Μία από τις πλέον σκληρές προειδοποιήσεις για τη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα που διαμορφώνεται γύρω από το Ισραήλ διατύπωσε ο πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας της χώρας, Μεΐρ Μπεν-Σαμπάτ, βάζοντας στο επίκεντρο τόσο τη νέα Συρία όσο και την ταχεία ενίσχυση της περιφερειακής επιρροής της Τουρκίας.
Ο άνθρωπος που υπήρξε ένας από τους αρχιτέκτονες των Συμφωνιών του Αβραάμ προειδοποιεί ότι η Ιερουσαλήμ δεν πρέπει να παρασυρθεί από πολιτικές διαβεβαιώσεις, συμφωνίες ή αλλαγές στην εικόνα των νέων ηγεσιών της περιοχής.
Το βασικό του μήνυμα είναι σαφές: το Ισραήλ πρέπει να επιδιώκει την ειρήνη, αλλά ποτέ με αντάλλαγμα κρίσιμα στρατηγικά και στρατιωτικά πλεονεκτήματα.
Μπεν-Σαμπάτ: «Δεν πρέπει η επιθυμία για ειρήνη να μας στερήσει την κρίση μας»
Σε συνέντευξή του στη Maariv, ο Μπεν-Σαμπάτ, ο οποίος σήμερα ηγείται του Misgav Institute for National Security and Zionist Strategy, υποστήριξε ότι το Ισραήλ πρέπει να συνεχίσει να επιδιώκει ειρηνευτικές συμφωνίες με τις χώρες της περιοχής.
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η ειρήνη δεν μπορεί να αποτελέσει άλλοθι για την εγκατάλειψη στρατηγικών θέσεων ή την υπερβολική εξάρτηση από συμφωνίες που στο μέλλον θα μπορούσαν να ανατραπούν.
«Δεν πρέπει να εγκαταλείψουμε την επιδίωξη της ειρήνης, αλλά δεν πρέπει να επιτρέψουμε σε αυτή την επιδίωξη να μας κάνει να χάσουμε την κρίση μας», ανέφερε.
Η τοποθέτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς το Ισραήλ βρίσκεται αντιμέτωπο με μια νέα πραγματικότητα στη Συρία, αλλά και με μία Τουρκία που επιχειρεί να διευρύνει ταυτόχρονα το στρατιωτικό, διπλωματικό και οικονομικό της αποτύπωμα σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Η μεγάλη προειδοποίηση για τον Αχμέντ αλ-Σαράα
Ερωτηθείς εάν θεωρεί ότι η νέα ηγεσία της Συρίας επιχειρεί να καθησυχάσει το Ισραήλ, ενώ παράλληλα ανασυγκροτεί τις στρατιωτικές της δυνατότητες, ο Μπεν-Σαμπάτ εμφανίστηκε ιδιαίτερα επιφυλακτικός απέναντι στον Σύρο πρόεδρο Αχμέντ αλ-Σαράα.
Κατά την εκτίμησή του, το Ισραήλ δεν πρέπει να θεωρήσει ότι ο Σύρος ηγέτης έχει εγκαταλείψει τις παλαιότερες ιδεολογικές του καταβολές.
Ο Μπεν-Σαμπάτ υποστήριξε ότι ο αλ-Σαράα προέρχεται από τον πυρήνα του τζιχαντιστικού κινήματος, ότι βρέθηκε στο παρελθόν κοντά σε ακραίους ισλαμιστικούς κύκλους και ότι η πολιτική του άνοδος βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε δυνάμεις που προήλθαν από αυτό το περιβάλλον.
Παράλληλα, συνέδεσε ευθέως την ενίσχυσή του με την τουρκική υποστήριξη.
«Δεν πρέπει να εντυπωσιαζόμαστε από την αλλαγή της εξωτερικής του εμφάνισης και σε καμία περίπτωση να υποθέσουμε ότι εγκατέλειψε την πορεία του», δήλωσε.
«Η αλλαγή μπορεί να είναι τακτική»
Ο πρώην επικεφαλής του ισραηλινού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας προχώρησε ακόμη περισσότερο, εκτιμώντας ότι η αλλαγή προφίλ της νέας συριακής ηγεσίας ενδέχεται να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης πολιτικής τακτικής.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η στρατηγική θα μπορούσε να έχει ως στόχο:
την απόκτηση διεθνούς αναγνώρισης,
τη σταθεροποίηση του νέου συριακού καθεστώτος,
την εδραίωση της εξουσίας του αλ-Σαράα,
και στη συνέχεια την προώθηση μακροπρόθεσμων ιδεολογικών στόχων.
Πρόκειται για μία εκτίμηση που φανερώνει τη βαθιά καχυποψία σημαντικού τμήματος του ισραηλινού στρατηγικού κατεστημένου απέναντι στις εξελίξεις στη Δαμασκό.
«Τζιχαντιστής με κοστούμι και πληρεξούσιος του Ερντογάν»
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η αναφορά του Μπεν-Σαμπάτ στη σχέση της νέας συριακής ηγεσίας με την Τουρκία.
Ο Ισραηλινός πρώην αξιωματούχος υποστήριξε ότι η χώρα του δεν πρέπει να εγκαταλείψει τον στρατιωτικό έλεγχο κρίσιμων περιοχών ή την ελευθερία δράσης της στο όνομα συμφωνιών που ενδέχεται να αποδειχθούν εξαιρετικά εύθραυστες.
Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, αυτό ισχύει τόσο για τον Λίβανο όσο και για «τον τζιχαντιστή με το κοστούμι, ο οποίος λειτουργεί επίσης ως πληρεξούσιος του Ερντογάν».
Και έθεσε το ερώτημα που, σύμφωνα με τον ίδιο, πρέπει να πλανάται πάνω από κάθε μελλοντική συμφωνία:
«Μπορεί η λεοπάρδαλη να αλλάξει τις κηλίδες της;»
Η Τουρκία καλύπτει το κενό ισχύος στη Μέση Ανατολή
Το δεύτερο και ίσως ακόμη σημαντικότερο σκέλος της παρέμβασης Μπεν-Σαμπάτ αφορά την Τουρκία.
Η βασική του εκτίμηση είναι ότι η Άγκυρα εκμεταλλεύεται τις τεράστιες ανακατατάξεις στη Μέση Ανατολή για να μετατραπεί σε ηγετική περιφερειακή δύναμη.
Η αποδυνάμωση του παλαιού συριακού καθεστώτος, η υποχώρηση της ιρανικής στρατιωτικής παρουσίας και τα νέα σχήματα συνεργασίας στον σουνιτικό κόσμο δημιουργούν ένα κενό ισχύος.
Και, σύμφωνα με τον Μπεν-Σαμπάτ, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί να το καλύψει.
Οι τουρκικές φιλοδοξίες, σε συνδυασμό με τη βαθιά επιδείνωση των τουρκοϊσραηλινών σχέσεων, αυξάνουν κατά τον ίδιο τον κίνδυνο μιας μελλοντικής αντιπαράθεσης Τουρκίας και Ισραήλ.
Πρώτο μέτωπο: Η Συρία μετατρέπεται σε χώρο τουρκικής επιρροής
Ο Μπεν-Σαμπάτ χαρακτηρίζει τη Συρία ως το πρώτο μεγάλο πεδίο αυτής της τουρκικής επέκτασης.
Μετά την κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ και την απομάκρυνση σημαντικού μέρους της ιρανικής στρατιωτικής επιρροής, η Τουρκία εμφανίζεται, σύμφωνα με την ανάλυσή του, ως ο κυρίαρχος εξωτερικός παίκτης.
Η Άγκυρα επιχειρεί να εμβαθύνει την επιρροή της μέσω:
της χρηματοδότησης και εκπαίδευσης του νέου συριακού στρατού,
της δημιουργίας ενεργειακών υποδομών,
της κατασκευής δικτύων μεταφορών,
και της συνολικότερης οικονομικής και θεσμικής διείσδυσης.
Η σημασία αυτής της εξέλιξης είναι τεράστια για το Ισραήλ.
Για δεκαετίες, η βασική απειλή μέσω της Συρίας συνδεόταν κυρίως με το Ιράν και τη Χεζμπολάχ. Στη νέα πραγματικότητα, όμως, η Ιερουσαλήμ ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με μία Συρία που βρίσκεται πολύ πιο κοντά στη στρατηγική τροχιά της Άγκυρας.
Δεύτερο μέτωπο: Η συμφωνία της Μέκκας και ο νέος σουνιτικός άξονας
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε ο Μπεν-Σαμπάτ και στη νέα Κοινή Αμυντική Συμφωνία της Μέκκας μεταξύ Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Πακιστάν.
Κατά την άποψή του, η συμφωνία αντικατοπτρίζει την ανάδυση ενός νέου κεντρικού σουνιτικού άξονα.
Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι το συγκεκριμένο σχήμα επιχειρεί να οικοδομήσει μηχανισμούς αμοιβαίας άμυνας και περιφερειακής ασφάλειας χωρίς απόλυτη εξάρτηση από την Ουάσιγκτον.
Εάν η δυναμική αυτή εδραιωθεί, η Τουρκία μπορεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερο ρόλο ως διπλωματικός και στρατιωτικός κόμβος ανάμεσα στη Μέση Ανατολή, τον Κόλπο και τη Νότια Ασία.
Για το Ισραήλ, αυτή η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ακριβώς επειδή η κυβέρνηση Ερντογάν έχει υιοθετήσει τα τελευταία χρόνια μία εξαιρετικά επιθετική ρητορική απέναντι στην Ιερουσαλήμ.
Τρίτο μέτωπο: Η «Γαλάζια Πατρίδα» χτυπά Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ
Στο επίκεντρο της ανάλυσής του βρέθηκε και το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» – Mavi Vatan.
Εδώ η ισραηλινή ανησυχία συνδέεται άμεσα με την Ελλάδα και την Κύπρο.
Ο Μπεν-Σαμπάτ υποστηρίζει ότι οι τουρκικές θαλάσσιες διεκδικήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο συγκρούονται ευθέως με το γεωπολιτικό, ενεργειακό και οικονομικό πλέγμα που έχει αναπτύξει το Ισραήλ με Ελλάδα και Κύπρο.
Στο συγκεκριμένο πλαίσιο εντάσσονται:
οι ενεργειακές συνεργασίες Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ,
οι υποδομές φυσικού αερίου,
οι ηλεκτρικές και μεταφορικές διασυνδέσεις,
ο οικονομικός διάδρομος IMEC,
καθώς και τα νέα εμπορικά και στρατηγικά δίκτυα που συνδέουν την Ινδία με τη Μέση Ανατολή και την Ευρώπη.
Κατά συνέπεια, η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν αποτελεί μόνο ελληνοτουρκική ή κυπροτουρκική διαφορά.
Αγγίζει πλέον άμεσα τον πυρήνα της ισραηλινής στρατηγικής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και αυτό δημιουργεί, όπως προειδοποιεί ο Μπεν-Σαμπάτ, ένα μόνιμο πεδίο θαλάσσιας τριβής.
Ελλάδα και Κύπρος αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία για το Ισραήλ
Από την τοποθέτηση του πρώην επικεφαλής του ισραηλινού Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας προκύπτει μία ιδιαίτερα κρίσιμη γεωπολιτική παράμετρος.
Όσο αυξάνεται η τουρκική επιρροή στη Συρία, όσο ενισχύεται ο νέος σουνιτικός άξονας και όσο η Άγκυρα προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα», τόσο αυξάνεται η στρατηγική αξία του άξονα Ισραήλ–Κύπρος–Ελλάδα.
Η σύγκλιση δεν αφορά πλέον μόνο κοινά ενεργειακά συμφέροντα.
Αφορά:
την ασφάλεια της Ανατολικής Μεσογείου,
την προστασία ενεργειακών και ηλεκτρικών υποδομών,
την ελευθερία των θαλάσσιων επικοινωνιών,
τη διασύνδεση με την Ινδία μέσω του IMEC,
και τη διαμόρφωση μιας γεωπολιτικής ισορροπίας απέναντι στην αυξανόμενη τουρκική παρουσία.
Με άλλα λόγια, η αντιπαράθεση Άγκυρας–Ιερουσαλήμ δημιουργεί ένα νέο περιβάλλον στο οποίο Αθήνα, Λευκωσία και Ιερουσαλήμ αποκτούν ακόμη περισσότερους λόγους στρατηγικής συνεργασίας.
Τέταρτο μέτωπο: Η Χαμάς και η Άγκυρα
Ο Μπεν-Σαμπάτ ανέδειξε ακόμη έναν βασικό παράγοντα στις σχέσεις Τουρκίας–Ισραήλ: τη συνεχιζόμενη τουρκική στήριξη προς τη Χαμάς και στελέχη της.
Για την ισραηλινή πλευρά, το ζήτημα αυτό δεν αντιμετωπίζεται ως μία απλή πολιτική διαφωνία.
Θεωρείται στοιχείο της συνολικής στρατηγικής αντιπαράθεσης με την Τουρκία, ιδιαίτερα καθώς η Άγκυρα επιχειρεί να εμφανιστεί ταυτόχρονα ως ηγετική δύναμη του σουνιτικού κόσμου και ως βασικός υπερασπιστής της παλαιστινιακής υπόθεσης.
«Νομικός και διπλωματικός πόλεμος» κατά του Ισραήλ
Ο πρώην Ισραηλινός σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας κατηγόρησε επίσης την Τουρκία ότι διεξάγει μία ευρύτερη εκστρατεία με στόχο τη θεσμοποίηση διεθνών κατηγοριών κατά του Ισραήλ.
Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα επιχειρεί μέσω πολιτικών πρωτοβουλιών και νομικών διαδικασιών να παρουσιάσει το Ισραήλ ως κράτος που παραβιάζει θεμελιώδεις κανόνες του διεθνούς δικαίου.
Πρόκειται, κατά τον ίδιο, για ένα ακόμη επίπεδο πίεσης πέρα από το αμιγώς στρατιωτικό πεδίο: έναν πόλεμο πολιτικής νομιμοποίησης και διεθνούς εικόνας.
«Η Τουρκία δεν είναι Ιράν»
Παρά τη σκληρή ανάλυσή του, ο Μπεν-Σαμπάτ έσπευσε να διευκρινίσει ότι η Τουρκία δεν πρέπει να εξισώνεται με το Ιράν.
«Κάθε χώρα έχει τα δικά της χαρακτηριστικά και απαιτεί διαφορετικό τρόπο αντιμετώπισης», σημείωσε.
Η διαφοροποίηση είναι κρίσιμη.
Το Ιράν αποτελεί για το Ισραήλ έναν μακροχρόνιο, συστημικό αντίπαλο, με διαφορετική ιδεολογική και στρατιωτική δομή.
Η Τουρκία, αντίθετα, είναι μέλος του ΝΑΤΟ, μεγάλη οικονομία, σημαντική στρατιωτική δύναμη και κράτος με βαθιά διασύνδεση με τη Δύση.
Αυτό σημαίνει ότι η ισραηλινή στρατηγική απέναντι στην Άγκυρα θα πρέπει να συνδυάζει αποτροπή, συμμαχίες, διπλωματική πίεση και διατήρηση διαύλων επικοινωνίας.
Το μήνυμα προς την Ιερουσαλήμ: Καμία ασφάλεια πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί
Η τελική θέση του Μπεν-Σαμπάτ συνοψίζει ίσως καλύτερα τη νέα ισραηλινή στρατηγική αντίληψη.
Το Ισραήλ, είπε, δεν πρέπει να αρνείται πραγματικές ευκαιρίες ειρήνης.
Δεν πρέπει όμως ούτε να βιάζεται να υπογράφει συμφωνίες, ούτε να ανταλλάσσει χειροπιαστά στρατηγικά πλεονεκτήματα με πολιτικές υποσχέσεις.
«Δεν πρέπει να τοποθετήσουμε την ασφάλειά μας στα χέρια οποιουδήποτε άλλου μέρους. Πρέπει να διατηρήσουμε περιθώρια ασφαλείας και να μην ανταλλάξουμε χειροπιαστά περιουσιακά στοιχεία με ένα κομμάτι χαρτί», υπογράμμισε.
Και προειδοποίησε ότι ακόμη και μία συμφωνία με μια κυβέρνηση που σήμερα επιδιώκει πραγματικά την ειρήνη μπορεί αύριο να ανατραπεί.
Οι ηγεσίες αλλάζουν. Οι φιλοδοξίες αλλάζουν. Οι συσχετισμοί ισχύος αλλάζουν.
Οι γεωγραφικές πραγματικότητες, όμως, παραμένουν.
Το νέο γεωπολιτικό τόξο που προβληματίζει το Ισραήλ
Η ουσία της παρέμβασης Μπεν-Σαμπάτ ξεπερνά κατά πολύ τη Συρία.
Στην πραγματικότητα περιγράφει έναν ολόκληρο νέο γεωπολιτικό χάρτη:
Τουρκία με ισχυρό αποτύπωμα στη Συρία.
Άγκυρα–Ριάντ–Ισλαμαμπάντ σε νέο αμυντικό πλαίσιο.
«Γαλάζια Πατρίδα» στην Ανατολική Μεσόγειο.
Σύγκρουση συμφερόντων με Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ.
Στήριξη της Χαμάς και διπλωματική αντιπαράθεση με την Ιερουσαλήμ.
Όλα αυτά δημιουργούν μία νέα πραγματικότητα, στην οποία η Τουρκία δεν αντιμετωπίζεται πλέον από το Ισραήλ μόνο ως ένας δύσκολος διπλωματικός συνομιλητής.
Αντιμετωπίζεται όλο και περισσότερο ως ανερχόμενος ανταγωνιστής ισχύος σε μία περιοχή όπου τα συμφέροντα των δύο χωρών διασταυρώνονται από τη Συρία έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Και ακριβώς σε αυτό το περιβάλλον, ο γεωπολιτικός άξονας Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, με την προσθήκη της Ινδίας και των διαδρομών του IMEC, μπορεί να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική σημασία τα επόμενα χρόνια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου