Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Ο Θεός δημιούργησε τη Ρωμιοσύνη, κι ο Θεός θα τη σώσει!

Η Ρωμιοσύνη δεν υπήρξε ποτέ ως μια απλή λαϊκή τάξη και ούτε υπήρξε μια ακόμη ανάμνηση της Ιστορίας! Η Ρωμιοσύνη, είναι υπόσχεση μέσα στην Θεία Πρόνοια!

Όταν ένα Γένος θυμάται τον Δημιουργό του, παύει να ζητά σωτήρες. Η Ρωμιοσύνη γεννήθηκε από πίστη, κράτησε με θυσία και θα αναστηθεί με επιστροφή στο ιερό της κέντρο.

"Ο Θεός δημιούργησε τη Ρωμιοσύνη, κι ο Θεός θα τη σώσει". Η φράση αυτή δεν είναι σύνθημα παρηγοριάς ούτε ρομαντική υπερβολή ενός λαού που αρνείται να δει την πραγματικότητα. To αντίθετο μάλιστα. Είναι ιστορική διαπίστωση, θεολογική εμπειρία και πολιτισμική μνήμη μαζί.

Η Ρωμιοσύνη δεν γεννήθηκε ως έθνος–κράτος, ούτε ως ιδεολογία, ούτε ως φυλετικό κατασκεύασμα. Γεννήθηκε ως τρόπος υπάρξεως, ως σύνθεση πίστεως, λόγου και ιστορικής συνέχειας. Είναι το όνομα που πήρε η ελληνορθόδοξη οικουμένη όταν ο ελληνικός λόγος συνάντησε το χριστιανικό ήθος και η ρωμαϊκή πολιτειακή εμπειρία έγινε φορέας μιας νέας πνευματικής ταυτότητας.

Η Ρωμιοσύνη δεν ορίστηκε ποτέ μόνο από σύνορα. Ορίστηκε μέσα από τη Θεία Λειτουργία. Από κοινή μνήμη. Από το «Πιστεύω εις έναν Θεό, Πατέρα Παντοκράτορα, ποιητή ουρανού και γής και πάντων των αοράτων» που ψιθυριζόταν το ίδιο στην Κωνσταντινούπολη, στη Μικρασία, στα νησιά, στα Βαλκάνια, στη Μέση Ανατολή.

Ήταν ένας κόσμος όπου ο άνθρωπος δεν ήταν απλώς πολίτης, αλλά πρόσωπο. Όπου η πολιτική δεν ήταν μόνο διαχείριση ισχύος, αλλά και λογοδοσία ενώπιον Θεού.

Όπου η Ιστορία δεν νοούνταν ως τυφλή σύγκρουση συμφερόντων, αλλά ως πεδίο σωτηρίας.

Τι είναι τελικά η Ρωμιοσύνη και γιατί δε χρειάζεται "σωτήρες"

Η Ρωμιοσύνη, είναι καθαρό δημιούργημα Θεού. Δεν είναι κάτι που μπορεί να συγκριθεί ούτε με την αντίστοιχη εβραϊκή - ιουδαϊκή μάζα, ούτε με το "Μουσλίμ" και το ισμαηλικό φυλετικό μόρφωμα. Η Ρωμιοσύνη χτίστηκε με χάρη Θεού, διότι πάνω σε αυτή ο Χριστός Σωτήρ έκτισε πάνω της την Εκκλησία Του. Είναι ο λαός που φέρει τον Λόγο της Αληθείας μέσα του εξ αρχής και ήξερε επ' ακριβώς το τι σημαντικό πνευματικό θησαυρό κουβαλούσε. Γι' αυτό και ενοχλούσε πολύ κάθε βάρβαρο, είτε αρχαίο είτε σύγχρονο που προσπαθούσε να την εξαφανίσει.

Πολεμήθηκε από αυτοκρατορίες, από ιδεολογίες, από θρησκευτικούς φανατισμούς, από οικονομικά συστήματα που δεν άντεχαν την ύπαρξη ενός πολιτισμού που έθετε όρια στην εξουσία. Γιατί η Ρωμιοσύνη είχε ένα επικίνδυνο χαρακτηριστικό: Δεν λάτρευε το κράτος, ούτε τον πλούτο, ούτε τη δύναμη. Λάτρευε τον Θεό.

Και ένας λαός που έχει τελικό σημείο αναφοράς τον Θεό δεν χειραγωγείται εύκολα.

Πολλοί συνάδελφοι και ..."συνάδελφοι" Ιστορικοί, με ρωτούν πολλάκις "Γιατί χρησιμοποιώ ακόμη τον όρο "Ρωμιοσύνη" (Romanitas Orientalis, Rhomaeitas ή απλώς Romeosyne), εφ' όσον η Πόλη έπεσε σε αλλότρια χέρια, το "Βυζάντιο" καταλήθηκε και η τουρκική επιρροή στους Rhomaeitas ήταν...καταλυτική".

Τους λυπήθηκα, όσες φορές με ρώτησαν. Toυς λυπήθηκα ειλικρινά, γιατί δεν μπορούν και δε θα μπορέσουν ποτέ, αυτοί οι ίδιοι, που φέρουν την τυπική ιδιότητα του Ιστορικού-Βυζαντινολόγου, να καταλάβουν γιατί αυτό το κράτος άντεξε 1100 χρόνια ύπαρξης, πώς μπόρεσε με τόση ευκολία να πετάξει τον φραγκισμό μετά την πρώτη Άλωση και να ξαναγίνει ...ρωμαίϊκη και εν τέλει, πώς τα...κατάφερε και εξαφανίστηκε απ' τον χάρτη.

Η απάντηση που τους έδινα, δεν τους αρκούσε, γιατί πολύ απλά δεν γνώρισαν ποτέ το "Τι είδους Θεό λάτρευαν οι ...Romanitas Orientalis"!

Σμιλεμένοι αυτοί με τον Παπισμό και το μίσος του για την Ορθοδοξία και με μια παράλληλη παραδοχή των αναθεμάτων προς τους "αιρετικούς Γρεκούς", έχαναν και χάνουν ακόμη την ουσία. Διότι πολύ απλά, δεν έβαλαν ποτέ, ούτε και πρόκειται να βάλουν μέσα σε αυτή την πολυδαίδαλη εξίσωση της Ιστορίας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Ελληνικού Έθνους το κύριο και απόλυτο "συστατικό" της, τον ίδιο τον Θεό! Τον Χριστό και τη Μητέρα Του, η οποία ονομαζόταν "Υπέρμαχος Στρατηγός" και μερικοί εξ αυτών ακόμη αναρωτιούνται "τι δουλειά θα μπορούσε να έχει η σεμνή και γλυκύτατη Maria (Mare) με τις...στρατιωτικές και στρατηγικές επιχειρήσεις!..

Η Άλωση λοιπόν της Πόλης (το...ζητούμενο κάθε "σοβαρού" ξένης καταγωγής Βυζαντινολόγου) δεν υπήρξε ποτέ το τέλος της Ρωμιοσύνης. Ήταν το πέρασμά της από τη θεσμική ισχύ στη μαρτυρική ύπαρξη. Εκεί όπου άλλοι λαοί διαλύθηκαν, οι Ρωμιοί κράτησαν γλώσσα, πίστη και συνείδηση. Δεν είχαν κράτος, αλλά είχαν Εκκλησία. Δεν είχαν στρατό, αλλά είχαν μνήμη. Δεν είχαν παλάτια, αλλά είχαν αγίους. Και τελικά, αυτά αποδείχθηκαν ανθεκτικότερα από τα κανόνια.

Η Δύση νόμισε πολλές φορές ότι τελείωσε με τη Ρωμιοσύνη. Τη θεώρησε απομεινάρι, αναχρονισμό, εμπόδιο στον «εκσυγχρονισμό». Προσπάθησε να την επανεκπαιδεύσει, να την αποκόψει από τις ρίζες της, να την κάνει απλώς ένα βαλκανικό έθνος–κράτος χωρίς οικουμενική συνείδηση. Και πράγματι, σε μεγάλο βαθμό το πέτυχε στο επίπεδο των ελίτ. Δημιούργησε μια τάξη ανθρώπων που ντρέπονται για τη ρωμαίικη ταυτότητα, που θεωρούν πρόοδο την αποκοπή από την παράδοση, που βλέπουν την Ορθοδοξία ως «καθυστέρηση».

Όμως οι ταυτότητες που γεννιούνται ιστορικά μπορεί και να διαλυθούν (Αιγύπτιοι, Βαβυλώνιοι, Σουμέριοι, Δάκες, Χάζαροι κλπ). Οι ταυτότητες όμως που γεννιούνται λειτουργικά επιβιώνουν.

Η Ρωμιοσύνη δεν είναι απλή πολιτιστική κληρονομιά. Είναι εκκλησιαστικό βίωμα. Κι όσο τελείται η Θεία Λειτουργία στα ελληνικά, όσο το «Κύριε ελέησον» ενώνει γενιές, όσο οι μανάδες κάνουν το σταυρό τους για τα παιδιά τους, η Ρωμιοσύνη αναπνέει.

Σήμερα ζούμε μια εποχή όπου όλα δείχνουν ρευστά. Η παγκοσμιοποίηση προσπάθησε να δημιουργήσει έναν άνθρωπο χωρίς ρίζες, χωρίς πατρίδα, χωρίς μεταφυσική αγωνία. Έναν καταναλωτή ταυτοτήτων, έναν διαχειρίσιμο πληθυσμό.

Όμως το εγχείρημα αυτό άρχισε να καταρρέει. Οι κοινωνίες κουράστηκαν από την αποϊεροποίηση των πάντων. Οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται ότι η τεχνολογική άνεση δεν γεμίζει το υπαρξιακό κενό. Ότι η αφθονία επιλογών δεν γεννά νόημα.

Εδώ ακριβώς αναδύεται ξανά η σημασία της Ρωμιοσύνης. Όχι ως εθνικιστική ρητορεία, αλλά ως πρόταση ζωής. Ως υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι μονάδα παραγωγής ούτε ψηφιακό προφίλ. Είναι εικόνα Θεού. Και μια κοινωνία που ξεχνά αυτή την αλήθεια, αργά ή γρήγορα αυτοκαταστρέφεται.

Η Ρωμιοσύνη έζησε σκλαβιά τετρακοσίων ετών και δεν εξαφανίστηκε. Έζησε διχασμούς, εμφυλίους, ξεριζωμούς, γενοκτονίες. Κι όμως επιβίωσε. Όχι γιατί ήταν ισχυρή στρατιωτικά, αλλά γιατί είχε εσωτερικό άξονα. Όταν ένας λαός πιστεύει ότι η ιστορία του έχει νόημα μέσα στο σχέδιο του Θεού, δεν παραδίδεται εύκολα στην απελπισία.

Το δράμα της σύγχρονης Ελλάδας δεν είναι μόνο οικονομικό ή γεωπολιτικό. Είναι πνευματικό. Είναι κρίση ταυτότητας.

Προσπαθήσαμε - με την ευγενική πίεση των ψευτορωμιών πολιτικών ασφαλώς - να γίνουμε κάτι άλλο από αυτό που είμαστε. Να μιμηθούμε μοντέλα που δεν γεννήθηκαν από τη δική μας εμπειρία. Να αντικαταστήσουμε την κοινότητα με τον ατομισμό, την παράδοση με τη μόδα, τη σοφία των αιώνων με τη γνώμη της στιγμής με αποτέλεσμα μια κοινωνία κουρασμένη, φοβισμένη, συχνά κυνική, απάνθρωπη και με χούγια καθαρά φράγκικα...

Γιατί το Γένος, από τον 11ο και 12ο αιώνα, αναζητούσε… σωτήρες.

Μετά το Σχίσμα του 1054, το ρωμαίϊκο σώμα μπήκε σε μια μακρά περίοδο εσωτερικής αμφιθυμίας. Από τη μία, η θεολογική και εκκλησιαστική συνείδηση του λαού, των μοναχών και μεγάλου μέρους της ιεραρχίας αντιλαμβανόταν ότι η ενότητα με τη Δύση δεν μπορούσε να είναι προϊόν πιέσεως ή διπλωματικού παζαριού.

Από την άλλη, η πολιτική ηγεσία της Αυτοκρατορίας έβλεπε τη στρατιωτική πίεση Ανατολής και Δύσεως να σφίγγει τον κλοιό και άρχισε να αντιμετωπίζει την Ένωση ως γεωπολιτικό εργαλείο επιβίωσης.

Έτσι γεννήθηκε η διαμάχη Ενωτικών και Ανθενωτικών, όχι ως θεολογική πολυτέλεια, αλλά ως υπαρξιακό ρήγμα. Οι μεν έλεγαν «χωρίς βοήθεια από τη Δύση χανόμαστε», οι δε απαντούσαν «χωρίς αλήθεια χανόμαστε ούτως ή άλλως».

Μέσα σε αυτό το δίλημμα ρίζωσε σιγά σιγά μια ψυχολογία εξάρτησης. Αντί η Ρωμιοσύνη να βλέπει τον εαυτό της ως φορέα αποστολής, άρχισε να κοιτά προς τα έξω για στήριγμα. Η αναζήτηση σωτήρων δεν ξεκίνησε ως δειλία, αλλά ως αγωνία. Όμως η αγωνία, όταν γίνεται μόνιμη στάση, καλλιεργεί την αυταπάτη ότι η λύση θα έρθει πάντοτε απ’ αλλού.

Η Άλωση ήταν έργο… παπικό αλλά με καθαρή θέληση Θεού.

Η διατύπωση αυτή δεν σημαίνει ότι οι Παπικοί κρατούσαν τα κανόνια του Μωάμεθ, αλλά ότι η γεωπολιτική και εκκλησιαστική τους στάση συνέβαλε αποφασιστικά στη μοναξιά της Πόλης. Η πολυδιαφημισμένη δυτική βοήθεια περιορίστηκε σε ελάχιστες δυνάμεις, με πιο γνωστή τη συμμετοχή του Τζιοβάνι Ιουστινιάνη Λογκού με μικρό σώμα πολεμιστών. Καμιά μεγάλη σταυροφορία, καμιά συντονισμένη εκστρατεία δεν ήρθε να σώσει την «ενωμένη» υποτίθεται Κωνσταντινούπολη.

Η Ένωση της Φλωρεντίας αποδείχθηκε περισσότερο μοχλός πίεσης παρά γέφυρα σωτηρίας. Και μετά την Άλωση, η Δύση δεν κήρυξε ιερό πόλεμο για την απελευθέρωση της Βασιλεύουσας. Αντιθέτως, οι εμπορικές και διπλωματικές σχέσεις με τον Σουλτάνο προσαρμόστηκαν γρήγορα στη νέα πραγματικότητα. Η Ρωμιοσύνη βίωσε τότε ένα σκληρό μάθημα: οι μεγάλες δυνάμεις σπανίως θυσιάζονται για ιδανικά όταν διακυβεύονται συμφέροντα. Η Πόλη έπεσε στρατιωτικά από τους Οθωμανούς, αλλά πολιτικά είχε ήδη εγκαταλειφθεί. Και όλα αυτά, διότι ..."ήτανε θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει". Επειδή η Ρωμιοσύνη, ζήτησε "σωτηρία" όχι από επέμβαση Θεού, αλλά από επέμβαση καταραμένων αιρετικών που Τον εξύβριζαν αντί να Τον δοξάζουν. Δεν ήταν περίεργο, ούτε παράδοξο ότι το μήνυμα αυτό το έλαβε μόνο ο Πατριάρχης Γεννάδιος (Σχολάριος) και όχι οι λοιποί άρχοντες που έκλαιγαν μόνο για τα αγαθά που έχασαν.

Το σύνδρομο του… ξένου σωτήρα.

Από τότε και έπειτα, το Γένος κουβάλησε ένα ιδιότυπο ψυχολογικό βάρος. Πότε περιμέναμε τους «ξανθούς», πότε τους Φράγκους, πότε τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής να επέμβουν. Η ελπίδα σε εξωτερική σωτηρία έγινε σχεδόν ιστορικό μοτίβο. Δεν έλειψαν βέβαια οι ηρωικές εξαιρέσεις και οι αυθεντικές επαναστάσεις, όμως στο βάθος της συλλογικής συνείδησης έμενε συχνά η προσμονή κάποιου ισχυρού προστάτη. Οι επαναλαμβανόμενες αποτυχίες εξεγέρσεων και κινημάτων στα χρόνια της Τουρκοκρατίας δεν άφησαν μόνο πληγές, αλλά διαμόρφωσαν και νοοτροπίες.

Κάθε αποτυχημένη απόπειρα απελευθέρωσης, κάθε τοπικό κίνημα που πνιγόταν στο αίμα χωρίς εξωτερική στήριξη, έσπειρε στον συλλογικό νου την πεποίθηση ότι μόνοι «δεν γίνεται». Έτσι, σιγά σιγά θεμελιώθηκε μια ισχυρή τάση εξάρτησης από την υπόσχεση ξένης βοήθειας. Δεν ήταν απλή δειλία, αλλά ιστορικό τραύμα που μετατράπηκε σε πολιτικό κριτήριο. Οι άρχοντες και οι ιερωμένοι, έχοντας δει τις συνέπειες άκαιρων κινημάτων, άρχισαν να απαιτούν ρητές διαβεβαιώσεις από μεγάλες δυνάμεις πριν ευλογήσουν νέο ξεσηκωμό.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση πριν την Επανάσταση του 1821. Ο Παπαφλέσσας φλογερός και ανυπόμονος, πίεζε για άμεση έναρξη. Όμως πολλοί πρόκριτοι και ιεράρχες, με πιο εμβληματική μορφή τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στο σχετικό ιστορικό αφήγημα, ζητούσαν αποδείξεις ότι η Ρωσία θα σταθεί έμπρακτα στο πλευρό των Ελλήνων. Δεν τους αρκούσε η πίστη στο δίκαιο του αγώνα, ούτε είχαν εμπιστοσύνη στον Θεό και Σωτήρα τους αλλά ζητούσαν γεωπολιτική εγγύηση. Αυτό δείχνει πόσο βαθιά είχε ριζώσει η ανάγκη «προστάτη». Η ελευθερία, αντί να νοείται ως ρίσκο πίστεως και αποφάσεως, άρχισε να συνδέεται με τη διπλωματική κάλυψη μιας αυτοκρατορίας.

Κι εδώ βρίσκεται μια λεπτή αλλά κρίσιμη διάκριση. Άλλο η συμμαχία και άλλο η εναπόθεση της μοίρας σου σε τρίτους. Η ρωμαίϊκη παράδοση, όταν ήταν ακόμη υγιής, έβλεπε πρώτα προς τον Θεό και μετά προς τους ανθρώπους. Όταν όμως αντιστράφηκε αυτή η σειρά, γεννήθηκαν απογοητεύσεις, διαψεύσεις και νέοι κύκλοι εξάρτησης. Η Ιστορία δείχνει ότι όσες φορές το Γένος στάθηκε στα πόδια του με πίστη και αυτοσυνειδησία, βρήκε δρόμο.

Όσες φορές όμως περίμενε «σωτήρες», βρήκε κηδεμόνες.

Το σύνδρομο του… πολιτικού σωτήρα.

Στη νεότερη εποχή το ίδιο μοτίβο πήρε κοσμική μορφή. Αντί για ξένους αυτοκράτορες, αναζητήσαμε χαρισματικούς πολιτικούς. Αντί για πνευματική αναγέννηση, περιμέναμε διοικητικές λύσεις. Η δολοφονία του Καποδίστρια στάθηκε τομή. Μετά από αυτήν, η πορεία του νεοελληνικού κράτους σημαδεύτηκε από εξαρτήσεις, ξένες επιρροές και ένα πολιτικό σύστημα που συχνά λειτουργούσε περισσότερο ως μηχανισμός ισορροπίας συμφερόντων παρά ως φορέας εθνικού οράματος. Αυτό που ονομάζουμε «Ψευτορωμαίικο» δεν είναι απλώς ύβρις, αλλά κάτι χειτότερο. Είναι περιγραφή μιας κατάστασης όπου το περίβλημα είναι μεν ελληνικό αλλά ξενοκίνητο και η νοοτροπία αποκομμένη από τη ρωμαίϊκη παράδοση ευθύνης και θυσίας.

Κάθε φορά που επενδύαμε σε πρόσωπα αντί για αρχές, σε σωτήρες αντί για συλλογική ωρίμανση, επαναλαμβάναμε το ίδιο λάθος με νέο όνομα. Η αληθινή ρωμαίικη συνείδηση όχι μόνο δεν αρνείται την πολιτική, το αντίθετο μάλιστα. Αρνείται όμως τη θεοποίησή της. Θυμίζει ότι καμιά εξουσία δεν σώζει έναν λαό που έχει χάσει τον εσωτερικό του άξονα.

Αυτό συμβαίνει και σήμερα. Οι σύγχρονοι και εξευρωπαϊσμένοι "Ρωμιοί" του στύλ του γνωστού δημοσιογράφου - κατά τα άλλα σεβαστού - Μανώλη Κωττάκη, ψάχνουν απεγνωσμένα στο ήδη καταρρέον πολιτικό σύστημα του Ψευτορωμαίϊκου να βρούν αυτόν που θα ...σώσει την Ελλάδα και μαζί με αυτούς και οι...διανοητές της σύγχρονης Ακαδημίας με κεντρικό ηγετικό σχήμα από τους Μάζη, Μελετόπουλο, Γρίβα κλπ που πίεζαν παλιές "αμαρτωλές" πολιτικές καρικατούρες τύπου Σαμαρά ή Καραμανλή να...πάρουν πρωτοβουλίες κλπ κλπ. Η απόλυτη κατάντια δηλαδή...

Όταν ο Θεός γίνει πάλι το κέντρο.

Στο τέλος όλων των ιστορικών κύκλων, όλων των διαψεύσεων, όλων των «προστατών» που αποδείχθηκαν περαστικοί, η Ρωμιοσύνη στέκεται μπροστά στην ίδια αλήθεια που τη γέννησε. Δεν είναι μ' άλλα λόγια διπλωματικό δημιούργημα, ούτε είναι προϊόν ισορροπιών ισχύος, πολλώ δε μάλλον δεν είναι αποτέλεσμα συμμαχιών. Είναι καρπός Θείας Πρόνοιας. Και ό,τι γεννιέται από την Θεία Πρόνοια, δεν διασώζεται με τεχνάσματα, αλλά με επιστροφή στην πηγή του.

Η μεγάλη παρεξήγηση των καιρών μας είναι ότι αναζητούμε λύσεις με τα ίδια εργαλεία που μας οδήγησαν στο αδιέξοδο. Ψάχνουμε ηγέτες, συμμαχίες, γεωπολιτικά ανοίγματα, «ευκαιρίες της ιστορίας».

Όμως η ρωμαίϊκη εμπειρία διδάσκει ότι οι μεγάλες καμπές δεν ήρθαν όταν βρέθηκε ο κατάλληλος ισχυρός σύμμαχος, αλλά όταν βρέθηκε ο ταπεινωμένος άνθρωπος που σήκωσε τα μάτια στον Θεό.

Αν η Ρωμιοσύνη θέλει πράγματι ανάσταση, δεν θα τη βρει σε στρατηγικά δόγματα αλλά σε πνευματική αναστροφή.

Όχι σε συνθήματα, αλλά σε μετάνοια.

Όχι σε θορυβώδη λόγια, αλλά σε γόνατα που λυγίζουν με ειλικρίνεια.

Η παράδοση του Γένους δεν μιλά για μαγικές λύσεις. Μιλά για δέηση, ικεσία, δάκρυ που γίνεται προσευχή. Όταν ένας λαός θυμηθεί ότι δεν είναι αυτεξούσιος της Ιστορίας αλλά συνοδοιπόρος του Θεού μέσα στην Ιστορία, τότε αλλάζει ο ρυθμός των γεγονότων.

Οι άγιοι και οι πνευματικοί άνθρωποι της παράδοσής μας μίλησαν για δοκιμασίες αλλά και για αποκατάσταση. Δεν το έκαναν ως πολιτικοί αναλυτές, αλλά ως άνθρωποι προσευχής.

Είδαν δυνατότητες εκεί όπου οι άλλοι έβλεπαν αδιέξοδα, γιατί έβλεπαν την Ιστορία όχι ως κλειστό σύστημα, αλλά ως πεδίο Θείας Οικονομίας.

Όμως η ίδια αυτή παράδοση θέτει έναν όρο: Χωρίς επιστροφή, χωρίς ταπείνωση, χωρίς ζωντανή πίστη, η πορεία επιβραδύνεται. Όχι ως τιμωρία εκδικητική, αλλά ως παιδαγωγία. Ο Θεός δεν βιάζει τη σωτηρία, διότι τη συνεργεί με την ελευθερία του ανθρώπου.

Η ιδέα ότι «κάποιος θα μας σώσει» είναι ίσως η τελευταία πλάνη που πρέπει να πέσει. Για τη Ρωμιοσύνη, ο σωτήρας δεν είναι πολιτικό πρόσωπο, ούτε ξένη δύναμη, ούτε ιστορική συγκυρία. Είναι ο Δημιουργός της. Αυτός που την κράτησε ζωντανή χωρίς κράτος, χωρίς στρατό, χωρίς πλούτο. Αυτός που τη διέσωσε μέσα από σκλαβιές, ξεριζωμούς και καταστροφές.

Η επικείμενη - και το τονίζω αυτό - Ανάκτηση της Πόλης, δεν μπορεί να θεωρηθεί προϊόν εθνικής έπαρσης. Σε καμμία των περιπτώσεων. Όταν αυτό συμβεί, θα είναι καρπός Θείας Παραχωρήσεως. Και η «Ανάσταση της Ρωμιοσύνης» δεν θα είναι απλώς και μόνο αλλαγή συνόρων, αλλά αλλαγή καρδιάς και συνείδησης.

Ένας λαός που ξαναβρίσκει το ιερό κέντρο του, ξαναβρίσκει και τον προορισμό του.

Αν λοιπόν υπάρχει δρόμος μπροστά, αυτός δεν αρχίζει από τα γραφεία ισχύος αλλά από τα εικονοστάσια, από τη σιωπηλή προσευχή, από την προσωπική ευθύνη του καθενός. Από την απόφαση να ζήσουμε όχι ως μιμητές ξένων προτύπων, αλλά ως φορείς μιας παράδοσης που βλέπει τον άνθρωπο ως πρόσωπο και την ιστορία ως χώρο σωτηρίας.

Τότε η φράση «Ο Θεός δημιούργησε τη Ρωμιοσύνη κι ο Θεός θα τη σώσει» παύει να είναι σύνθημα και γίνεται βεβαιότητα. Όχι βεβαιότητα χρονοδιαγράμματος, αλλά βεβαιότητα νοήματος. Γιατί ό,τι σώζει ο Θεός, το σώζει στον χρόνο Του, με τον τρόπο Του, αλλά πάντοτε αληθινά. Και μια τέτοια σωτηρία δεν είναι ποτέ απλή επιβίωση.

Είναι η αληθινή Ανάσταση.

Πύρινος Λόγιος

pirinoslogios.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου