Η φράση «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», παρμένη από την ομώνυμη ελληνική κινηματογραφική ταινία του Σακελλάριου (1948), έγινε συνώνυμη του φόβου για την επιστροφή μιας μεγάλης απειλής. Την περίοδο αυτή ακούγεται ακόμα πιο έντονα, καθώς η Γερμανία πραγματοποιεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική «επιστροφή» μετά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ο επανεξοπλισμός της Γερμανίας δεν φαίνεται ν’ αποτελεί μονάχα απάντηση απέναντι στην ορατή ρωσική απειλή, αλλά θα πρέπει να ερμηνεύεται και ως μια προσπάθεια του Βερολίνου να μετατραπεί στην κυρίαρχη στρατιωτική-ηγεμονική δύναμη της Ευρώπης.
Η περιβόητη «Zeitenwende», η στροφή στην αμυντική πολιτική, που ανακοίνωσε ο Καγκελάριος Όλαφ Σολτς το 2022 μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, έχει αλλάξει άρδην τη γερμανική αντίληψη απέναντι στην άμυνα.
Η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, βλέπει πως έχει πλέον μια μοναδική ευκαιρία να ηγηθεί του ταχύτερου επανεξοπλισμού που χρειάζεται το ΝΑΤΟ, αλλά μόνο αν η Κυβέρνησή της δώσει προτεραιότητα στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας.
Η εγκατάλειψη της αυτοσυγκράτησης.
Η Γερμανία εγκαταλείπει οριστικά τη μεταπολεμική πολιτική στρατιωτικής αυτοσυγκράτησης και προχωρεί στον μεγαλύτερο επανεξοπλισμό των τελευταίων δεκαετιών, με στόχο να αποκτήσει τον ισχυρότερο στρατό της Ευρώπης και να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή ασφάλεια. Οι αμυντικές δαπάνες προβλέπεται να φθάσουν τα 162 δισ. ευρώ έως το 2029, ενώ συνολικά σχεδιάζεται επένδυση περίπου 650 δισ. ευρώ μέσα στην επόμενη πενταετία.
Σε μια βαρυσήμαντη δήλωση ο Γενικός Επιθεωρητής των Ενόπλων Δυνάμεων Bundeswehr, Κάρστεν Μπρόιερ, τόνισε πως «η στρατιωτική στρατηγική βασίζεται στην ιδέα ότι η Γερμανία, ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, πρέπει και θ’ αναλάβει ηγετικό ρόλο στο ΝΑΤΟ, μέσα σε ένα ολοένα πιο σύνθετο και πιο απειλητικό περιβάλλον ασφαλείας - συμπεριλαμβανομένου και του στρατιωτικού τομέα. Η στρατηγική αυτή σηματοδοτεί μιαν αλλαγή παραδείγματος και ενισχύει τη δική μας Gestaltungsanspruch (αξίωση ή φιλοδοξία να διαμορφώνουμε τις εξελίξεις)».
Η αλλαγή αυτή αποδίδεται κυρίως στη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αλλά και στη σταδιακή αποδυνάμωση της αμερικανικής παρουσίας στην ευρωπαϊκή άμυνα. Ο ΓΓ του ΝΑΤΟ Mark Rutte έχει ήδη προειδοποιήσει ότι η Ρωσία θα μπορούσε να είναι έτοιμη για επίθεση κατά του ΝΑΤΟ εντός πενταετίας.
Στο πλαίσιο αυτό το Βερολίνο επενδύει στην ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας, εξετάζει την επέκταση των ενόπλων δυνάμεων κατά 100.000 στρατιώτες έως το 2030, και την αύξηση των εφέδρων σε περίπου 460.000 έως το 2035 με στόχο τη μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία.
Επαναφορά υποχρεωτικής θητείας το 2027;
Η Γερμανία ενδέχεται να επαναφέρει την υποχρεωτική στρατιωτική θητεία έως τα μέσα του 2027, εάν αποτύχει να καλύψει τις αυξημένες ανάγκες στελέχωσης των ενόπλων δυνάμεων μέσω του νέου εθελοντικού συστήματος. Όπως δήλωσε ο πρόεδρος της Επιτροπής Άμυνας της Bundestag, Τόμας Ρέβεκαμπ, η τελική απόφαση θα πρέπει να ληφθεί έως τις 31 Ιουλίου 2027, καθώς οι στόχοι για την ενίσχυση του στρατού παραμένουν ιδιαίτερα φιλόδοξοι.
Το Βερολίνο επιδιώκει να αυξήσει τη δύναμη της Bundeswehr από περίπου 185.000 σε τουλάχιστον 260.000 στρατιώτες έως το 2035. Ωστόσο, το νέο μοντέλο εθελοντικής θητείας, που τέθηκε σε εφαρμογή τον Νοέμβριο, απέδωσε μόλις 530 νέους εθελοντές κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, παρά το γεγονός ότι ενημερώθηκαν περίπου 300.000 νέοι.
Ο Ρέβεκαμπ υποστήριξε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση είναι η προσέλκυση επαγγελματιών στρατιωτικών, οι οποίοι θα στελεχώσουν κρίσιμες ειδικότητες, όπως χειριστές μαχητικών αεροσκαφών, αρμάτων μάχης, πολεμικών πλοίων και συστημάτων αεράμυνας Patriot.
Επιπλέον προκλήσεις εντοπίζονται στη στρατολόγηση προσωπικού και στην άνοδο του ακροδεξιού κόμματος AfD, το οποίο κατηγορείται ότι ενισχύει τη ρωσική προπαγάνδα και θα μπορούσε, σε περίπτωση μεγαλύτερης πολιτικής επιρροής, να θέσει σε κίνδυνο τη γερμανική δέσμευση για την ασφάλεια της Ουκρανίας και την αποτροπή της Ρωσίας.
Ανησυχία στο Παρίσι και ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Είναι λογικό η ταχεία αύξηση των αμυντικών δαπανών της Γερμανίας και ο φιλόδοξος επανεξοπλισμός που προωθεί ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς να προκαλούν ανησυχία σε ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ιδιαίτερα στο Παρίσι, για τις επιπτώσεις στις ισορροπίες της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και στη στρατηγική αυτονομία της ΕΕ. Γάλλοι αξιωματούχοι εκφράζουν φόβους ότι το Βερολίνο ακολουθεί κυρίως εθνική στρατηγική, επενδύοντας παράλληλα σε αμερικανικά οπλικά συστήματα, γεγονός που ενδέχεται να δώσει σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στη γερμανική αμυντική βιομηχανία. Η δυσπιστία ωστόσο είναι αμφίδρομη, καθώς στη Γερμανία επικρατεί η αντίληψη πως οι γαλλικές εκκλήσεις για «ευρωπαϊκή στρατηγική αυτονομία» εξυπηρετούν κυρίως τα συμφέροντα της γαλλικής αμυντικής βιομηχανίας.
Το σίγουρο είναι πως η εισροή τεράστιων κεφαλαίων στη γερμανική άμυνα θα αλλάξει σημαντικά τον χάρτη της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας, ενισχύοντας το μέγεθος και την επιρροή των γερμανικών εταιρειών.
Η συμφωνία με τη Γαλλία.
Στο πλαίσιο αυτό, Γαλλία και Γερμανία συμφώνησαν να κατέχουν ίσα μερίδια στην αμυντική βιομηχανία KNDS, κατασκευάστρια αρμάτων μάχης (Leopard 2, Leclerc) και άλλου στρατιωτικού εξοπλισμού, ανοίγοντας τον δρόμο για ενδεχόμενη εισαγωγή της εταιρείας στο χρηματιστήριο. Η συμφωνία έρχεται εν μέσω αυξημένης απειλής από τη Ρωσία και επιδεινούμενων σχέσεων με τις ΗΠΑ, καθώς και λίγες εβδομάδες μετά την κατάρρευση του κοινού προγράμματος για μαχητικό αεροσκάφος FCAS. Και οι δύο κυβερνήσεις την χαρακτήρισαν βήμα ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και της στρατηγικής αυτονομίας της Ευρώπης.
Γάλλοι αξιωματούχοι δεν θεωρούν ότι η χώρα τους κινδυνεύει να χάσει τον ρόλο της ως κορυφαία στρατιωτική δύναμη στην Ευρώπη, καθώς διαθέτει πυρηνικό οπλοστάσιο και μόνιμη έδρα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Αναδιάρθρωση.
Η Γερμανία προχωρεί με ταχείς ρυθμούς σε εκτεταμένη αναδιοργάνωση της ομοσπονδιακής υπηρεσίας αμυντικών προμηθειών (Baainbw), με στόχο να επιταχύνει τις αγορές οπλικών συστημάτων και να αξιοποιήσει αποτελεσματικότερα τον ραγδαία αυξανόμενο αμυντικό προϋπολογισμό της χώρας. Ο Υπουργός Άμυνας Μπόρις Πιστόριους χαρακτήρισε τη μεταρρύθμιση απαραίτητη, τονίζοντας ότι «δεν υπάρχουν χρόνια για χάσιμο», καθώς οι αμυντικές δαπάνες αναμένεται να φθάσουν τα 188 δισ. ευρώ έως το 2030.
Η νέα δομή εγκαταλείπει το παλιό, ιδιαίτερα γραφειοκρατικό σύστημα και υιοθετεί μοντέλο οργανωμένο ανά κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων (ξηρά, αέρας, θάλασσα και κυβερνοχώρος), ενώ θα δημιουργηθούν εξειδικευμένες ομάδες για πυρομαχικά, πυραυλικά συστήματα και πυροβολικό. Παράλληλα, θα ιδρυθούν περιφερειακά γραφεία στη Γερμανία και μόνιμη αντιπροσωπία στις Βρυξέλλες για στενότερη συνεργασία με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Το σχέδιο προβλέπει επίσης ταχύτερες διαδικασίες για επείγουσες αγορές έτοιμου στρατιωτικού εξοπλισμού, καλύτερη συνεργασία με τη βιομηχανία, ενίσχυση της καινοτομίας και αυστηρότερο έλεγχο του κόστους.
Αίτημα για παραγωγή αμερικανικών όπλων.
Το Βερολίνο ζήτησε από την Ουάσινγκτον συνεργασία για την παραγωγή όπλων και άδεια να κατασκευάζει περισσότερα αμερικανικού τύπου οπλικά συστήματα σε γερμανικό έδαφος, σύμφωνα με δημοσίευμα των Financial Times. Πηγές αναφέρουν ότι βρίσκονται σε εξέλιξη συζητήσεις για «κοινά σχέδια παραγωγής» μεταξύ των δύο χωρών, με τη Γερμανία να προτείνει συμπαραγωγή όπλων όπως οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς Tomahawk και εξοπλισμός για τα συστήματα αναχαίτισης Patriot. Οι ΗΠΑ φέρονται να έχουν αντιδράσει θετικά στο αίτημα.
Η πιθανή αυτή κίνηση έρχεται μετά τη μείωση κατά 5.000 στρατιωτών των αμερικανικών δυνάμεων στη Γερμανία από τον Πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, την πίεσή του προς τα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ να αυξήσουν τις αμυντικές τους δαπάνες, καθώς και την απειλή του να περικόψει τη στρατιωτική βοήθεια των ΗΠΑ λόγω της περιορισμένης συμμετοχής τους στον ναυτικό αποκλεισμό κατά του Ιράν. Μια ενδεχόμενη συνεργασία θα ενίσχυε επίσης τις δυνατότητες της Γερμανίας να στηρίξει την Ουκρανία στη σύγκρουσή της.
Διαθρωτικές αδυναμίες και προκλήσεις.
Το περιβόητο «Zeitenwende» εξακολουθεί να σκοντάφτει σε βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες της χώρας. Παρά τη δημιουργία ειδικών ταμείων και την αύξηση των αμυντικών δαπανών, η νέα αμυντική στρατηγική του Βερολίνου θεωρείται ανεπαρκής ως προς τον στρατηγικό προσανατολισμό, την τεχνολογική αναβάθμιση και την πρακτική υλοποίηση. Κεντρική κριτική είναι ότι η Γερμανία θέτει ως στόχο να αποκτήσει έως το 2039 τον ισχυρότερο συμβατικό στρατό στην Ευρώπη, κάτι που χαρακτηρίζεται μη ρεαλιστικό, ειδικά σε σύγκριση με την πολεμική εμπειρία και τις δυνατότητες Ουκρανίας και Ρωσίας. Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η τεχνολογική υστέρηση. Ενώ το ΝΑΤΟ εκτιμά ότι η Ρωσία μπορεί να είναι έτοιμη για επίθεση κατά της Ευρώπης έως το 2029, η γερμανική στρατηγική τοποθετεί την τεχνολογική υπεροχή στον ορίζοντα 2035-2039.
Η Γερμανία διεκδικεί ηγετικό ρόλο.
Σε γενικό πλαίσιο, το Βερολίνο έχει πλέον τη δυνατότητα να αναλάβει ηγετικό ρόλο στην ευρωπαϊκή άμυνα, καλύπτοντας μέρος του κενού που αφήνουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η επιτυχία αυτής της μετάβασης θα εξαρτηθεί από το κατά πόσον θα καταφέρει να κερδίσει την εμπιστοσύνη των Ευρωπαίων εταίρων της, δεδομένου του ιστορικού βάρους του παρελθόντος.
Οκτώ δεκαετίες μετά την ήττα τους ως σύμμαχοι στον Άξονα, η Γερμανία αλλά και η Ιαπωνία σφυρηλατούν εκ νέου στενότερους δεσμούς. Αυτήν τη φορά υπό τον φόβο για μιαν ανερχόμενη Κίνα και μια επιθετική Ρωσία, που ωθεί το Βερολίνο και το Τόκιο να ανοικοδομήσουν τους στρατούς τους και να ενισχύσουν τη μεταξύ τους συνεργασία. Σε αντίθεση με τη συμμαχία του Άξονα, η σημερινή προσέγγιση δείχνει να έχει περισσότερο αμυντικό χαρακτήρα, καθώς το Βερολίνο στηρίζει την Ουκρανία απέναντι στη Ρωσία, ενώ το Τόκιο επιδεικνύει επαγρύπνηση απέναντι στην Κίνα και τη Βόρεια Κορέα.
Όσον αφορά τις ευρύτερες ανησυχίες, αυτές απαντώνται στο βιβλίο του Jens van Scherpenberg «Ο Εθισμός της Μεγάλης Δύναμης: Η Γερμανία εξοπλίζεται για την ηγεσία της Ευρώπης» (2026), με τη φράση που θα πρέπει να απασχολεί και την Κύπρο αλλά και την Ελλάδα σε σχέση με την Τουρκία: «Για ένα κράτος, η ασφάλεια αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την κυριαρχία του. Η κυριαρχία των άλλων κρατών, τα οποία, από την πλευρά τους, επιδιώκουν τα δικά τους συμφέροντα ασφάλειας χρησιμοποιώντας διαφορετικούς βαθμούς ισχύος - συνιστά ένα ενοχλητικό εμπόδιο για την κυριαρχία του ίδιου του κράτους. Πάνω απ’ όλα, επειδή εμποδίζει τη χρήση του υπόλοιπου κόσμου ως πεδίου προώθησης των δικών του συμφερόντων».
Δημοσιεύτηκε στην Σημερινή (06/07/26)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου