Τετάρτη 19 Αυγούστου 2026

Τα «ήρεμα νερά» τελειώνουν: Το μεγάλο τεστ έρχεται στην Κάσο – Τουρκικές διεκδικήσεις, GSI και ο κίνδυνος θερμού επεισοδίου – Η Τουρκία απλώνει τη «Γαλάζια Πατρίδα» στο Αιγαίο.

 


Η Άγκυρα μεταφέρει τις διεκδικήσεις από τους χάρτες στο πεδίο – Η ελληνική αντίδραση, το Καστελόριζο, η Κάσος και η επόμενη δοκιμασία με το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου.

Σε μία νέα, πολύ πιο δύσκολη και δυνητικά επικίνδυνη φάση εισέρχονται οι ελληνοτουρκικές σχέσεις, καθώς η απόφαση της Τουρκίας να θεσπίσει δύο «εθνικά θαλάσσια πάρκα» στο βορειοανατολικό Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο δεν αποτελεί απλώς μία περιβαλλοντική πρωτοβουλία.

Για την Αθήνα, αποτελεί μία ακόμη προσπάθεια της Άγκυρας να μεταφέρει στο πεδίο πάγιες τουρκικές διεκδικήσεις γύρω από τις θαλάσσιες ζώνες, επιχειρώντας να δημιουργήσει μία νέα πραγματικότητα μέσω διοικητικών πράξεων.

Οι τουρκικές Προεδρικές Αποφάσεις υπογράφηκαν στις 15 Αυγούστου 2026 και δημοσιεύθηκαν την επόμενη ημέρα στην τουρκική Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών αντέδρασε άμεσα, υπογραμμίζοντας ότι οι δύο περιοχές εκτείνονται και πέραν των τουρκικών χωρικών υδάτων. Η Αθήνα χαρακτηρίζει παράνομη τη μονομερή δημιουργία προστατευόμενων περιοχών τόσο σε τμήματα ανοικτής θάλασσας όσο και, κατά την ελληνική θέση, πάνω από ελληνική υφαλοκρηπίδα και δηλώνει ότι οι τουρκικές αποφάσεις «δεν δημιουργούν κανένα απολύτως έννομο αποτέλεσμα».

Το πρόβλημα όμως είναι μεγαλύτερο από τη νομική διαμάχη.

Τα «ήρεμα νερά» αρχίζουν να δοκιμάζονται από πραγματικές κινήσεις επί του χάρτη.

Και την ίδια στιγμή πλησιάζει μία ακόμη, ίσως σοβαρότερη δοκιμασία: η επανέναρξη των θαλάσσιων ερευνών για το Great Sea Interconnector μεταξύ Κρήτης και Κύπρου.


Η Διακήρυξη των Αθηνών συναντά τα όριά της

Η προσπάθεια αποκλιμάκωσης που ξεκίνησε μετά τη συνάντηση Κυριάκου Μητσοτάκη και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Βίλνιους το 2023 και επισφραγίστηκε με τη Διακήρυξη των Αθηνών της 7ης Δεκεμβρίου 2023 δημιούργησε για μεγάλο χρονικό διάστημα ένα διαφορετικό κλίμα.

Οι εντάσεις περιορίστηκαν.

Η παράνομη αεροπορική δραστηριότητα στο Αιγαίο μειώθηκε δραστικά για σημαντικές περιόδους.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας άνοιξαν.

Το μεταναστευτικό τέθηκε σε πιο ελεγχόμενη βάση.

Όμως τίποτε από αυτά δεν έλυσε την ουσία της ελληνοτουρκικής διαφοράς.

Η απόπειρα απευθείας πολιτικού διαλόγου για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ δεν κατόρθωσε να γεφυρώσει το χάσμα.

Αντιθέτως, κατέδειξε ότι το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ απλώς η μορφή της διαπραγμάτευσης. Είναι το περιεχόμενό της.

Η Ελλάδα θεωρεί ότι η βασική διαφορά που μπορεί να οδηγηθεί σε διεθνή δικαιοδοσία αφορά την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ.

Η Τουρκία συνδέει το ζήτημα με ένα πολύ ευρύτερο πλέγμα απαιτήσεων και αμφισβητήσεων.

Και εκεί βρίσκεται ο πυρήνας του αδιεξόδου.


Η Άγκυρα δείχνει ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» δεν μπήκε ποτέ στο συρτάρι

Η κίνηση της 15ης Αυγούστου στέλνει ένα πολιτικά σαφές μήνυμα.

Η στρατηγική της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν εγκαταλείφθηκε την περίοδο της ελληνοτουρκικής ύφεσης.

Μπορεί να μειώθηκαν οι υπερπτήσεις και να περιορίστηκε η δημόσια πολεμική.

Οι βασικές τουρκικές θέσεις για το Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, όμως, παρέμειναν αναλλοίωτες.

Μόλις στις 7 Αυγούστου, το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών επανέφερε δημοσίως την αναφορά σε ελληνικούς γεωγραφικούς σχηματισμούς των οποίων, σύμφωνα με την Άγκυρα, «η κυριαρχία δεν παραχωρήθηκε στην Ελλάδα μέσω διεθνών συνθηκών», επαναφέροντας ουσιαστικά στο προσκήνιο τη γνωστή θεωρία των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών».

Ακόμη και τον Απρίλιο του 2026, η Τουρκία είχε αντιδράσει σε ελληνικούς χάρτες περιορισμών αλιείας, αμφισβητώντας ελληνική δικαιοδοσία πέραν των έξι ναυτικών μιλίων και επαναλαμβάνοντας ότι δεν αναγνωρίζει συγκεκριμένες ελληνικές απεικονίσεις θαλάσσιων ορίων.

Η σημερινή εικόνα, επομένως, δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Είναι συνέχεια μιας μεθοδικής πολιτικής.


Τα θαλάσσια πάρκα ως γεωπολιτικό εργαλείο

Η περιβαλλοντική προστασία των θαλασσών αποτελεί από μόνη της θεμιτό και απαραίτητο στόχο.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν μία περιβαλλοντική διοικητική πράξη χρησιμοποιείται ταυτόχρονα για την αποτύπωση αμφισβητούμενων θαλάσσιων διεκδικήσεων.

Αυτό ακριβώς φοβάται η Αθήνα ότι επιχειρεί η Τουρκία.

Τα δύο τουρκικά θαλάσσια πάρκα δεν περιορίζονται, σύμφωνα με την επίσημη ελληνική αντίδραση, μέσα στα τουρκικά χωρικά ύδατα. Αντίθετα, εκτείνονται και σε περιοχές πέρα από αυτά.

Η Ελλάδα, αντιπαραβάλλοντας τη δική της προσέγγιση, επισημαίνει ότι τα ελληνικά Εθνικά Θαλάσσια Πάρκα στο Ιόνιο και στο Αιγαίο δημιουργήθηκαν αποκλειστικά εντός ελληνικών χωρικών υδάτων.

Και αυτή η διαφορά είναι ουσιαστική.

Διότι εάν ένα κράτος θεσπίζει απαγορεύσεις, περιορισμούς ή μηχανισμούς εποπτείας σε θαλάσσιες περιοχές εκτός της εθνικής του δικαιοδοσίας, τότε το ζήτημα ξεφεύγει από την προστασία του περιβάλλοντος και αγγίζει ευθέως τη συζήτηση περί κυριαρχικών δικαιωμάτων.


Η Τουρκία επιχειρεί να αποτυπώσει τη δική της εκδοχή του Αιγαίου

Η βαθύτερη σημασία των τουρκικών κινήσεων βρίσκεται στην αντίληψη που η Άγκυρα επιχειρεί να εμπεδώσει για τη γεωγραφία του Αιγαίου.

Στον πυρήνα της τουρκικής επιχειρηματολογίας βρίσκεται εδώ και δεκαετίες η επιδίωξη να περιοριστεί δραστικά η επήρεια των ελληνικών νησιών στις θαλάσσιες ζώνες.

Στην πιο σκληρή εκδοχή της τουρκικής προσέγγισης, η χάραξη επιχειρεί να προσδώσει καθοριστικό βάρος στις ηπειρωτικές ακτές Ελλάδας και Τουρκίας, περιορίζοντας την επίδραση των ελληνικών νησιών στη μέση γραμμή.

Το αποτέλεσμα θα ήταν μία δραματικά διαφορετική κατανομή υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ από εκείνη που υποστηρίζει η Αθήνα με βάση το Δίκαιο της Θάλασσας.

Είναι ακριβώς πάνω σε αυτή την αντίθεση που εδώ και δεκαετίες προσκρούει κάθε προσπάθεια ουσιαστικής οριοθέτησης.


Το Καστελόριζο στο επίκεντρο

Και πουθενά αυτή η αντίθεση δεν είναι περισσότερο εμφανής από το Καστελόριζο.

Η Άγκυρα επιδιώκει διαχρονικά να αντιμετωπίσει το ελληνικό νησιωτικό σύμπλεγμα ως περίπτωση που δεν μπορεί να παράγει πλήρη θαλάσσια επήρεια απέναντι στην τεράστια τουρκική ακτογραμμή.

Για την Ελλάδα, αντίθετα, το Καστελόριζο είναι κατοικημένο ελληνικό νησιωτικό σύμπλεγμα και τα νησιά έχουν δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, με το τελικό αποτέλεσμα της οριοθέτησης να αποτελεί ζήτημα συμφωνίας ή διεθνούς δικαστικής κρίσης.

Η ουσία είναι ότι η περιοχή γύρω από το Καστελόριζο παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα σημεία ολόκληρης της Ανατολικής Μεσογείου.

Κάθε τουρκική διοικητική πράξη που εμφανίζεται να «περικλείει», να περιορίζει ή να αγνοεί την επήρεια του συμπλέγματος δεν αντιμετωπίζεται στην Αθήνα ως περιβαλλοντική λεπτομέρεια.

Αντιμετωπίζεται ως κρίκος στην προσπάθεια εμπέδωσης της τουρκικής θαλάσσιας αντίληψης.


Επιστρέφουν και οι «γκρίζες ζώνες»

Ακόμη πιο ανησυχητική για την Αθήνα είναι η επιμονή της Τουρκίας να επαναφέρει ζήτημα κυριαρχίας σε νησιά, βραχονησίδες και γεωγραφικούς σχηματισμούς του Αιγαίου.

Η αναφορά του τουρκικού ΥΠΕΞ τον Αύγουστο του 2026 σε σχηματισμούς των οποίων η κυριαρχία, κατά την Άγκυρα, δεν έχει παραχωρηθεί στην Ελλάδα δεν αφήνει πολλά περιθώρια για παρερμηνείες.

Η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» παραμένει ενεργή.

Και αυτό είναι κρίσιμο.

Διότι η ελληνοτουρκική διαφορά για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ είναι διαφορετικής φύσης από μία αμφισβήτηση κυριαρχίας.

Όταν η Τουρκία προσθέτει στο πακέτο ζητήματα κυριαρχίας, εύρους χωρικών υδάτων, εναέριου χώρου, αποστρατιωτικοποίησης και δικαιωμάτων των νησιών, η δυνατότητα μιας απλής συμφωνίας παραπομπής στη Χάγη γίνεται εξαιρετικά δυσκολότερη.


Από τη θεωρία στο πεδίο – Εκεί βρίσκεται ο μεγάλος κίνδυνος

Μέχρι σήμερα μεγάλο μέρος της αντιπαράθεσης αφορούσε χάρτες, δηλώσεις και νομικές θέσεις.

Τα θαλάσσια πάρκα, όμως, μπορούν να αλλάξουν αυτή την πραγματικότητα.

Για να λειτουργήσει στην πράξη μία προστατευόμενη περιοχή απαιτούνται ενδεχομένως:

έλεγχοι,

περιορισμοί δραστηριοτήτων,

ρυθμίσεις αλιείας,

παρακολούθηση,

επιστημονική έρευνα,

διοικητική εποπτεία.

Εάν η Τουρκία επιχειρήσει να εφαρμόσει τέτοια μέτρα σε περιοχές όπου η Ελλάδα θεωρεί ότι διαθέτει κυριαρχικά δικαιώματα ή όπου πρόκειται για ανοικτή θάλασσα, η διαφορά θα μεταφερθεί αυτομάτως από τους χάρτες στα πλοία.

Και εκεί η κατάσταση γίνεται πολύ πιο επικίνδυνη.

Διότι η Αθήνα θα βρίσκεται μπροστά σε ένα εξαιρετικά δύσκολο δίλημμα:

Να μην αντιδράσει και να αφήσει μία τουρκική πρακτική να παγιώνεται;

Ή να αντιδράσει επί του πεδίου, αυξάνοντας τον κίνδυνο επεισοδίου;

Αυτό είναι ίσως το πραγματικό πρόβλημα των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων.

Όχι μόνο τι σχεδιάζουν πάνω στον χάρτη.

Αλλά τι θα επιχειρήσει η Άγκυρα να κάνει μέσα σε αυτά.


Η Αθήνα απαντά: «Δεν δημιουργούνται τετελεσμένα»

Το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών ήταν ασυνήθιστα σαφές.

Ανέφερε ότι οι τουρκικές αποφάσεις δεν μπορούν να δημιουργήσουν τετελεσμένα ούτε να επηρεάσουν δικαιώματα που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, ενώ προειδοποίησε ότι τέτοιες μονομερείς ενέργειες υπονομεύουν σοβαρά τις προσπάθειες διατήρησης κλίματος αμοιβαίας κατανόησης.

Η διατύπωση αυτή έχει ιδιαίτερη πολιτική σημασία.

Ουσιαστικά η Αθήνα συνδέει πλέον επισήμως τα θαλάσσια πάρκα με την αντοχή της ελληνοτουρκικής αποκλιμάκωσης.

Δεν πρόκειται δηλαδή απλώς για μία διαμαρτυρία σε επίπεδο διεθνούς δικαίου.

Είναι προειδοποίηση ότι η βάση πάνω στην οποία οικοδομήθηκαν τα «ήρεμα νερά» κινδυνεύει να υπονομευθεί.


Η Άγκυρα αισθάνεται ισχυρότερη

Υπάρχει όμως και μία ευρύτερη γεωπολιτική διάσταση.

Η Τουρκία του 2026 αισθάνεται ότι διαθέτει πολύ μεγαλύτερα περιθώρια κινήσεων από ό,τι πριν από λίγα χρόνια.

Οι δραματικές ανακατατάξεις στη Συρία, οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, η σημασία της Τουρκίας για το ΝΑΤΟ, η αμυντική της βιομηχανία και η δυνατότητά της να συνομιλεί ταυτόχρονα με διαφορετικά κέντρα ισχύος ενισχύουν την αυτοπεποίθηση της Άγκυρας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία επιδιώκει αναγκαστικά μία στρατιωτική κρίση με την Ελλάδα.

Σημαίνει όμως ότι αισθάνεται μικρότερη πίεση να κάνει πίσω από τις βασικές θέσεις της.

Και αυτό αποτυπώνεται πλέον τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο.


Η Ελλάδα έχει ήδη ανοίξει άλλο μέτωπο: Chevron νότια της Κρήτης

Η Αθήνα, πάντως, δεν έχει παραμείνει αδρανής.

Τον Φεβρουάριο του 2026 υπογράφηκαν οι συμφωνίες παραχώρησης τεσσάρων θαλάσσιων οικοπέδων στην κοινοπραξία Chevron–HELLENiQ ENERGY, δύο εκ των οποίων βρίσκονται νότια της Κρήτης.

Η Chevron κατέχει ποσοστό 70% και η HELLENiQ ENERGY 30%, ενώ τα τέσσερα blocks καλύπτουν συνολικά περίπου 47.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα.

Η κίνηση έχει αυτονόητη ενεργειακή σημασία.

Διαθέτει, όμως, και γεωπολιτική διάσταση.

Η Ελλάδα προχωρά σε έρευνες και παραχωρήσεις στη βάση των δικών της θαλάσσιων δικαιωμάτων, ενώ το τουρκολιβυκό μνημόνιο εξακολουθεί να λειτουργεί ως παράλληλη και ανταγωνιστική τουρκική διεκδίκηση στην περιοχή.


Αλλά η μεγάλη δοκιμασία έρχεται στην Κάσο

Το πραγματικό τεστ πιθανότατα δεν θα έρθει από τα θαλάσσια πάρκα.

Θα έρθει από το Great Sea Interconnector.

Η συμφωνία της 5ης Αυγούστου 2026 στο Μέγαρο Μαξίμου έφερε τη γαλλική Meridiam ως πλειοψηφικό μέτοχο στον GSI, ενώ ταυτόχρονα ΑΔΜΗΕ, GSI και Nexans υπέγραψαν στρατηγική συμφωνία για την ολοκλήρωση των θαλάσσιων ερευνών βυθού.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης κατέστησε σαφές ότι πρώτη προτεραιότητα είναι η ολοκλήρωση των ερευνών στον θαλάσσιο πυθμένα, ενώ ο επικεφαλής της Meridiam Thierry Déau αποκάλυψε τη στενή πολιτική στήριξη του Εμανουέλ Μακρόν στο project.

Αυτό σημαίνει ότι η επιστροφή των ερευνητικών πλοίων στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Κρήτης και Κύπρου δεν είναι πλέον θεωρητικό σενάριο.

Είναι το επόμενο βήμα του έργου.


Το προηγούμενο της Κάσου παραμένει ανοικτή πληγή

Και εδώ ακριβώς επιστρέφει το καλοκαίρι του 2024.

Τότε, οι έρευνες του ιταλικού Ievoli Relume για το καλώδιο προκάλεσαν κρίση διάρκειας περίπου 40 ωρών νότια της Κάσου, με ανάπτυξη ελληνικών και τουρκικών πολεμικών πλοίων.

Σύμφωνα με την ελληνική πλευρά, το ερευνητικό κινήθηκε και σε θαλάσσιο τμήμα εντός της ελληνικής ΑΟΖ όπως αυτή έχει οριοθετηθεί με τη συμφωνία Ελλάδας–Αιγύπτου του 2020.

Η Τουρκία αντέδρασε επικαλούμενη τις δικές της διεκδικήσεις.

Έτσι, το καλώδιο αποκάλυψε σε πραγματικό χρόνο το βασικό πρόβλημα:

Αθήνα και Άγκυρα αντιλαμβάνονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο τη θαλάσσια δικαιοδοσία στην ίδια περιοχή.

Και αυτό το πρόβλημα δεν έχει λυθεί.


Η νέα Navtex μπορεί να γίνει η επόμενη σπίθα

Η επανέναρξη των ερευνών θα απαιτήσει νέα επιχειρησιακή κινητοποίηση και σχετικές ναυτικές αναγγελίες.

Εκεί θα κριθεί εάν η Τουρκία θα επαναλάβει την τακτική αμφισβήτησης των ελληνικών ενεργειών.

Η Άγκυρα έχει στο παρελθόν υποστηρίξει ότι δραστηριότητες σε περιοχές που θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα απαιτούν συνεννόηση με την ίδια.

Η Αθήνα, αντίθετα, δεν μπορεί να αποδεχθεί μία διαδικασία που θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως έμμεση αναγνώριση τουρκικής δικαιοδοσίας μέσα σε περιοχή που η Ελλάδα θεωρεί ότι καλύπτεται από δικά της κυριαρχικά δικαιώματα.

Και εδώ γεννιέται ένα εξαιρετικά δύσκολο πολιτικό πρόβλημα.


Η «Team France» αλλάζει το παιχνίδι, όχι όμως τη νομική διαφορά

Υπάρχει αυτή τη φορά μία σημαντική διαφορά.

Το επιχειρηματικό σχήμα του GSI έχει πλέον ισχυρό γαλλικό αποτύπωμα.

Meridiam και Nexans βρίσκονται στον πυρήνα του έργου, με τον επικεφαλής της Nexans να μιλά μάλιστα δημοσίως για «Team France».

Αυτό αυξάνει το πολιτικό βάρος του project.

Μία τουρκική παρεμπόδιση δεν θα στρέφεται πλέον μόνο απέναντι σε ένα έργο ελληνικού και κυπριακού ενδιαφέροντος.

Θα αγγίζει άμεσα μεγάλες γαλλικές εταιρείες, ένα ευρωπαϊκό έργο στρατηγικής σημασίας και πολιτικά το ίδιο το Παρίσι.

Όμως αυτό δεν λύνει το θεμελιώδες ζήτημα.

Ακόμη και αν μία γαλλική εταιρεία επιχειρούσε για πρακτικούς λόγους να εξασφαλίσει παράλληλες ναυτικές αναγγελίες από διαφορετικές αρχές, η Αθήνα δεν θα μπορούσε εύκολα να επιτρέψει να δημιουργηθεί η εικόνα ότι απαιτείται τουρκική έγκριση για εργασίες σε ελληνική οριοθετημένη ΑΟΖ.

Εκεί βρίσκεται η παγίδα.


Τα θαλάσσια πάρκα και το καλώδιο συνδέονται

Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα.

Το ένα αφορά το περιβάλλον.

Το άλλο αφορά ηλεκτρικό καλώδιο.

Στην πραγματικότητα όμως τέμνονται στο ίδιο στρατηγικό σημείο: ποιος έχει δικαιοδοσία πού.

Στα θαλάσσια πάρκα, η Τουρκία επιχειρεί να θεσπίσει ρυθμίσεις σε περιοχές πέραν των χωρικών της υδάτων, τις οποίες η Αθήνα θεωρεί εκτός τουρκικής δικαιοδοσίας.

Στο GSI, η Άγκυρα έχει αμφισβητήσει ελληνικές δραστηριότητες σε θαλάσσια περιοχή που η Αθήνα θεωρεί ελληνική ΑΟΖ.

Το μοτίβο είναι κοινό:

Η τουρκική διεκδίκηση επιχειρεί να αποκτήσει πρακτικό αποτύπωμα.

Και ακριβώς αυτό είναι που ανησυχεί την ελληνική πλευρά περισσότερο από τις ίδιες τις δηλώσεις.


Το κρίσιμο δίλημμα της Αθήνας

Η ελληνική στρατηγική βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα δύσκολο σταυροδρόμι.

Από τη μία, η Αθήνα δεν επιθυμεί επιστροφή στην περίοδο των συνεχών κρίσεων.

Το διεθνές περιβάλλον είναι ήδη εξαιρετικά ασταθές.

Η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε αναδιάταξη.

Η Συρία παραμένει εύφλεκτη.

Οι σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας εμφανίζουν σοβαρές εντάσεις.

Η Ουάσινγκτον χρειάζεται τόσο την Αθήνα όσο και την Άγκυρα για διαφορετικούς στρατηγικούς λόγους.

Από την άλλη πλευρά, μία πολιτική αποφυγής κάθε έντασης έχει όρια όταν απέναντι υπάρχουν κινήσεις που η Ελλάδα θεωρεί ότι αμφισβητούν κυριαρχικά δικαιώματα.

Η μεγάλη πρόκληση, συνεπώς, δεν είναι να επιλεγεί μεταξύ «διαλόγου» και «έντασης».

Είναι να συνεχιστεί ο διάλογος χωρίς η αποκλιμάκωση να μετατραπεί σε ανοχή δημιουργίας τετελεσμένων.


Το μεγαλύτερο πρόβλημα: Πώς εξηγείς διεθνώς μία κρίση για ένα «θαλάσσιο πάρκο»;

Υπάρχει και μία πρόσθετη δυσκολία.

Η διεθνής κοινότητα μπορεί εύκολα να κατανοήσει μία αντιπαράθεση για γεώτρηση, στρατιωτική άσκηση ή ερευνητικό πλοίο.

Είναι δυσκολότερο επικοινωνιακά να εξηγηθεί πώς ένα θαλάσσιο πάρκο για την προστασία του περιβάλλοντος μπορεί να εξελιχθεί σε σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση.

Αυτό ίσως αποτελεί και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα μιας τέτοιας στρατηγικής.

Μία φαινομενικά «αθώα» διοικητική πράξη μπορεί σταδιακά να αποκτήσει λειτουργικό περιεχόμενο.

Και όταν έρθει η αντίδραση, εκείνος που αντιδρά κινδυνεύει να εμφανιστεί ως η πλευρά που προκαλεί την ένταση.

Γι’ αυτό η νομική και διπλωματική προετοιμασία της Αθήνας αποκτά κρίσιμο χαρακτήρα.


Δεν είναι ακόμη κρίση – Αλλά δημιουργούνται οι προϋποθέσεις

Θα ήταν υπερβολικό να υποστηριχθεί σήμερα ότι Ελλάδα και Τουρκία βρίσκονται μπροστά σε αναπόφευκτη θερμή σύγκρουση.

Δεν βρίσκονται.

Υπάρχουν ανοικτοί δίαυλοι.

Υπάρχουν ισχυρότατα αντικίνητρα και στις δύο πλευρές.

Υπάρχει ΝΑΤΟ.

Υπάρχουν Ηνωμένες Πολιτείες και Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όμως οι παράγοντες που γεννούν κρίσεις αρχίζουν ξανά να συσσωρεύονται.

Θαλάσσια πάρκα.

«Γκρίζες ζώνες».

Καστελόριζο.

Αμφισβήτηση θαλάσσιων δικαιωμάτων.

Κάσος.

GSI.

Νέα Navtex.

Και πάνω από όλα, μία Τουρκία που εμφανίζεται περισσότερο αποφασισμένη να μεταφέρει τις θέσεις της στο πεδίο.


Η επόμενη φάση θα κριθεί στη θάλασσα

Τα «ήρεμα νερά» δεν τελείωσαν με μία θεαματική σύγκρουση.

Φθείρονται σταδιακά.

Με έναν χάρτη.

Με μία ανακοίνωση.

Με μία Προεδρική Απόφαση.

Με ένα θαλάσσιο πάρκο.

Με μία Navtex.

Και ίσως αύριο με ένα ερευνητικό πλοίο συνοδευόμενο από πολεμικά.

Αυτό ακριβώς κάνει τη σημερινή κατάσταση τόσο επικίνδυνη.

Η κρίση δεν ανακοινώνεται εκ των προτέρων.

Δημιουργείται όταν δύο χώρες επιχειρούν να εφαρμόσουν στην ίδια θάλασσα δύο εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις δικαιοδοσίας.

Η Τουρκία έδειξε με τις αποφάσεις της 15ης Αυγούστου ότι η «Γαλάζια Πατρίδα» παραμένει ενεργό δόγμα και όχι σύνθημα μιας προηγούμενης περιόδου.

Η Ελλάδα δηλώνει ότι οι τουρκικές αποφάσεις δεν δημιουργούν έννομα αποτελέσματα και δεν μπορούν να παράγουν τετελεσμένα.

Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν η σύγκρουση αυτή πάψει να αφορά μόνο τους χάρτες.

Και η απάντηση πιθανότατα δεν θα αργήσει.

Διότι η επόμενη μεγάλη δοκιμασία βρίσκεται ήδη μπροστά:

οι έρευνες για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου, η Κάσος και η νέα Navtex.

Εκεί θα φανεί εάν η περίοδος των «ήρεμων νερών» μπορεί να επιβιώσει.

Ή εάν το Αιγαίο και η Ανατολική Μεσόγειος μπαίνουν ξανά σε μία εποχή ελεγχόμενης αλλά διαρκώς πιο επικίνδυνης αντιπαράθεσης.

directus.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου