημιουργεί ξανά απορία είναι τα δάνεια που αναφέρονται, ύψους 586,22 δις € το 2017, 755,652 δις € το 2018 και 602,991 δις € το 2019 (γράφημα) – τα οποία μπορούμε μεν να καταλάβουμε πως είναι ισοσκελισμένες συναλλαγές παραγώγων, αφού προσθαφαιρούνται ουσιαστικά, αλλά δεν είναι καθόλου σαφής ο λόγος ύπαρξης τους. Πόσο μάλλον σε αυτό το υπέρογκο ύψος που είναι σχεδόν διπλάσιο των δημοσίων χρεών ή πάνω από το τριπλάσιο του ΑΕΠ – οπότε θα έπρεπε να κληθεί η κυβέρνηση να το εξηγήσει.
Περαιτέρω, αυτό που οφείλει να μας απασχολεί, εκτός από τις πολύ μεγάλες δυνατότητες παραγωγής πλούτου εκ μέρους του ιδιωτικού τομέα που έχουμε αναφέρει επιγραμματικά (ανάλυση), είναι η αντίστοιχη παραγωγή πλούτου εκ μέρους του δημοσίου τομέα – αφενός μεν από τη σωστή αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας του, αφετέρου από την κερδοφορία των επιχειρήσεων του. Με απλά λόγια, ένα κράτος που διαχειρίζεται σωστά από την κυβέρνηση του δεν πρέπει να έχει μόνο φορολογικά έσοδα αλλά, επί πλέον, έσοδα από τη  δραστηριοποίηση του – τα οποία θα είχαν ως αποτέλεσμα τη μείωση των φόρων και των λοιπών επιβαρύνσεων των Πολιτών του.
Όταν βέβαια οι κερδοφόρες κρατικές επιχειρήσεις που παρείχαν έσοδα ξεπουλιούνται σκανδαλωδώς όπως ο ΟΛΠ, ο ΟΛΘ και ο ΟΠΑΠ (ανάλυση), ο ΟΤΕ στους Γερμανούς με κέρδος περί τα 193 εκ. € το 2017 παρά την κρίση, τα αεροδρόμια που ουσιαστικά πληρώσαμε για να τα αγοράσουν οι Γερμανοί και να κερδίζουν σχεδόν 100 εκ. € ετήσια αυξάνοντας μεταξύ άλλων αμέσως τα τέλη τους, ενώ η FRAPORT χρηματοδοτήθηκε από τις τράπεζες μας, τη ΔΕΣΦΑ που μόνο στα ταμεία της έχει 227,7 εκ. € ενώ είναι ανοδική και κερδοφόρα (πηγή), ξανά με δάνεια ελληνικών τραπεζών κοκ., τότε δεν είναι δυνατόν να παράγει πλούτο το κράτος – σημειώνοντας πως δρομολογείται επί πλέον η πώληση της ΔΕΠΑ, των ΕΛΠΕ που συμμετέχουν στις ΔΕΠΑ/ΔΕΣΦΑ παρά το ότι εγγράφουν συνεχώς κέρδη ρεκόρ (273 εκ. € καθαρά κέρδη το εννεάμηνο του 2017 έναντι 184 εκ. το 2016, πηγή), των κερδοφόρων ΕΥΔΑΠ και ΕΥΑΘ κοκ.
Παράλληλα το κράτος έχει χάσει την ιδιοκτησία των μεγάλων ελληνικών τραπεζών, στις οποίες κατείχε πάνω από το 80% των μετοχών τους το 2013 – ενώ πλήρωσε ουσιαστικά για να τις χάσει, όπως τα περίπου 40 δις € για την κεφαλαιοποίηση τους που αύξησαν το δημόσιο χρέος, τα 17 δις € των αναβαλλόμενων φόρων που θα κληθούμε εμείς να καλύψουμε και τα 150 δις € των προβλέψεων τους για ζημίες! Παρά το ότι δε θεωρούνται πρόβλημα οι τράπεζες, δεν παύουν να έχουν ως εγγύηση των δανείων τους ιδιωτικά περιουσιακά στοιχεία των Ελλήνων αξίας άνω των 300 δις € – τα οποία βέβαια θα περάσουν στα χέρια ξένων, από το αφελληνισμένο χρηματοπιστωτικό μας σύστημα.
Ευτυχώς δεν έχει ξεπουληθεί ακόμη η Τράπεζα της Ελλάδας, στην οποία μπορεί μεν το δημόσιο να έχει ελάχιστη συμμετοχή, αλλά το μέρισμα που εισέπραξε μόνο το 2017 ήταν 928,5 εκ. € (πηγή) – ενώ από αυτό το σημείο μπορεί κανείς να καταλάβει τι έσοδα θα ήταν σε θέση να παρέχει στο δημόσιο μία κρατική επενδυτική τράπεζα που οφείλει να ιδρύσει, μεταξύ άλλων για τη στήριξη της πραγματικής οικονομίας και για την επίλυση του προβλήματος των κόκκινων δανείων πρώτης κατοικίας.
Ειδικά όσον αφορά το νερό, το ηλεκτρικό και το φυσικό αέριο, τα οποία δεν έχουν πρόσβαση μόνο σε όλα τα νοικοκυριά της χώρας, αλλά επηρεάζουν τη βιομηχανική της παραγωγή μέσω των αντίστοιχων εταιριών, όσο και γενικότερα τις υπόλοιπες επιχειρήσεις, το ξεπούλημα τους είναι κάτι περισσότερο από απαράδεκτο – πόσο μάλλον όσον αφορά το φυσικό αέριο που έχει άμεση σχέση με τα ενεργειακά μας αποθέματα!
Στο παράδειγμα της ΔΕΗ, στο οποίο έχουμε αναφερθεί πολλές φορές, σημειώνοντας πως η χρηματιστηριακή της αξία σήμερα είναι μόλις 295 εκ. € από 8,2 τρις € το 2008, ενώ θα μπορούσε να προσφέρει έσοδα 1,5 δις € ετησίως όπως η αντίστοιχη πορτογαλική με αξία 11,5 δις € (άρθρο), η εξέλιξη της τιμής της μετοχής της (γράφημα), από 36,62 € το 2008 στο 1,30 € σήμερα, τεκμηριώνει απόλυτα τη σκανδαλώδη ανικανότητα όλων των ελληνικών κυβερνήσεων – επίσης το ότι απαξιώνεται σκόπιμα, με στόχο το ξεπούλημα της.
Αυτό βέβαια που θα συμβεί και που δεν συνειδητοποιούν οι Έλληνες είναι το ότι, όταν η επιχείρηση ξεπουληθεί για μόλις 300 εκ. €, παρά το ότι τα πάγια περιουσιακά της στοιχεία (μηχανήματα, οικόπεδα, εγκαταστάσεις, ορυχεία, υδροηλεκτρικά κοκ.) κοστίζουν πάνω από 15 δις €, οι νέοι ιδιοκτήτες της θα τριπλασιάσουν την τιμή του ρεύματος κερδίζοντας τεράστια ποσά – ενώ φυσικά δεν θα παρέχουν διευκολύνσεις σε κανέναν, κάνοντας τα πάντα για να εισπράξουν τις απαιτήσεις της που υπερβαίνουν τα 3 δις € με κατασχέσεις, με πλειστηριασμούς κοκ.
Τέλος, σε σχέση με το νερό, στο οποίο δυστυχώς δεν δίνουμε την σημασία που θα έπρεπε τουλάχιστον όσον αφορά τον πρωτογενή τομέα,  έχουμε ήδη αναφερθεί στον πόλεμο που διεξάγεται παγκοσμίως (ανάλυση) – επίσης στα προβλήματα που αντιμετώπισε η Βολιβία, όταν ιδιωτικοποιήθηκε. Πόσο μάλλον όταν το μέλλον ανήκει στην παραγωγή τροφίμων και στην αγροτική γη, λόγω της αύξησης του παγκοσμίου πληθυσμού – κάτι που δυστυχώς αδυνατούμε να καταλάβουμε.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, από τα παραπάνω φαίνεται καθαρά πως εάν μία χώρα διαθέτει μία ικανή κυβέρνηση, μπορεί το δημόσιο να παράγει μεγάλο πλούτο, μειώνοντας αντίστοιχα τους φόρους – ενώ όταν είναι μικρή, όπως η Ελλάδα, μόνο οι κρατικές επιχειρήσεις είναι σε θέση να ανταγωνισθούν τα διεθνή μεγαθήρια, αφού οι υπόλοιπες δεν έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν ανάλογα. Ας μην ξεχνάμε δε πως ακόμη και η Κίνα αναπτύσσεται με τη βοήθεια των επιχειρήσεων που ανήκουν στο κράτος – ενώ φυσικά δεν είναι η μοναδική.

Σε κάθε περίπτωση, η υπευθυνότητα μίας κυβέρνησης δεν είναι μόνο η είσπραξη φόρων – αλλά η ορθολογική μείωση των δημοσίων δαπανών, κυρίως όμως η παραγωγή πλούτου με τη βοήθεια όλων όσων έχει στη διάθεση της. Δυστυχώς όμως, όταν συζητείται ο προϋπολογισμός, το μοναδικό που ενδιαφέρει τα κόμματα και τα ΜΜΕ είναι οι δαπάνες – σπάνια τα δημόσια «επιχειρηματικά» έσοδα και η οικονομική κατάσταση των κρατικών επιχειρήσεων, τα οποία είναι πολύ πιο σημαντικά τόσο για το παρόν, όσο και για το μέλλον της Ελλάδας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου