
Έλεγα τότε πως το έκανα για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι δεν ήμουν φλωρούμπας. Ήμουν απουσιολόγος, παραστάτης και σημαιοφόρος όλα τα χρόνια του σχολείου.
Ή μάλλον, αυτό θα ήθελα να πιστεύω σήμερα.Η αλήθεια είναι ότι λίγους μήνες πριν είχε πεθάνει ο πατέρας μου.
Ηπατίτιδα Β. Κίρρωση. Καρκίνος. Μεταμόσχευση.
Και ύστερα τίποτα.
Κι έτσι, αντί για τις πρώτες μου διακοπές με φίλους, βρέθηκα να δουλεύω σε οικοδομές, σπίτια και μαγαζιά σε όλο το λεκανοπέδιο Αττικής.
Ο πατέρας ενός συμμαθητή μου είχε ένα μεγάλο κατάστημα με υδραυλικά είδη και μεσολάβησε για να βρω δουλειά σε έναν μάστορα.
Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ το όνομά του, αλλά δεν τα καταφέρνω με τίποτα.
Θυμάμαι όμως πώς έμοιαζε. Κοντά στα πενήντα, γκρίζα κοντά μαλλιά, μπυροκοιλιά και πλάτες πιο γυμνασμένες κι από εικοσάχρονου κολυμβητή.
Ο μάστορας είχε έναν ακόμα βοηθό, τον Αλί από το Πακιστάν. Είχε πιάσει δουλειά σχεδόν ταυτόχρονα με εμένα. Για την ακρίβεια, μόλις είχε φτάσει στην Ελλάδα. Πριν από εκείνον δούλευε ένας ξάδερφός του, αλλά όταν αποφάσισε να γυρίσει πίσω, έστειλε τον Αλί να τον αντικαταστήσει.
Το παράξενο είναι πως είκοσι και πλέον χρόνια μετά θυμάμαι το όνομα του Αλί, αλλά όχι του μάστορα.
Κι όμως, τον μάστορα ήταν που έβλεπα κάθε μέρα.
Ο Αλί τότε ήταν τριάντα πέντε χρονών και είχε τρία παιδιά. Είχαμε ανταλλάξει δυο-τρεις κουβέντες στα ελάχιστα σπαστά αγγλικά που μιλούσε. Από ελληνικά δεν ήξερε λέξη.
Αναγκάστηκε όμως να μάθει γρήγορα.
Με εντατικά μαθήματα από τον μάστορα.
Πάνω στη δουλειά.
«Πένσα!» φώναζε ο μάστορας.
Ο Αλί δεν καταλάβαινε και του έδινε ένα κατσαβίδι.
Ο μάστορας του έριχνε μια σφαλιάρα.
«Πένσα σου είπα!»
Ο Αλί έψαχνε πανικόβλητος μέσα στην εργαλειοθήκη χωρίς να ξέρει τι ακριβώς έψαχνε. Έπιανε κάτι στην τύχη.
Λάθος.
Άλλη σφαλιάρα.
Μέχρι που ο μάστορας, εκνευρισμένος, έπιανε μόνος του την πένσα και του την έδειχνε.
«Αυτό είναι πένσα.»
Όταν ο μάστορας δεν κοίταζε, ο Αλί με ρωτούσε πώς λεγόταν το κάθε εργαλείο και το σημείωνε πάνω σε χαρτοταινία στη γλώσσα του.
Θα μπορούσα να το πω pakistanigreek.
Δεν ήταν φιλομάθεια.
Ήταν σφαλιαροαπέχθεια.
Ο μάστορας τον είχε του πεταματού τον άνθρωπο. Θεωρούσε μάλιστα εμένα ανώτερό του στη δουλειά, κι ας μην είχα κλείσει ακόμα τα δεκαοκτώ, κι ας μην είχα ιδέα από οικοδομή, κι ας είχα τη μισή δύναμη που είχε ο Αλί.
Μόνο και μόνο επειδή ήμουν ελληνόπουλο.
Ακόμα προσπαθώ να θυμηθώ το όνομα του μάστορα.
Θυμάμαι όμως ξεκάθαρα ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι.
Είχαμε τελειώσει από την οικοδομή και πήγαμε σε ένα μαγαζί. Έπρεπε να σπάσουμε το πεζοδρόμιο μπροστά από την είσοδο για να αλλάξουν οι σωλήνες.
«Έχεις ξαναδουλέψει κομπρεσέρ;»
«Όχι.»
«Ωραία. Εσύ θα σπάσεις το πεζοδρόμιο, για να μαθαίνεις.»
Έπιασα το κομπρεσέρ πρόθυμα. Ήθελα να αποδείξω την αξία μου.
Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά.
Ώσπου ένιωσα τις παλάμες μου να καίνε.
Σταμάτησα.
Κοίταξα τα χέρια μου.
Ματωμένα.
Οι πέτσες είχαν σκιστεί από τη δόνηση.
Ο μάστορας γύρισε, με κοίταξε και είπε:
«Όταν δεν έχεις ξανακάνει κάτι, να ρωτάς τι πρέπει να κάνεις. Όταν δουλεύουμε με κομπρεσέρ, πάντα φοράμε γάντια. Τώρα έμαθες.»
Τι μαλάκας, σκέφτηκα.
Θα μπορούσε απλώς να μου το είχε πει.
Δεν μπορούσα να παίξω κιθάρα για περισσότερο από μία εβδομάδα μετά από αυτό.
Μια άλλη φορά πήγαμε να ξεβουλώσουμε μια τουαλέτα.
Στο αυτοκίνητο ο μάστορας με προειδοποίησε:
«Μην πάρεις να πιεις ή να φας τίποτα από αυτούς που πάμε. Είναι περίεργοι.»
Το είπε λες και θα ξυπνούσα σε μια μπανιέρα με παγοκύστες και χωρίς νεφρά.
Φτάσαμε.
Ένα ζευγάρι γύρω στα εξήντα.
Ευγενέστατοι.
Ένα σπίτι γεμάτο βιβλία και πίνακες.
Ο άντρας ήταν χειρουργός.
Οι άνθρωποι μάς πρότειναν νερό, καφέ, οτιδήποτε.
Ο μάστορας αρνήθηκε αμέσως.
Αργότερα ο γιατρός του πρόσφερε γάντια λάτεξ για να μη λερωθεί.
Ο μάστορας προσπάθησε να τα φορέσει.
Δεν του έμπαιναν.
«Αν μου κάνανε, θα γινόμουν κι εγώ γιατρός και όχι υδραυλικός», είπε γελώντας.
Φύγαμε.
Στον δρόμο γύρισε και μου είπε:
«Είδες που σου ’πα; Περίεργοι άνθρωποι. Γύρευε τι ανωμαλίες κάνουν σε αυτό το σπίτι.»
Έγνεψα καταφατικά.
Αλλά μέσα μου αναρωτιόμουν τι ακριβώς πίστευε για τους ανθρώπους.
Όλο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο δουλεύαμε σε μια οκταόροφη πολυκατοικία.
Μια μέρα έφεραν περίπου εκατό σώματα καλοριφέρ για όλα τα διαμερίσματα.
Ο μάστορας μού είπε:
«Γιαννάκη, αυτή είναι η δουλειά σου για σήμερα. Να τα πας στα σωστά διαμερίσματα γιατί ο Αλί δεν πρόκειται να καταλάβει τον Χριστό του πού πάει το καθένα.»
«Τον Μωάμεθ εννοείτε», είπα.
«Έλα, μαλακίες πρωί πρωί…»
Η πολυκατοικία δεν είχε ασανσέρ.
Τελείωσα στις τρεις το μεσημέρι.
Μετά από οκτώ ώρες ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες είχα κυριολεκτικά σουρώσει.
Δεν ένιωθα τα χέρια μου.
Μόνο τον πόνο στη μέση και στην πλάτη.
Εκείνο το απόγευμα κατάλαβα για πρώτη φορά τι σημαίνει να πληρώνεσαι με το σώμα σου.
Ακόμα προσπαθώ να θυμηθώ το όνομα του μάστορα.
Το πιο σπουδαίο μάθημα όμως ήρθε αργότερα.
Μια μέρα δουλεύαμε στην ταράτσα μιας πολυκατοικίας στην Πετρούπολη.
Δεν είχε κάγκελα.
«Μην πας στην άκρη. Θα ζαλιστείς», μου είπε.
Πήγα.
Όχι για να κάνω τον μάγκα.
Απλώς ήξερα ότι δεν θα ξαναδώ εύκολα μια τέτοια θέα.
Φοβήθηκα.
Όπως φοβάμαι σχεδόν πάντα όταν κάνω κάτι για πρώτη φορά.
Αλλά δεν έφυγα.
Ο μάστορας με είδε και άρχισε να φωνάζει:
«Καλά, μαλάκας είσαι αγόρι μου; Φύγε από την άκρη, θα πέσεις και θα σε πληρώνω για άνθρωπο.»
Γέλασα.
Έκανα πίσω.
Και συνέχισα να κολλάω σωλήνες.
Δεν πρόκειται ποτέ να θυμηθώ το όνομα του μάστορα.
Το παράξενο είναι πως θυμάμαι το όνομα του Αλί.
Θυμάμαι ότι είχε τρία παιδιά.
Θυμάμαι πως σημείωνε λέξεις πάνω σε χαρτοταινίες για να μην τρώει σφαλιάρες.
Θυμάμαι πως κουβαλούσε περισσότερα από μένα και δούλευε πιο γρήγορα από μένα.
Θυμάμαι πως ήρθε σε μια χώρα όπου δεν ήξερε ούτε πώς λέγεται η πένσα.
Το όνομα του μάστορα, αντίθετα, χάθηκε εντελώς.
Κι όμως, εκείνος μιλούσε ασταμάτητα.
Είχε γνώμη για τους ξένους, για τους μορφωμένους, για τους περίεργους ανθρώπους, για όσους δεν του έμοιαζαν.
Ο Αλί μιλούσε ελάχιστα.
Ίσως γι’ αυτό να θυμάμαι εκείνον.
Ίσως τελικά οι άνθρωποι να μη μένουν στη μνήμη μας γι’ αυτά που λένε ότι είναι, αλλά γι’ αυτά που κάνουν όταν κανείς δεν τους κοιτάζει.
Και ο Αλί, όταν κανείς δεν τον κοιτούσε, μάθαινε.
Σημείωνε.
Προσπαθούσε.
Προσαρμοζόταν.
Συνέχιζε.
Καμιά φορά σκέφτομαι πως αυτός ήταν ο πραγματικά δυνατός άνθρωπος της ιστορίας.
Όχι επειδή άντεχε τις σφαλιάρες.
Αλλά επειδή δεν άφησε τις σφαλιάρες να τον καθορίσουν.
Γιατί σε οποιαδήποτε από εκείνες τις στιγμές θα μπορούσε να πάρει το σφυρί που κρατούσε και να του ανοίξει το κεφάλι.
Δεν το έκανε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου