Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2026

Ο κ. Λαζόπουλος βρίσκει ακόμη χαριτωμένα τα αστεία με τους χοντρούς.



Η ΣΑΤΙΡΑ, ΟΤΑΝ ΕΠΙΤΕΛΕΙ τον ρόλο της, δεν κολακεύει. Δεν αναζητεί εύκολους στόχους, αλλά στρέφει το βλέμμα της εκεί όπου υπάρχει ουσία και περιεχόμενο. Ωστόσο, όταν αντί να φωτίζει παθογένειες και κοινωνικές στρεβλώσεις, εγκλωβίζεται στα σώματα των ανθρώπων, δεν πρόκειται για κάτι τολμηρό αλλά για μια χυδαία ευκολία.

Κάπως έτσι, στην τελευταία του εκπομπή, ο κ. Λάκης Λαζόπουλος έδωσε την εντύπωση ότι εξακολουθεί να μένει προσκολλημένος σε ένα παρωχημένο τηλεοπτικό σύμπαν, σε εκείνη την εποχή όπου τα κιλά αποτελούσαν σταθερό υλικό «χιούμορ» και η χονδροφοβία περνούσε ως δήθεν αθώο πείραγμα.

Ο αυτοαναγορευμένος «εθνικός μας διασκεδαστής» που επί χρόνια επένδυσε στην περσόνα του αμείλικτου τιμητή των πάντων επέλεξε ξανά να κατρακυλήσει σε ένα μονότονο παραλήρημα περί «χοντρών», «απεριποίητων» και «παχουλών». Έφτασε μάλιστα στο σημείο να αναπαραγάγει το στερεότυπο ότι γυναίκες στρέφονται αλλού επειδή οι σύζυγοί τους έχουν παραπανίσια κιλά. Ένα αφήγημα τόσο παλιό όσο και πρόχειρο.

Το σώμα του άλλου δεν είναι πεδίο κριτικής. Και το να το κάνεις σκηνικό για γέλια λέει περισσότερα για σένα παρά για εκείνον. Όταν επί χρόνια έχεις το προνόμιο να θεωρείσαι «φωνή της κοινωνίας», δεν μπορείς να αγνοείς ότι η κοινωνία αλλάζει.

Σε ένα κρεσέντο ευκολίας και απύθμενης σαχλαμάρας, αναμάσησε τετριμμένες αντιλήψεις, επιμένοντας να τις παρουσιάζει ως κάτι τολμηρό και εξυπνακίστικο. Και όλα αυτά με τη βεβαιότητα ότι «εκφράζει» το κοινό του, επικαλούμενος ένα διαρκές σατιρικό άλλοθι που υποτίθεται πως τον απαλλάσσει από κάθε ευθύνη. Μόνο που η επανάληψη τέτοιων αστείων για «κιλά» και σώματα δεν συνιστά μόνο πρόκληση αλλά θυμίζει περισσότερο τηλεοπτικό απολίθωμα. Σε μια δημόσια σφαίρα που επιχειρεί, έστω ατελώς, να απομακρυνθεί από τη χλεύη του διαφορετικού, αυτή η εμμονή μοιάζει όχι απλώς ξεπερασμένη, αλλά πεισματικά προσκολλημένη σε ένα χθες που μυρίζει ναφθαλίνη.

Δείτε το απόσπασμα από το 37ο λεπτό: 

Προφανώς και η χονδροφοβία δεν είναι μια αφορμή για διαδικτυακή αγανάκτηση ή τηλεοπτική χιουμοριστική χρήση. Είναι ένας βαθιά ριζωμένος μηχανισμός διαπόμπευσης που συνοδεύει ανθρώπους με υπαρκτές και συχνά σύνθετες δυσκολίες: σωματικές, ψυχικές, κοινωνικές. Το βάρος δεν είναι μόνο ζήτημα κιλών. Είναι μια καθημερινή μάχη πολλών ανθρώπων για αποδοχή και αξιοπρέπεια όταν βλέπουν να καρφώνονται πάνω τους τα βλέμματα των ανθρώπων.

Μάλιστα, σε μια χώρα όπου οι διατροφικές διαταραχές αυξάνονται, η πρόληψη παραμένει ζητούμενο και η δημόσια συζήτηση συχνά εξαντλείται στην επιφάνεια της εικόνας, η επιλογή να μετατρέπεται το σώμα σε αστείο δεν έχει τίποτε το ανατρεπτικό. Δεν ταράζει τα νερά, δεν αποδομεί στερεότυπα. Ουσιαστικά, καταφέρνει να τα συντηρεί. Και τελικά δεν προκαλεί. Απλώς απογοητεύει.

Θα μπορούσε, ασφαλώς, κάποιος να ισχυριστεί πως «έτσι λειτουργεί η σάτιρα», ότι «κανείς δεν μένει στο απυρόβλητο». Δεν πλήττονται, όμως, όλοι με τον ίδιο τρόπο, ούτε βρίσκονται όλοι στην ίδια θέση ισχύος όταν γίνονται στόχος. Όταν ο προβολέας επιμένει στα κιλά ενός ανθρώπου, δεν αποδομεί και δεν αποκαλύπτει καμία υποκρισία. Το μόνο που απογυμνώνει είναι η αξιοπρέπεια του προσώπου που εκτίθεται.

Και, ίσως το πιο απογοητευτικό όλων δεν είναι το ίδιο το αστείο, αλλά η αίσθηση ότι παραμένει χαριτωμένο. Ότι το κοινό θα γελάσει από συνήθεια, όπως γελά με μια ατάκα που έχει ακούσει εκατό φορές. Όμως η κοινωνία έχει προχωρήσει. Η δημόσια σφαίρα δεν αντέχει άλλο την τεμπέλικη ειρωνεία που στοχοποιεί σώματα αντί για συμπεριφορές.

Ο κ. Λαζόπουλος είχε υποστηρίξει και παλαιότερα, σε τηλεοπτική του εμφάνιση («Χαμογέλα και πάλι», 26/5/2024), ότι «δεν μπορείς να λες, για λόγους πολιτικής ορθότητας, σε έναν άνθρωπο 200 κιλών ότι είναι καλά», αναφερόμενος στην ανάγκη να μην κρύβονται τα προβλήματα υγείας πίσω από την υπερβολική προσήλωση στην πολιτική ορθότητα.

Ας ενημερώσει κάποιος τον κ. Λαζόπουλο ότι άλλο πράγμα η ειλικρινής και τεκμηριωμένη συζήτηση για τη δημόσια υγεία και άλλο η γενίκευση (που υποδηλώνει τεμπελιά στη σκέψη) να προεξοφλεί ότι ένας άνθρωπος «200 κιλών» δεν είναι ή δεν μπορεί να είναι «καλά». Με ποια αρμοδιότητα, αλήθεια, και από ποια θέση αποφαίνεται κανείς για το πώς αισθάνεται, τι βιώνει ή ποια είναι η ιατρική κατάσταση ενός συγκεκριμένου σώματος; Επομένως, η υγεία δεν είναι αφορμή για τηλεοπτικές ατάκες.

Το να επικαλείται, επίσης, κανείς την αντίθεση στην «πολιτική ορθότητα» ως άλλοθι για sweeping κρίσεις περί σωμάτων δεν συνιστά παρρησία. Αντιθέτως, κινδυνεύει να μετατραπεί σε μια βολική ρητορική που συγχέει τη φροντίδα με την επίπληξη και την κοινωνική ευαισθησία με τη φίμωση. Η συζήτηση για την υγεία χρειάζεται στοιχεία, ενσυναίσθηση και σεβασμό, όχι τηλεοπτικές υπεραπλουστεύσεις.

Το σώμα του άλλου δεν είναι πεδίο κριτικής. Και το να το κάνεις σκηνικό για γέλια λέει περισσότερα για σένα παρά για εκείνον. Όταν επί χρόνια έχεις το προνόμιο να θεωρείσαι «φωνή της κοινωνίας», δεν μπορείς να αγνοείς ότι η κοινωνία αλλάζει. Το σώμα, ιδίως το μη «κανονικό» σώμα, έχει υπάρξει για δεκαετίες ο εύκολος στόχος της τηλεοπτικής φάρσας. Σήμερα, όμως, το κοινό δεν είναι τόσο αφελές ούτε τόσο πρόθυμο να γελάσει εις βάρος κάποιου που δεν έχει καμία εξουσία, κανένα βήμα, κανένα μικρόφωνο. Και αν η τηλεόραση θέλει να παραμείνει επίκαιρη, οφείλει να ακούει αυτήν τη μετατόπιση, όχι να την ειρωνεύεται.

Ο λαϊκισμός που υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη διαδρομή ο κ. Λαζόπουλος μοιάζει να αποτελεί το σταθερό του καύσιμο. Η υπεραπλούστευση παρουσιάζεται ως «φωνή του λαού», οι στιγμές που το αυθόρμητο χειροκρότημα προηγείται της σκέψης βαφτίζονται αυθεντικότητα και η απλοποίηση μετατρέπεται σε εργαλείο απήχησης. Έτσι, όμως, η σάτιρα παύει να είναι εργαλείο κριτικής και γίνεται μηχανισμός επιβεβαίωσης των πιο πρόχειρων αντανακλαστικών μας.

Προσωπικά, με απωθεί αυτή η τηλεοπτική ευκολία που επενδύει στην πρόκληση χωρίς βάθος και δείχνει να θεωρεί το κοινό της δεδομένο, πρόθυμο να γελάσει προτού καν αναρωτηθεί με αυτό που ακούει. Ωστόσο, όσο υπάρχει ανταπόκριση και χειροκρότημα, η ευθύνη δεν βαραίνει αποκλειστικά τον δημιουργό. Μάλιστα, αυτός ο καθρέφτης αποτυπώνει μια Ελλάδα που επιμένει να ανακυκλώνει τα πιο κουρασμένα της στερεότυπα, γαντζωμένη σε ένα χθες που αρνείται να ξεπεράσει. Πώς είναι δυνατόν, χθες, να υπήρχαν άνθρωποι στο κοινό που χειροκροτούσαν και γελούσαν με αυτές τις χυδαίες αστειότητες;

Και, ειλικρινά, δεν θα ήθελα να βρίσκομαι στη θέση του ιδιοκτήτη του καναλιού, ο οποίος ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που χλεύαζε χθες ο κ. Λαζόπουλος, παρ’ όλα αυτά φιλοξενεί και αμείβει τον συγκεκριμένο παρουσιαστή. Γιατί, πέρα από τα νούμερα τηλεθέασης, υπάρχει και το ζήτημα της θεσμικής ευθύνης: τι επιλέγεις να εκπέμπεις, τι νομιμοποιείς, ποια στάση θεωρείς ανεκτή στον δημόσιο λόγο.

Το βέβαιο είναι ότι κουράσατε, κ. Λαζόπουλε.

lifo.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου