Ο άνθρωπος που επιχείρησε να αναστήσει ένα ΕΘΝΟΣ και πέθανε με την Ελλάδα στα χείλη του! Aυτά που ΔΕΝ ειπώθηκαν στην ταινία του Σμαραγδή γιατί ο σκηνοθέτης εκβιάστηκε!
Το Α' Μέρος ΕΔΩ
Ο Καποδίστριας δεν κυβέρνησε αρκετά για να αποτύχει. Κυβέρνησε αρκετά για να φοβίσει. Στο πρόσωπό του συμπυκνώθηκε η τελευταία σοβαρή απόπειρα συγκρότησης ελληνικού κράτους με αυτονομία, ήθος και ιστορική συνέχεια. Η δολοφονία του στο Ναύπλιο δεν έκλεισε απλώς έναν πολιτικό κύκλο. Άνοιξε μια μακρά εποχή εξάρτησης, διαπλοκής και παραχάραξης της ίδιας της ελληνικής ταυτότητας...
11. Η Διαμάχη με τους Φαναριώτες — Τα Εμπόδια, οι Τρικλοποδιές και η Διεθνής Απομόνωση.
Η σύγκρουση του Καποδίστρια με τους Φαναριώτες δεν υπήρξε μία συνηθισμένη πολιτική αντιπαράθεση, ούτε μία απλή διαμάχη εξουσίας ανάμεσα σε πρόσωπα. Υπήρξε σύγκρουση δύο κόσμων, δύο αντιλήψεων για το τι σημαίνει εξουσία, κράτος και πολιτική ευθύνη.
Στην ιστορία των εθνών, υπάρχουν στιγμές όπου το πρόβλημα δεν είναι ποιος κυβερνά, αλλά αν το ίδιο το σύστημα εξουσίας μπορεί να επιβιώσει όταν απειλείται η δομική του λογική. Τέτοια στιγμή υπήρξε η άφιξη του Καποδίστρια στην Ελλάδα. Από τη μία πλευρά στεκόταν ένας άνθρωπος που πίστευε βαθιά στην έννοια του κράτους ως θεσμικού οργανισμού, υπεράνω προσώπων και φατριών. Από την άλλη βρισκόταν μια τάξη ανθρώπων που δεν μπορούσε καν να συλλάβει ότι το κράτος θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς τους ίδιους ως αναντικατάστατους διαχειριστές του.
Για να κατανοηθεί το βάθος αυτής της σύγκρουσης, οφείλει κανείς να ανατρέξει στη φύση των ίδιων των Φαναριωτών. Δεν επρόκειτο απλώς για εύπορες οικογένειες ή για μορφωμένους Έλληνες της Κων/πολης, αλλά για μια εδραιωμένη διοικητική κάστα που είχε μάθει να κυβερνά εξ ονόματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Ήταν άνθρωποι εκπαιδευμένοι στο παρασκήνιο, στη διπλωματία των διαδρόμων, στη διαχείριση ισορροπιών και προστασιών, προστάτες σουλτάνων ουσιαστικά, όχι στη λογοδοσία προς έναν λαό. Η ισχύς τους δεν αντλούνταν από κοινωνική νομιμοποίηση, αλλά από την εύνοια της Πύλης και την ικανότητά τους να λειτουργούν ως μεσάζοντες εξουσίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το νέο ελληνικό κράτος δεν αντιμετωπιζόταν ως συλλογικό εγχείρημα, αλλά ως νέο πεδίο άσκησης των παλαιών τους προνομίων.
Όταν λοιπόν εμφανίστηκε ο Καποδίστριας, ένας Έλληνας που δεν χρωστούσε την πολιτική του ισχύ σε καμία ξένη αυλή, ένας άνθρωπος με διεθνές κύρος, προσωπική ακεραιότητα και σαφή αντίληψη περί δημόσιου συμφέροντος, οι Φαναριώτες δεν είδαν σε αυτόν έναν φυσικό ηγέτη ή έναν εν δυνάμει σύμμαχο. Είδαν έναν υπαρξιακό κίνδυνο. Ο Καποδίστριας δεν μπορούσε να ελεγχθεί, δεν μπορούσε να ενταχθεί σε δίκτυα εξαρτήσεων και, το κυριότερο, δεν διανοούνταν να κυβερνήσει μέσω φατριών. Η παρουσία του ανέτρεπε τον τρόπο με τον οποίο οι ίδιοι κατανοούσαν την πολιτική εξουσία, και αυτή η ανατροπή ήταν αδιανόητη για μια τάξη που είχε μάθει να επιβιώνει ακριβώς μέσα από τη στρέβλωση της έννοιας του κράτους.
Κεντρικό πρόσωπο αυτής της σύγκρουσης υπήρξε ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος, ο οποίος λειτούργησε ως ο βασικός αρχιτέκτονας της οργανωμένης αντιπολίτευσης. Ο Μαυροκορδάτος δεν ήταν τυχαίος παράγοντας της εποχής. Έφερε στο πολιτικό του DNA ολόκληρη τη φαναριώτικη σχολή διοίκησης. Γνώριζε άριστα τη γλώσσα των διπλωματικών σαλονιών, κατανοούσε τη σημασία των ξένων προστασιών και διέθετε την ικανότητα να οργανώνει φατρίες μεθοδικά και αθόρυβα. Ήξερε πώς να κερδίζει την εμπιστοσύνη των Άγγλων και πώς να μετατρέπει αυτή την εξωτερική εύνοια σε εσωτερική πολιτική ισχύ.
Για τον Μαυροκορδάτο, η διακυβέρνηση Καποδίστρια δεν ήταν απλώς μια εναλλακτική πολιτική πρόταση. Ήταν απειλή.
Όχι επειδή ο Κυβερνήτης έκανε επιμέρους λάθη, αλλά επειδή έκανε κάτι ασυγχώρητο για το φαναριώτικο σύστημα: Αφαίρεσε την εξουσία από τις φατρίες και την επανέφερε στο κράτος.
Ο Μαυροκορδάτος αντιλήφθηκε από την πρώτη στιγμή ότι, αν ο Καποδίστριας προλάβαινε να θεμελιώσει θεσμούς, οι παλιές οικογένειες θα έχαναν οριστικά τον ρόλο τους ως αναντικατάστατοι μεσάζοντες εξουσίας. Έτσι, η αντιπολίτευση δεν οργανώθηκε ως πολιτικός διάλογος ή θεσμική αντιπαράθεση, αλλά ως πολιορκία διαρκείας, υπόγεια και αδιάκοπη, με όπλο όχι τα επιχειρήματα αλλά τη συστηματική υπονόμευση.
Καθοριστικό ρόλο στη μετατροπή της πολιτικής σύγκρουσης σε υπαρξιακή έπαιξε το ζήτημα των δανείων της Επανάστασης. Τα δύο μεγάλα δάνεια των ετών 1824 και 1825, τα οποία συνήφθησαν με πρωτοβουλία κύκλων της Ύδρας και του Μαυροκορδάτου, ελήφθησαν χωρίς έγκριση εθνικού οργάνου, χωρίς κρατική εγγύηση και χωρίς στοιχειώδη λογιστική διαφάνεια. Μεγάλο μέρος των χρημάτων χάθηκε σε μίζες, μεσιτείες, κομματικούς μηχανισμούς, ανεξέλεγκτες πολεμικές δαπάνες και ιδιωτικά ταμεία. Όταν ο Καποδίστριας ανέλαβε τη διακυβέρνηση, το ελληνικό κράτος βρισκόταν σε κατάσταση οικονομικής εξάντλησης, ανίκανο ακόμη και να εξασφαλίσει τη στοιχειώδη σίτιση των στρατιωτών του.
Παρά ταύτα, οι ίδιοι άνθρωποι που είχαν συμβάλει καθοριστικά σε αυτό το οικονομικό χάος απαίτησαν από τον Κυβερνήτη θέσεις, αξιώματα και πολιτική αναγνώριση, ακόμη και ευγνωμοσύνη. Η άρνηση του Καποδίστρια να νομιμοποιήσει αυτή την πρακτική αποτέλεσε σημείο καμπής. Από εκείνη τη στιγμή, η διαμάχη έπαψε να είναι απλώς πολιτική και μετατράπηκε σε σύγκρουση ζωής ή θανάτου για το παλαιό σύστημα εξουσίας.
Στον πόλεμο αυτό, ο Τύπος χρησιμοποιήθηκε ως όπλο μεθοδικό και δηλητηριώδες. Για να πληγεί ένας ακέραιος άνθρωπος, δεν αρκεί η αντίρρηση· απαιτείται η σπίλωση. Και για να υπάρξει σπίλωση, απαιτείται μια πένα πρόθυμη να υπηρετήσει σκοπιμότητες. Σε αυτό το σημείο εμφανίζεται ο Αναστάσιος Πολυζωίδης, νομικός, μορφωμένος και ικανότατος, αλλά βαθιά κυνικός πολιτικά και φούλ φιλελεύθερος και φανατικός οπαδός του Διαφωτισμού. Ως στενός συνεργάτης του Μαυροκορδάτου, μετέτρεψε την εφημερίδα του, τον «Απόλλωνα», σε εργαλείο συστηματικής προπαγάνδας.
Οι κατηγορίες του εναντίον του Καποδίστρια περί αυταρχισμού, μυστικής πολιτικής και οικονομικής αδιαφάνειας δεν στόχευαν στην αποκάλυψη αληθειών, αλλά στη διαμόρφωση μιας και μόνον εντύπωσης. Ότι ο Καποδίστριας δεν ήταν ο σωτήρας της Ελλάδας, αλλά ένας νέος δεσπότης.
Η πιο σκοτεινή στιγμή αυτής της εκστρατείας υπήρξε η υπαινικτική αναφορά σε ένα ανύπαρκτο «μυστικό» περί "συνωμοσίας" που είχε ως στόχο τη ζωή του Κυβερνήτη, το οποίο υποτίθεται ότι μπορούσε να κλονίσει τη χώρα.
Δεν υπήρξε ποτέ απόδειξη, ούτε καν σαφής κατηγορία. Διότι δεν επρόκειτο για αποκάλυψη, αλλά για μέθοδο ψυχολογικού πολέμου, για ένα δηλητήριο που στάζει αργά, δημιουργώντας καχυποψία και φόβο. Το αφήγημα αυτό συνδέθηκε σκόπιμα με την ψευδή συνωμοσία του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη, η οποία είχε ήδη καταρρεύσει, αλλά οι αντίπαλοι του Καποδίστρια επέμεναν να κρατούν ζωντανή τη δυσοσμία της, διότι προετοίμαζε το έδαφος για τα επόμενα, σκοτεινότερα βήματα.
Παράλληλα με την εσωτερική υπονόμευση, εξελισσόταν με χειρουργική ακρίβεια η διεθνής απομόνωση του Κυβερνήτη. Ενώ οι Φαναριώτες εργάζονταν στο εσωτερικό, η Αγγλία ανέλαβε τον εξωτερικό κλοιό. Πρέσβεις, πρόξενοι και ανεπίσημοι απεσταλμένοι σε περιοχές όπως η Ύδρα και η Μάνη ενίσχυαν τοπικές δυσαρέσκειες, διόγκωναν παράπονα και μετέφεραν στο Λονδίνο την εικόνα ενός δήθεν αυταρχικού και επικίνδυνου ηγέτη.
Η βρετανική διπλωματία πίεζε συστηματικά και τις άλλες Μεγάλες Δυνάμεις (Γαλλία, Ρωσία) να «επαναφέρουν την ισορροπία» στην Ελλάδα. Και αυτή η ισορροπία είχε σαφές περιεχόμενο: Την αποδυνάμωση του Καποδίστρια. Το σχέδιο δεν ήταν βιαστικό ούτε θορυβώδες. Ήταν αργό, συστηματικό και εξαιρετικά αποτελεσματικό, όπως κάθε καλά σχεδιασμένη επιχείρηση εξουδετέρωσης ενός ανθρώπου που τόλμησε να οραματιστεί κράτος εκεί όπου άλλοι έβλεπαν μόνο προνόμια.
12. Η Μεγάλη Απομόνωση – Η χώρα που άλλαζε και οι άνθρωποι που δεν άντεχαν την αλλαγή.
Κατά τα έτη 1829 και 1830, ο Ιωάννης Καποδίστριας βρέθηκε να ζει μία από τις πιο παράδοξες και βαριές στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ήταν η περίοδος κατά την οποία είχε κερδίσει σχεδόν τα πάντα για την πατρίδα του και ταυτόχρονα έχανε σχεδόν τα πάντα για τον εαυτό του. Είχε εξασφαλίσει σύνορα, είχε αποκαταστήσει στοιχειώδη επισιτισμό σε έναν λαό εξαντλημένο από τον πόλεμο, είχε αρχίσει να επιβάλλει έννομη τάξη εκεί όπου βασίλευε η αυθαιρεσία, και όμως, στο αποκορύφωμα αυτής της εθνικής επιτυχίας, βυθιζόταν στο βαθύτερο ψυχικό σκοτάδι της πολιτικής του διαδρομής. Η Ιστορία σπάνια χαρίζεται σε όσους αλλάζουν πραγματικά την πορεία της.
Η Ευρώπη τον αντιμετώπιζε πλέον εχθρικά, οι εγχώριες φατρίες τον διαπόμπευαν, οι Ρουμελιώτες τον απειλούσαν, οι νησιώτες τον κατηγορούσαν, και οι Φαναριώτες ύφαιναν γύρω του έναν αόρατο αλλά εξαιρετικά ανθεκτικό ιστό, με την υπομονή και τη μεθοδικότητα της αράχνης που γνωρίζει ότι το θήραμά της δεν χρειάζεται βιασύνη για να εξαντληθεί. Μέσα σε αυτή τη γενικευμένη επίθεση, ο Καποδίστριας δεν απάντησε ποτέ με βία, ούτε με οργή, ούτε με διάθεση εκδίκησης. Η στάση του υπήρξε σχεδόν αντιφατική προς τη σκληρότητα των καιρών. Απάντησε με υπομονή, με ψυχραιμία και με εκείνη τη βαθιά αίσθηση καθήκοντος που χαρακτηρίζει ανθρώπους οι οποίοι αντιλαμβάνονται την εξουσία ως χρέος και όχι ως δικαίωμα.
Μετά τη Συνθήκη της Αδριανούπολης, οι Μεγάλες Δυνάμεις πλήν Ρωσίας, είχαν πλέον συνειδητοποιήσει ότι ο Καποδίστριας δεν ήταν απλός διαχειριστής ή μεταβατικός τοποτηρητής.
Ήταν ηγέτης με σχέδιο και βούληση.
Και ακριβώς γι’ αυτό κρίθηκε επικίνδυνος.
Η Αγγλία, περισσότερο από κάθε άλλη δύναμη, άρχισε να αντιμετωπίζει την ελληνική του πολιτική ως απειλή για τη δική της στρατηγική ισορροπία στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η αντίληψη στο Λονδίνο ήταν σαφής. Η Ελλάδα όφειλε να παραμείνει μικρή, ελεγχόμενη και απολύτως πειθαρχημένη, όχι μια χώρα με περιθώρια αυτονόμησης, όχι μια δύναμη που θα μπορούσε να συνδεθεί στρατηγικά με τη Ρωσία, ούτε βεβαίως μια ναυτική παρουσία ικανή να αμφισβητήσει τον αγγλικό έλεγχο στο Αιγαίο.
Ειδικά, όταν μαθεύτηκε από τους κύκλους των πρεσβειών πως ο Καποδίστριας σε συνεργασία με τους Κολοκοτρωναίους και τους Μανιάτες ετοίμαζαν την πολιτική διαδοχή από Κυβερνείο σε Μοναρχία, με τη στέψη ενός από τους απογόνους του τελευταίου αυτοκράτορα της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Ρωμανία), του Κων/νου ΙΑ' Παλαιολόγου ως ο νέος βασιλεύς των Ρωμαίων, ο πρέσβης της Αγγλίας στην Ελλάδα, Λόρδος Λίττλετον (Lord Edward John Littleton) πετάχτηκε από τη θέση του και βροντοφώναξε "Όχι! Αυτό δεν πρόκειται να το δεχτούμε! Δεν θα μας κάνει κουμάντο ένας Ρώσος που θέλει μια μικρή Ρωσία στις δικές μας θάλασσες"!
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο διαμορφώθηκε μια ξεκάθαρη γραμμή σκέψης, σύμφωνα με την οποία ο Καποδίστριας δεν εξυπηρετούσε την ευρωπαϊκή «ισορροπία», αλλά την ανέτρεπε. Εφ' όσον δεν διέθετε στρατό για να επιβληθεί, ο πιο αποτελεσματικός τρόπος εξουδετέρωσής του ήταν η διεθνής απομόνωση. Οι επιστολές του άρχισαν να μένουν αναπάντητες, αιτήματα πάγωναν σιωπηλά, υποσχέσεις χρηματοδότησης αποσύρονταν χωρίς εξηγήσεις, ενώ παράλληλα ενισχυόταν συστηματικά κάθε εσωτερική φωνή που αντιπολιτευόταν την κυβέρνησή του. Η απομόνωση δεν ανακοινώθηκε ποτέ επίσημα, αλλά εφαρμόστηκε με συνέπεια και πειθαρχία.
Την ίδια στιγμή, στο εσωτερικό της χώρας, το εύθραυστο οικοδόμημα του κράτους άρχιζε να ραγίζει. Αν έξω οι Δυνάμεις τον περικύκλωναν διπλωματικά, μέσα στην Ελλάδα οι αντίπαλοί του λειτουργούσαν ως πολιορκητικός κριός.
Η Ύδρα πολεμούσε με το χρήμα και την πένα, οι Μανιάτες με τα όπλα και την επίκληση της παράδοσης, η Ρούμελη με τη συστηματική ανυπακοή, ενώ οι Φαναριώτες χρησιμοποιούσαν το πιο ύπουλο όπλο όλων. Tον ψίθυρο.
Και συχνά ο ψίθυρος αποδεικνύεται πιο φονικός από το γιαταγάνι, γιατί δεν αφήνει ίχνη και δεν αναλαμβάνει ευθύνη.
Μέσα σε αυτή τη δίνη, ο Καποδίστριας διέκρινε τον θεμελιώδη κίνδυνο με απόλυτη διαύγεια. Η Ελλάδα δεν ήταν ακόμη ενωμένο και στιβαρό έθνος, αλλά ένα μωσαϊκό από τόπους, οικογένειες και αντικρουόμενα συμφέροντα, κατάλοιπα της ύστερης βυζαντινής περιόδου. Για να μετατραπεί σε κράτος, έπρεπε όλες αυτές οι επιμέρους δυνάμεις να υποταχθούν στο κοινό καλό. Όμως οι παλιές δομές εξουσίας αντιστέκονταν λυσσαλέα, διότι αντιλαμβάνονταν ότι η επιβίωσή τους προϋπέθετε την αποτυχία του κρατικού εγχειρήματος.
Μέσα στον γενικευμένο αυτόν ορυμαγδό, υπήρχε ωστόσο μία δύναμη που δεν εγκατέλειψε τον Κυβερνήτη. Ο απλός λαός.
Ο φτωχός, καθημερινός Έλληνας, που είχε μάθει να ζει πάνω στις στάχτες της Επανάστασης, που είχε βιώσει την αδικία, τις αυθαιρεσίες των προκρίτων και την εκμετάλλευση από όσους έτρωγαν από το υστέρημά του.
Ο λαός πίστεψε στον Καποδίστρια όχι από ιδεολογία, αλλά από εμπειρία. Διαισθανόταν κάτι απλό και θεμελιώδες, ότι αυτός ο άνθρωπος δεν τον έκλεβε και ότι νοιαζόταν πραγματικά για τη μοίρα του. Γι’ αυτό και στα χωριά τον υποδέχονταν ως πατέρα, άνοιγαν τα σπίτια τους για να τον φιλοξενήσουν και δεν τον είδαν ποτέ ως τύραννο, αλλά ως λυτρωτή.
Ωστόσο, η πίστη του λαού δεν αρκούσε. Ο λαός δεν διέθετε κανόνια, ούτε εφημερίδες, ούτε διπλωματικά δίκτυα. Στον πόλεμο που πλησίαζε, η καρδιά του ήταν ειλικρινής αλλά αδύναμη απέναντι στα μαχαίρια των ισχυρών. Όσο η πολιτική απομόνωση γινόταν πιο ασφυκτική, τόσο ο Καποδίστριας βυθιζόταν σε έναν εσωτερικό αγώνα σιωπηλό και μοναχικό.
Οι επιστολές του εκείνης της περιόδου συγκλονίζουν. Ο άνθρωπος που είχε συνομιλήσει με αυτοκράτορες, έγραφε πλέον με λόγο πατρικό και σχεδόν παρακλητικό, δηλώνοντας ότι δεν είχε ανάγκες για τον εαυτό του, αλλά ότι το Έθνος είχε ανάγκη από όσους μπορούσαν ακόμη να το στηρίξουν.
Αυτός ήταν ο Καποδίστριας μέχρι το τέλος. Ακόμη και απέναντι στους εχθρούς του, διατήρησε μέτρο και αξιοπρέπεια, μια αίσθηση καθήκοντος που θύμιζε πατέρα και όχι επαγγελματία πολιτικό. Κι όμως, την ώρα που θα έπρεπε να συγκεντρώνει στήριξη, οι περισσότεροι από εκείνους που όφειλαν να σταθούν δίπλα του τού γύρισαν την πλάτη.
Στα τέλη του 1830 και τις αρχές του 1831, η απομόνωση είχε πάψει να είναι απλώς πολιτική. Είχε μετατραπεί σε ψυχολογική πολιορκία. Κάθε του βήμα συνοδευόταν από απειλές, κάθε του απόφαση γεννούσε νέους εχθρούς, κάθε μεταρρυθμιστική του προσπάθεια συναντούσε οργανωμένη αντίδραση. Κι ενώ εκείνος συνέχιζε να πιέζει για παιδεία, υποδομές, οικονομική εξυγίανση, κοινωνική δικαιοσύνη, τακτικό στρατό και συγκροτημένη διοίκηση, οι αντίπαλοί του έσκαβαν μεθοδικά το έδαφος κάτω από τα πόδια του. Ο κλοιός έκλεινε, το πάτημα γινόταν όλο και πιο ασταθές, και η πολιτική οξυδέρκεια δεν αρκούσε πια. Θαύματα δεν υπήρχαν, και η ιστορία σπάνια τα προσφέρει κατά παραγγελία.
Ο άνθρωπος που είχε συμβάλει στη σωτηρία εθνών από την πείνα, ένιωθε πλέον ότι δεν μπορούσε να σώσει τον ίδιο του τον εαυτό από το μίσος που φούντωνε γύρω του. Και σαν να προαισθανόταν το τέλος, στρεφόταν όλο και συχνότερα στη σιωπή της προσευχής, εκεί όπου οι μεγάλες ψυχές αναζητούν δύναμη όταν όλα τα ανθρώπινα στηρίγματα έχουν χαθεί...
13. Η Εσχάτη Ώρα του Κυβερνήτη – Το Έγκλημα που Άνοιξε Πληγές - Όσα ο Σμαραγδής δεν παρουσίασε στην ταινία του
Αυτή η ενότητα, είναι και η πιο κρίσιμη ιστορικά. Στηρίζεται απολύτως πάνω σε αδιάσειστα τεκμήρια, σε έρευνες παλιών και σύγχρονων ειδικευμένων Ιστορικών μελετών και ειδικότερα στην πρώτη και πλέον σοβαρή μελέτη του ιστορικού ερευνητή, πρώην Αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας Δημήτρη Κοκκινάκη που φέρει τον τίτλο "Αθώοι του αίματος τούτου", μια μελέτη που κατατέθηκε στην Ακαδημία Αθηνών και υποστηρίχθηκε από τους περισσότερους ιστορικούς-μελετητές, ερευνητές και αναλυτές, ως απολύτως καθαρή, σοβαρή και εμπεριστατωμένη και κυρίως, ουδέποτε διατυπώθηκε καμμιά απολύτως ένσταση από κανέναν απολύτως πάνω στην έρευνα του αυτή. Θα παρουσιαστεί ΣΚΗΝΗ με ΣΚΗΝΗ, όπως παρουσιάζονται οι περισσότερες έρευνες τόσο στα διάφορα ντοκυμαντέρ ερεύνης, όσο και στις διάφορες αναφορές αστυνομικών ερευνητών (ντέντεκτιβ). ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ Πριν ακόμη πέσει το αίμα στα μαρμάρινα σκαλοπάτια του Αγίου Σπυρίδωνος, πριν ο Κυβερνήτης σωριαστεί με το βλέμμα στραμμένο προς τη θύρα του ναού, πριν η Ελλάδα χάσει την τελευταία της ευκαιρία να στερεωθεί ως κράτος και όχι ως πεδίο λεηλασίας, η δολοφονία ήταν ήδη σκηνοθετημένη.
Δεν έμοιαζε με έκρηξη θυμού, ούτε με τυφλό μανιάτικο πάθος όπως θα βόλευε να ειπωθεί αργότερα. Έμοιαζε με σχέδιο που υφάνθηκε όχι σε χαρτί, αλλά πάνω στο ίδιο το σώμα της χώρας, πάνω στις αδυναμίες της, στις έριδες, στις ξένες επιδιώξεις, στις εγχώριες φατρίες που έμαθαν να επιβιώνουν μέσα στο χάος.
Η πρώτη ισχυρή ένδειξη δεν βρίσκεται σε μια λογοτεχνική περιγραφή, αλλά σε κάτι ψυχρό, σχεδόν τεχνικό, κι ακριβώς γι’ αυτό αποκαλυπτικό: Στο σχεδιάγραμμα του ανακριτικού φακέλου του Κοκκινάκη. Ένα διάγραμμα φαινομενικά απλό, που όμως λειτουργεί σαν χάρτης εγκληματικής δράσης. Δεν πρόκειται για αφήγηση, πρόκειται για "αναπαράσταση". Στέκει σαν εκείνα τα ταμπλό που βλέπει κανείς στα μεγάλα αστυνομικά κινηματογραφικά έργα, όπου πρόσωπα και διαδρομές συνδέονται με γραμμές που δεν επιτρέπουν παρερμηνείες. Κι όμως, εδώ δεν έχουμε κινηματογραφική ταινία. Έχουμε το σκληρό προοίμιο μιας εθνικής τραγωδίας.
Στο κέντρο του "σχεδιαγράμματος", όχι ψηλά, όχι χαμηλά, αλλά ακριβώς στο κέντρο, βρίσκεται το σώμα του Κυβερνήτη. Και γύρω του, σαν δορυφόροι σε εγκληματική τροχιά, "διακρίνονται" οι μορφές των «πρωταγωνιστών». Δύο ονόματα που η ιστορία τα κράτησε ως βολικούς ενόχους, δύο σκιώδεις παρουσίες που εμφανίζονται σαν τεχνικά εργαλεία μιας επιχείρησης, κι ένα στοιχείο σχεδόν εφιαλτικό: μία φιγούρα χωρίς όνομα, ένας «ζητιάνος» που υπάρχει στα χαρτιά σαν μυστήριο και εξαφανίζεται από την πραγματικότητα σαν να μην υπήρξε ποτέ.
Ο Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης εμφανίζεται ως ο “νομικός” δολοφόνος, ο άνθρωπος που του αποδίδεται ότι πυροβόλησε πρώτος. Ωστόσο, ακόμη και ο τρόπος που τοποθετείται στο σχέδιο εκπέμπει ένα μήνυμα που μόνο ο προσεκτικός αναγνώστης αντιλαμβάνεται. Φαίνεται σαν πιόνι. Πρώτος στη λίστα, όχι όμως πρώτος στην ουσία. Η θέση του παραπέμπει περισσότερο σε δόλωμα, σε πρόσωπο που θα σηκώσει το βάρος της πράξης στα μάτια της κοινής γνώμης, παρά σε εγκέφαλο ή σε αληθινό συντονιστή. Διακρίνεται αποφασιστικότητα, ίσως παρορμητισμός, αλλά όχι εκείνη η χειρουργική ψυχραιμία που απαιτεί μια πολιτική δολοφονία τέτοιας κλίμακας, με τέτοια ακρίβεια στόχου και με τέτοια βεβαιότητα περί των συνεπειών της.
Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, σημειωτέον πρώην Πρωθυπουργός της Ελλάδας πριν τον Καποδίστρια, τοποθετείται ως ο εκτελεστής, ο άνθρωπος δηλαδή που μαχαίρωσε τον Κυβερνήτη και ο οποίος, με την εκτέλεσή του, σφράγισε το αφήγημα της “λύσης” του εγκλήματος. Είναι εκείνος που έμεινε στο συλλογικό ασυνείδητο ως «ο δολοφόνος», ακριβώς επειδή ήταν ο πιο χρήσιμος κρίκος για να φανεί ότι η υπόθεση έκλεισε. Όμως η ίδια η διάταξη στο διάγραμμα, οι αποστάσεις, η τροχιά της επίθεσης, μαρτυρούν κάτι πιο κρύο: Δεν ήταν αυτός που κρατούσε την αλυσίδα. Ήταν ο κρίκος που θυσιάστηκε, ώστε να σπάσει η αλήθεια. Η "Ιστορία" τον κράτησε ως πρόσωπο, γιατί έτσι αποφεύγει να μιλήσει για μηχανισμούς.
Έπειτα εμφανίζεται ο Γεώργιος Κοζώνης, ο άνθρωπος-σκιά. Δεν του δίνεται τιμητική θέση, δεν φωτίζεται, ούτε καν προβάλλεται. Και ακριβώς αυτή η “σιωπηλή” παρουσία είναι η πιο εκκωφαντική. Όσοι στήνουν εγκλήματα που θέλουν να κρυφτούν, δεν βάζουν τους αληθινούς κρίσιμους συντελεστές στο κέντρο. Τους αφήνουν στο περιθώριο, σαν μια μικρή σημείωση που ο βιαστικός θα προσπεράσει. Ο Κοζώνης, όπως προβάλλει από το υλικό, ήταν παρών την ώρα του εγκλήματος, είχε κινηθεί πριν, και μετά εξαφανίστηκε. Δεν ανήκε στο “θυμικό” της Μάνης, δεν ήταν συγγενής, δεν είχε λόγο τιμής να επικαλεστεί. Ό,τι τον έφερε στη σκηνή δεν ήταν το πάθος, αλλά ο σχεδιασμός. Αυτό είναι το πρώτο σημείο όπου το αφήγημα της “επίσημης ιστορίας” αρχίζει να τρίζει.
Δίπλα του, σαν παράλληλη διαδρομή που βεβαιώνει ότι δεν θα υπάρχει διαφυγή, εμφανίζεται ο Καραγιάννης. Η παρουσία του δεν κραυγάζει, απλά υπαινίσσεται. Κι όμως, σε κάθε πολιτική δολοφονία, ο πιο επικίνδυνος δεν είναι ο θορυβώδης, αλλά εκείνος που δεν φαίνεται. Είναι ο άνθρωπος που δεν έχει αφήγημα να υπερασπιστεί, που δεν κουβαλά κοινωνική ταυτότητα ικανή να τον προδώσει, που φεύγει χωρίς να τον θυμάται κανείς, ακριβώς επειδή δεν προοριζόταν να μείνει. Αν ο Καποδίστριας έπρεπε να πεθάνει “οπωσδήποτε”, τότε ο ρόλος μιας τέτοιας σκιάς γίνεται απολύτως λογικός, ακόμη κι αν δεν είναι άμεσα ορατός στον αδαή.
Και τέλος, ο πιο σκοτεινός ίσκιος όλων: Ο άγνωστος «ζητιάνος». Μία φιγούρα χωρίς πατρίδα, χωρίς όνομα, χωρίς παρελθόν, που εμφανίζεται σε μια συγκεκριμένη στιγμή και εξαφανίζεται για πάντα. Αυτό που σε μια άλλη αφήγηση θα ακουγόταν “μυθιστορηματικό”, εδώ είναι το πιο πραγματικό και το πιο ανατριχιαστικό στοιχείο. Διότι κάθε σοβαρός ανακριτής γνωρίζει ότι, όταν σε πολιτική δολοφονία παρεμβάλλεται ένας άνθρωπος χωρίς ταυτότητα και χωρίς ιστορικό, δεν πρόκειται για αυθόρμητη πράξη. Πρόκειται για εργαλείο. Πρόκειται για εξωτερική ανάθεση, για χέρι που ήρθε να υπηρετήσει σκοπό και όχι να εκφράσει συναίσθημα. Ο «ζητιάνος» δεν μοιάζει με απλό επαίτη. Μοιάζει με ένδειξη ότι η σκηνή είχε και άλλους παίκτες, πέρα από αυτούς που έπρεπε να φανούν.
Το πιο αποκαλυπτικό, ωστόσο, δεν είναι μόνο ποιοι εμφανίζονται στο διάγραμμα, αλλά ποιοι εξαφανίζονται από τη Δικαιοσύνη. Διότι, στο τέλος, οι μόνοι που συνελήφθησαν ήταν οι δύο Μανιάτες. Οι άλλοι, οι σκιώδεις, οι παράλληλοι, οι “άνθρωποι του σχεδίου”, χάθηκαν σαν καπνός. Κι εδώ γεννιέται το πρώτο μεγάλο μήνυμα του φακέλου: όποιος εξαφανίζεται, είναι πιθανότερο να είναι ένοχος· όποιος μένει, είναι πιθανότερο να είναι το αναλώσιμο πρόσωπο που χρειάστηκε για να κλείσει η υπόθεση. Οι Μαυρομιχαλαίοι έμειναν, οι εκτελεστές έφυγαν, και οι εντολείς δεν φάνηκαν ποτέ, όχι επειδή δεν υπήρξαν, αλλά επειδή έτσι ακριβώς έχει σχεδιαστεί κάθε πολιτικό έγκλημα που θέλει να μοιάζει με “τοπική υπόθεση” και “υπόθεση τιμής”.
Ωστόσο, υπάρχουν κι άλλα πρόσωπα, τα οποία έπαιξαν τον δικό τους ρόλο. Όπως ο Ρώσος Ναύαρχος Ρίκορντ (Piotr Ivanovich Ricord, 1776–1855), o Λοχαγός Κασομούλης, ο Κορνήλιος, πρώην υπάλληλος των Μαυρομιχαλαίων και Τοπάρχης της Μάνης, ο Ταγματάρχης Βαλλιάνος, ο Γάλλος Αντιπρέσβης (πιθανότατα ο Ζάν Ρουέν ή Ρουάν) και κάποιοι τριτοτεταρτοκλασσάτοι που δεν έχουν πολλή σημασία.
ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ (Το Γένος των Μαυρομιχαλαίων. Το Ήθος μιας Οικογένειας που δεν ήταν φτιαγμένη για Εγκλήματα πουλημένα)
Προτού ένας ανακριτής αποτολμήσει κρίση περί ενοχής ή αθωότητας, οφείλει να εξετάσει όχι μόνο τα γεγονότα αλλά και τον άνθρωπο. Τον χαρακτήρα, το ήθος, την παιδεία και την παράδοση, εκείνα τα στοιχεία που δεν καταγράφονται σε καταθέσεις, αλλά χαράσσονται στο αίμα και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά. Στη σελίδα έκτη του φακέλου, ο ερευνητής ανοίγει ακριβώς αυτόν τον φάκελο: Το γένος των Μαυρομιχαλαίων. Και από την πρώτη κιόλας ανάγνωση καθίσταται σαφές ότι δεν πρόκειται ούτε για τυχαία οικογένεια ούτε απλώς για μια ισχυρή τοπική δυναστεία, αλλά για το αρχοντολόγι της Μάνης, για μια γενιά σμιλεμένη στη νομοτέλεια της τιμής, της ευθύτητας, της παλικαριάς και της αδιάλλακτης ανεξαρτησίας. Δεν έχουμε εδώ οικογένεια μηχανορράφων, αλλά οικογένεια πολεμιστών.
Η Μάνη δεν υπήρξε ποτέ κοινωνία σκιών ή συνωμοσιών. Υπήρξε κοινωνία φανερών πράξεων, όπου το σπαθί δεν κρύβεται στη μασχάλη, αλλά κρέμεται από τη ζώνη. Εκεί η τιμή δεν διαπραγματεύεται, η εκδίκηση δεν γίνεται επάγγελμα και η προδοσία δεν επιβιώνει, αλλά μετατρέπεται σε στίγμα που διατρέχει γενιές.
Όπως προκύπτει καθαρά από τις σχετικές σελίδες του φακέλου, οι Μαυρομιχαλαίοι δεν υπήρξαν ποτέ άνθρωποι της ίντριγκας. Αν διαφωνούσαν, το έλεγαν. Αν ένιωθαν προσβολή, τη φώναζαν. Αν έφταναν στην εκδίκηση, την ασκούσαν φανερά. Αυτή είναι η πρώτη αδιαπραγμάτευτη βάση της σκηνής, που λέει ότι η Μάνη δεν γεννά εκτελεστές αγνώστου παραγγελίας. Γεννά πολεμιστές, όχι πραίτορες.
Στο επίκεντρο αυτής της παράδοσης στέκει ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο πατριάρχης του γένους, ο οποίος στα αρχεία σκιαγραφείται ως άνθρωπος ανοιχτός, περήφανος και, για τα μέτρα των παρασκηνίων της εποχής, σχεδόν αφελής. Δεν υπήρξε ποτέ άνθρωπος των σκοτεινών διαδρόμων, αλλά των μεγάλων χειρονομιών. Κι αυτό έχει κρίσιμη σημασία. Ένας άνθρωπος με τέτοια συγκρότηση δεν θα έστελνε ποτέ άλλον να δολοφονήσει ύπουλα. Αν έφτανε ποτέ στο έσχατο σημείο μιας σύγκρουσης, θα την έφερνε ενώπιον όλων, με πρόσωπο και ευθύνη. Αυτό υπαγορεύει το μανιάτικο ήθος. Ό,τι γίνεται, γίνεται στο φως.
Η ανάλυση προχωρά κατόπιν στα προσωπικά πορτρέτα του Κωνσταντίνου και του Γεωργίου, και εδώ ο φάκελος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Από τις λεπτομέρειες της σκιαγράφησης καθίσταται σαφές ότι κανένας από τους δύο δεν ταιριάζει στο προφίλ του πληρωμένου ή ψυχρά προμελετημένου δολοφόνου. Ο Κωνσταντίνος εμφανίζεται ως σκληρός, παρορμητικός και ευέξαπτος, όχι όμως ύπουλος. Δεν ήταν άνθρωπος της συνωμοσίας, αλλά της στιγμιαίας απόφασης. Αν έφτανε στο σημείο να σκοτώσει, θα το διακήρυσσε, θα το αναλάμβανε, και δεν θα δεχόταν ποτέ να λειτουργήσει ως βιτρίνα ενός ξένου σχεδίου. Οι πράξεις του ανήκουν στη σφαίρα του εν θερμώ, όχι της προσεκτικά σκηνοθετημένης πολιτικής δολοφονίας.
Ο Γεώργιος, από την άλλη, ως πρώην πρωθυπουργός της Ελλάδας και πολιτικός, παρουσιάζεται πιο ήρεμος και πιο συγκροτημένος, με ανατροφή που δεν περιλαμβάνει καμία ευκολία στο έγκλημα. Δεν προκύπτει προσωπική αντιπάθεια προς τον Κυβερνήτη, ούτε προσωπικό όφελος, ούτε συγκεκριμένος λόγος εμπλοκής. Το σημαντικότερο όμως είναι η ψυχοσύνθεσή του. Πρόκειται για άνθρωπο που, αν διαφωνούσε ή αν αισθανόταν προσβεβλημένος, θα επέλεγε την ευθεία αντιπαράθεση και όχι μια δολοφονική ενέδρα έξω από εκκλησία, σε ιερό χώρο και δημόσιο θέαμα.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, το πρώτο συμπέρασμα που θα κατέγραφε ένας έμπειρος ανακριτής είναι σχεδόν αυτονόητο. Ότι το ήθος των Μαυρομιχαλαίων συγκρούεται ευθέως με την έννοια του προμελετημένου πολιτικού εγκλήματος. Ο τύπος του εγκλήματος και ο τύπος του χαρακτήρα δεν συνάδουν. Και αυτή η διαπίστωση δεν κλείνει την υπόθεση, αντιθέτως, την ανοίγει.
Η μελέτη του γένους των Μαυρομιχαλαίων μοιάζει με άνοιγμα ενός παλιού μανιάτικου σπιτιού. Είναι καθαρό, λιτό και περήφανο. Τα όπλα κρέμονται στους τοίχους όχι για εγκλήματα, αλλά για άμυνα, για τιμή και για ασφάλεια. Δεν υπάρχουν συρτάρια με δηλητήρια, ούτε κρυφοί διάδρομοι, ούτε γράμματα με εντολές ξένων προξένων. Υπάρχει ένα και μόνο πράγμα: αντρειοσύνη. Και οι άντρες της Μάνης δεν δολοφονούν Κυβερνήτες για λογαριασμό άλλων. Αυτό δεν είναι ρομαντισμός, αλλά ιστορική και ανθρωπολογική διαπίστωση.
ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
(Θα μπορούσαν οι Μαυρομιχαλαίοι να είναι συμμέτοχοι σε συνωμοσία; Η εξέταση ενός σεναρίου που κλονίζεται από μόνο του)
Η υπόθεση ότι οι Μαυρομιχαλαίοι θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος μιας οργανωμένης συνωμοσίας καταρρέει μόνη της, πριν ακόμη χρειαστεί να προσφύγει κανείς σε σύνθετες ερμηνείες. Αν κάποιος ήθελε να στήσει μια μεγάλη πολιτική δολοφονία, με διεθνείς προεκτάσεις και βεβαιότητα αποτελέσματος, δεν θα επέλεγε για μπροστάρηδες ανθρώπους όπως οι Μαυρομιχαλαίοι.
Αυτό το υπαγορεύει η στοιχειώδης λογική, το επιβεβαιώνει η ιστορική εμπειρία και το αποδεικνύει, χωρίς περιθώρια αμφιβολίας, η προσεκτική ανάγνωση των κρίσιμων σελίδων του φακέλου. Το σενάριο μιας «μανιάτικης συνωμοσίας» μοιάζει τόσο ασύνδετο με τον χαρακτήρα, το ήθος και τις συνθήκες των προσώπων, ώστε περισσότερο θυμίζει σκηνοθετημένη εκδοχή για κατανάλωση παρά ιστορικό γεγονός.
Το πρώτο ερώτημα που θέτει κάθε σοβαρός ερευνητής είναι απλό και αμείλικτο: Τι θα κέρδιζαν;
Η απάντηση είναι αποστομωτική.
Δεν θα κέρδιζαν αξιώματα, ούτε περιουσία, ούτε πολιτικό βάρος. Αντιθέτως, θα έχαναν ό,τι διέθεταν.
Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν ανήκαν σε μηχανισμούς εξουσίας του Ναυπλίου, δεν είχαν πολιτική επιρροή στο υπό διαμόρφωση κράτος, ούτε λειτουργούσαν ως όργανα ξένων συμφερόντων. Το μοναδικό βέβαιο αποτέλεσμα μιας τέτοιας εμπλοκής θα ήταν η φυσική εξόντωση και η ατίμωση του οίκου τους. Κανένας λογικός άνθρωπος, και πολύ περισσότερο ένας Μανιάτης προύχοντας, δεν συμμετέχει σε συνωμοσία και μάλιστα τόσο εξόφθαλμα φανερά, που από μόνη της έχει ως μοναδικό πιθανό τέλος την αγχόνη.
Ακολουθεί το δεύτερο, εξίσου καταλυτικό ερώτημα.
Σε ποια συνωμοσία συμμετέχει κανείς χωρίς οργάνωση, χωρίς σχέδιο διαφυγής και χωρίς δίκτυο υποστήριξης;
Από τα στοιχεία προκύπτει καθαρά ότι δεν υπήρχε καμία υποδομή που να θυμίζει συνωμοτικό μηχανισμό. Δεν υπήρχε ομάδα κάλυψης, ούτε διαδρομή διαφυγής, ούτε πολιτικός φορέας που να λειτουργεί ως ομπρέλα προστασίας. Μια πραγματική συνωμοσία χαρακτηρίζεται από πειθαρχία, ιεραρχία και ψυχρό σχεδιασμό. Αντίθετα, η δολοφονία του Καποδίστρια φέρει όλα τα σημάδια επαγγελματικής εκτέλεσης με πολλαπλούς δρώντες, με συντονισμό και με πρόσωπα που εμφανίζονται και εξαφανίζονται. Αυτό επί της ουσίας, δεν είναι έργο δύο ανθρώπων μόνων τους, χωρίς συνωμοτική εμπειρία και χωρίς ενιαίο ψυχισμό.
Το τρίτο ερώτημα αγγίζει τον πυρήνα της ανθρώπινης φύσης. Γιατί να επιλέξει μια μυστική δύναμη στην υπόθεση αυτή... Μανιάτες;
Κάθε σοβαρή συνωμοσία χρειάζεται αναλώσιμους ανθρώπους, εύκολα χειραγωγήσιμους, χωρίς ισχυρό κώδικα τιμής και χωρίς βαριά συλλογική ταυτότητα.
Οι Μαυρομιχαλαίοι ήταν το ακριβώς αντίθετο.
Ήταν άνθρωποι υπερήφανοι, δεμένοι με έναν αμείλικτο ηθικό κώδικα και απολύτως απρόθυμοι να μετατραπούν σε εργαλεία. Η ίδια η μανιάτικη κοινωνία, μέσα από τις μαρτυρίες της εποχής, δεν αποδέχθηκε ποτέ την εικόνα των δύο ανδρών ως εθελοντικών δολοφόνων. Όταν μια κοινωνία θεωρεί ότι συντελέστηκε ατίμωση, δεν τη συγκαλύπτει. Κι εδώ δεν υπήρξε ποτέ μανιάτικη αποδοχή ενοχής.
Το τέταρτο ερώτημα είναι εκείνο που δεν συγχωρεί αυταπάτες. Ποιος ωφελήθηκε. Αυτό που λέμε εμείς οι Ιστορικοί με την λατινική φράση Qui bono. Η απάντηση είναι αποκαλυπτική.
Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν ωφελήθηκαν σε τίποτε, αντιθέτως, έχασαν περιουσίες, κύρος και ανθρώπους. Αντίθετα, η Αγγλία ωφελήθηκε πολλαπλώς, όπως και το αγγλικό κόμμα στο εσωτερικό της Ελλάδας και όλοι όσοι αντιμάχονταν την ισχυρή κεντρική εξουσία που επιχειρούσε να οικοδομήσει ο Κυβερνήτης.
Το κριτήριο του cui bono λειτουργεί εδώ αμείλικτα. Το σενάριο της συμμετοχής των Μαυρομιχαλαίων σε οργανωμένη συνωμοσία δεν αποδυναμώνεται απλώς. Καταρρέει.
Τέλος, τίθεται το ζήτημα της ψυχραιμίας.
Η πράξη δεν φέρει μανιάτικα χαρακτηριστικά. Δεν ήταν έκρηξη τιμής ή στιγμιαία εκδίκηση, αλλά χειρουργική εκτέλεση, με συντονισμό, με παράλληλες κινήσεις και με πρόσωπα που λειτούργησαν ως επαγγελματίες.
Τα ψυχολογικά πορτρέτα των δύο ανδρών δείχνουν ανθρώπους ικανούς βεβαίως για οργή, αλλά κατηγορηματικά όχι για ψυχρό, αποστασιοποιημένο επαγγελματισμό. Οι αυτόπτες μάρτυρες μιλούν για σύγχυση, για άστοχους πυροβολισμούς, για αναστάτωση και πράξεις εν θερμώ, όχι για άψογα εκτελεσμένο σχέδιο.
Έτσι, το τελικό συμπέρασμα της τρίτης σκηνής προκύπτει σχεδόν αβίαστα. Η υπόθεση μιας συνωμοσίας με βασικούς εκτελεστές τους Μαυρομιχαλαίους είναι τόσο διάτρητη και τόσο ξένη προς τον ιστορικό και ψυχολογικό τους χαρακτήρα, ώστε ισοδυναμεί με επιτηδευμένη κατασκευή. Σαν να είχε ανάγκη η ιστορία από δύο πρόθυμους ενόχους και κάποιος φρόντισε να τους βρει. Οι πραγματικοί συνωμότες, όπως θα αποκαλυφθεί στις επόμενες σκηνές, ήταν άνθρωποι που ήξεραν να κινούνται στη σκιά και όχι στο φως.
ΣΚΗΝΗ ΤΕΤΑΡΤΗ
(Η Θεωρία των «Δικιωτών» – Θα μπορούσαν οι Μαυρομιχαλαίοι να σκοτώσουν από προσωπική προσβολή;)
Η θεωρία των «δικιωτών» επιστρατεύθηκε εκ των υστέρων για να προσδώσει ένα δήθεν πολιτισμικό άλλοθι στη δολοφονία του Κυβερνήτη.
Η ίδια η λέξη είναι βαριά, αυστηρά μανιάτικη και βαθιά φορτισμένη.
Ο δικιωτής δεν είναι δολοφόνος· είναι ο άνθρωπος που, σε ακραίες περιστάσεις, αναλαμβάνει προσωπικά την αποκατάσταση της δικαιοσύνης όταν αυτή έχει αρνηθεί να υπάρξει. Η πράξη του συνδέεται άρρηκτα με την τιμή του σπιτιού, με το αίμα, με την ύβρη που δεν μπορεί να μείνει αναπάντητη. Ακριβώς γι’ αυτό η επίκληση αυτής της έννοιας για την ενοχοποίηση των Μαυρομιχαλαίων μοιάζει, όσο εξετάζεται προσεκτικά, όχι απλώς αδύναμη αλλά και παραπλανητική.
Σημειωτέον, ο Γεώργιος είχε φέρει και την έγκυο γυναίκα του δεκαπέντε μέρες πριν το φονικό και την ανήλικη κόρη του για να μείνουνε μαζί στο ίδιο σπίτι για όσο διαρκέσει το ταξίδι του στο Ναυπλιο. Και παράλληλα, είχε επιτρέψει στο να τον συνοδέψουν γυναίκα και παιδί εκείνο το πρωινό του φονικού στην εκκλησία αλλά η γυναίκα του ένιωσε αδιαθεσία λόγω της εγκυμοσύνης της και έμειναν τελικά σπίτι. Για τόσο...μεγάλο δολοφόνο μιλάμε.
Η ενδελεχής μελέτη των σχετικών σελίδων δείχνει ότι το σενάριο της «προσωπικής βεντέτας» δεν στηρίζεται ούτε στο μανιάτικο ήθος ούτε στα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης.
Στην κοινωνία της Μάνης, η τιμή δεν ενεργοποιείται για πολιτικές πράξεις, όσο σκληρές κι αν είναι. Ενεργοποιείται όταν χυθεί άδικο αίμα, όταν προσβληθεί γυναίκα, όταν αθετηθεί όρκος, όταν υπάρξει βαριά προσωπική ύβρη που στιγματίζει το σύνολο του οίκου. Η κράτηση του Πετρόμπεη, όσο επώδυνη κι αν υπήρξε, δεν εντασσόταν σε καμία από αυτές τις κατηγορίες. Ήταν πολιτική πράξη, προϊόν σύγκρουσης εξουσιών και συμφερόντων, όχι προσωπική προσβολή. Αυτό το γνωρίζουν οι Μανιάτες καλύτερα από κάθε άλλον, διότι η πολιτική, όσο κι αν πονά, δεν ταυτίζεται με την προσβολή της οικογενειακής τιμής.
Και το πλέον απίστευτο και που...δεν ελήφθη ασφαλώς υπ' όψιν στη "δίκη": Ο Καποδίστριας είχε υποσχεθεί στον Πετρόμπεη, 6 μέρες πριν το φονικό, ότι θα τον αποφυλακίσει!
Επίσης, ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι το γεγονός ότι δεν υφίσταται καμία ένδειξη προσωπικής σύγκρουσης ανάμεσα στον Καποδίστρια και τους δύο άνδρες που παρουσιάστηκαν ως δράστες.
Δεν υπήρξε προσωπική επαφή, δεν υπήρξε δημόσια προσβολή, δεν υπήρξε λόγος ή πράξη που να μπορούσε να εκληφθεί ως ατομική ύβρις. Η θεωρία του "δικιωτή" προϋποθέτει προσωπική βεντέτα, πρόσωπο με πρόσωπο σύγκρουση, κάτι που εδώ απουσιάζει πλήρως. Γι’ αυτό και η ίδια η μανιάτικη κοινωνία, μετά την εκτέλεση των δύο συγγενών της, δεν αναγνώρισε ποτέ την πράξη ως αποκατάσταση δικαιοσύνης. Τη βίωσε ως πολιτικό παιχνίδι στο οποίο χρησιμοποιήθηκαν δικοί της άνθρωποι.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την αποδόμηση παίζει η στάση του ίδιου του Πετρόμπεη. Αν ο πατριάρχης του γένους είχε θεωρήσει ότι η τιμή του οίκου του είχε προσβληθεί, θα είχε αρκέσει μια φράση για να πυροδοτηθεί αλυσιδωτή αντίδραση. Δεν το έκανε ποτέ. Δεν υπάρχει μαρτυρία ότι ζήτησε εκδίκηση ή άφησε έστω υπαινιγμό. Αντιθέτως, οι πηγές δείχνουν ότι αντιλήφθηκε την κράτησή του ως πολιτική πράξη και όχι ως προσωπική προσβολή. Στη Μάνη, η βούληση του αρχηγού δεν παρακάμπτεται από αυθόρμητες “δικαιοσύνες”. Η οικογένεια πράττει σύμφωνα με τον λόγο του, όχι σύμφωνα με μεταγενέστερες ερμηνείες ιστορικών γραφείων.
Ο τρόπος της δολοφονίας συνιστά ίσως το πιο ισχυρό επιχείρημα κατά της θεωρίας των δικιωτών. Η μανιάτικη πράξη τιμής είναι φανερή, ευθεία και δημόσια. Ο δικιωτής δεν στήνει ενέδρα, δεν κρύβεται πίσω από κολώνες, δεν πυροβολεί στην πλάτη, δεν περιμένει τον αντίπαλό του έξω από εκκλησία. Αντιμετωπίζει τον άλλο πρόσωπο με πρόσωπο και αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη. Η δολοφονία του Καποδίστρια φέρει όλα τα χαρακτηριστικά μιας ξενικής, επαγγελματικής εκτέλεσης, απολύτως ασύμβατης με τον μανιάτικο κώδικα τιμής.
Ακόμη και η σιωπή των κατηγορουμένων λειτουργεί αποκαλυπτικά. Ο δικιωτής δεν αποσιωπά το κίνητρό του. Πηγαίνει στον θάνατο δηλώνοντας καθαρά ότι έπραξε για την τιμή του.
Εδώ δεν υπήρξε ούτε μία τέτοια δήλωση. Ούτε στα πρακτικά της ανάκρισης ούτε στις τελευταίες στιγμές πριν την εκτέλεση ακούστηκε λόγος που να παραπέμπει σε αποκατάσταση τιμής. Αυτή η σιωπή δεν είναι μανιάτικη. Είναι σιωπή ανθρώπων που δεν δρουν με βάση τον δικό τους κώδικα, αλλά έχουν εγκλωβιστεί σε έναν ρόλο που τους αποδόθηκε.
Το τελικό συμπέρασμα προκύπτει αβίαστα.
Η θεωρία της πράξης ως «δικαιοσύνης» (δικιωτής=ο αναζητών το δίκαιό του) δεν είναι ιστορική ερμηνεία, αλλά κατασκευή, φτιαγμένη για να φαίνεται πειστική σε όσους γνωρίζουν τη Μάνη μόνο μέσα από στερεότυπα.
Πατά σε μια λέξη βαριά και ιερή, αλλά την αδειάζει από το πραγματικό της περιεχόμενο.
Η έρευνα δείχνει ότι δεν υπήρξε προσωπική προσβολή, δεν υπήρξε εντολή από τον Πετρόμπεη, δεν υπήρξε μανιάτικη μέθοδος, δεν υπήρξε δήλωση τιμής, ούτε το ψυχολογικό υπόβαθρο που απαιτεί η ίδια η έννοια του δικιωτή. Η εκδοχή της προσωπικής βεντέτας καταρρίπτεται ολοκληρωτικά. Οι Μαυρομιχαλαίοι δεν λειτούργησαν ως δικιωτές. Λειτούργησαν, εν γνώσει ή εν αγνοία τους, ως βολικά εξιλαστήρια θύματα μιας πολύ μεγαλύτερης και σκοτεινότερης υπόθεσης.
Στο κάτω κάτω της γραφής, η κατηγορία για την οποία συνελήφθη ο Πετρόμπεης από την κυβέρνηση Καποδίστρια, μόνο...δικιωτισμό δεν αποπνέει, για να μη πώ ότι αποπνέει γελοιότητα. Η κατηγορία με βάση την οποία συνελήφθη ο Πετρόμπεης από τον Καποδίστρια, δεν ήταν προσωπική εκδίκηση, ούτε «τυραννική πράξη», όπως παρουσιάστηκε αργότερα από τον Πολυζωΐδη και την εφημερίδα του, αλλά συγκεκριμένη πολιτικο-διοικητική κατηγορία με κρατικό περιεχόμενο.
Ο Πετρόμπεης συνελήφθη (πιάστηκε στο...Κατάκωλο κι όχι στη Μάνη όπως έχουν καταθέσει ψευδώς τα τσιράκια των Άγγλων αργότερα) το 1831 ως εγγυητής και πολιτικός υπεύθυνος της Μάνης, επειδή η περιοχή τελούσε σε καθεστώς de facto ανταρσίας απέναντι στο κεντρικό κράτος. Η Μάνη, υπό την επιρροή της οικογένειας Μαυρομιχάλη, αρνούνταν συστηματικά να εφαρμόσει τις κρατικές αποφάσεις, να καταβάλει φόρους, να παραδώσει όπλα, να αναγνωρίσει δικαστική και διοικητική εξουσία και να ενταχθεί στο ενιαίο σύστημα νόμου που προσπαθούσε να επιβάλει ο Κυβερνήτης. Παράλληλα, υπήρχαν τεκμηριωμένες αναφορές για επαφές μανιάτικων κύκλων με ξένους παράγοντες, κυρίως αγγλόφιλους μεσάζοντες, γεγονός που ανησυχούσε σοβαρά την κυβέρνηση.
Η κατηγορία, με σύγχρονους όρους, ήταν στάση / ένοπλη απείθεια έναντι της κεντρικής εξουσίας και υπόθαλψη παρακρατικής εξουσίας. Ο Καποδίστριας δεν συνέλαβε τον Πετρόμπεη ως «εχθρό», αλλά ως πολιτικό όμηρο ευθύνης, ώστε να εξαναγκάσει τη Μάνη να υπακούσει στο κράτος χωρίς αιματοχυσία. Γι’ αυτό και η κράτηση ήταν ήπια, χωρίς βασανισμούς, αντιθέτως, ήταν σε περιορισμό σε ανεμόμυλο του φρουρίου του Ναυπλίου και επρόκειτο ουσιαστικά για διοικητική κράτηση υψηλού συμβολισμού, όχι για ποινική εκκαθάριση.
Εδώ βρίσκεται και η τραγική ειρωνεία: Ο Καποδίστριας ουσιαστικά προστάτευσε τον Πετρόμπεη από την ανεξέλεγκτη κλιμάκωση, επιχειρώντας να σώσει και το κύρος του και τη Μάνη από στρατιωτική σύγκρουση. Αν είχε κινηθεί με καθαρά στρατιωτικούς όρους, η Μάνη θα είχε υποστεί καταστολή. Αντίθετα, επέλεξε την πολιτική λύση της κράτησης του αρχηγού, πιστεύοντας ότι η οικογένεια θα λειτουργούσε με αίσθηση ευθύνης.
Αυτό που δεν κατηγόρησε ποτέ ο Καποδίστριας τον Πετρόμπεη είναι εξίσου κρίσιμο: Δεν τον κατηγόρησε ποτέ για προδοσία, δεν τον κατηγόρησε για συνωμοσία δολοφονίας, δεν τον κατηγόρησε για προσωπικό έγκλημα. Η σύλληψη δεν είχε χαρακτήρα εκδικητικό, αλλά κρατικό.
Η μεταγενέστερη αφήγηση περί «προσβολής της τιμής των Μαυρομιχαλαίων» είναι κατασκευή της αγγλο-φαναριώτικης αντικαποδιστριακής προπαγάνδας, που εξυπηρετούσε δύο στόχους: Να εμφανίσει τη δολοφονία ως βεντέτα και όχι ως πολιτικό έγκλημα, και να εξαφανίσει από το κάδρο τους πραγματικούς ωφελημένους από τον θάνατο του Κυβερνήτη.
ΣΚΗΝΗ ΠΕΜΠΤΗ
(Η Θεωρία της Φιλοπατρίας – Θα μπορούσαν να σκοτώσουν τον Κυβερνήτη οι Μαυρομιχαλαίοι «για την...Ελλάδα»;)
Η θεωρία της φιλοπατρίας γεννήθηκε από την ...αμηχανία. Όταν τα πραγματικά δεδομένα αρνούνται να υπηρετήσουν ένα βολικό αφήγημα, η ιστοριογραφία συχνά καταφεύγει σε μια «ηρωική» ερμηνεία, σε μια εκδοχή που γλυκαίνει το φαρμάκι της δολοφονίας και της δίνει δήθεν υψηλό νόημα. Έτσι διατυπώθηκε και η τρίτη εκδοχή: Ότι δηλαδή οι Μαυρομιχαλαίοι δήθεν σκότωσαν τον Καποδίστρια από φιλοπατρία, επειδή πίστευαν πως ο Κυβερνήτης έβλαπτε την Ελλάδα. Όμως η ενδελεχής εξέταση των σχετικών σελίδων του φακέλου διαλύει αυτή την εκδοχή με την ίδια ευκολία που καταρρέει ένας πύργος από άχυρο.
Η φιλοπατρία των Μαυρομιχαλαίων δεν ταυτιζόταν ποτέ με την πολιτική έννοια του κράτους, όπως αυτή διαμορφωνόταν το 1830. Η Μάνη υπήρξε πάντοτε τόπος της τοπικής πατρίδας, του οίκου, της γενιάς και της άμεσης ελευθερίας. Οι Μαυρομιχαλαίοι αγαπούσαν τη Μάνη, την αυτονομία της και το δικαίωμα να ζουν σύμφωνα με τους δικούς τους νόμους. Το έθνος το αναγνώριζαν και το σεβόντουσαν, αλλά δεν συμμερίζονταν την αντίληψη του συγκεντρωτικού, πειθαρχημένου κράτους που οραματιζόταν ο Καποδίστριας. Αυτή όμως η διαφωνία, όσο βαθιά κι αν ήταν, δεν γεννά δολοφονίες. Γεννά μόνο αντιστάσεις, εντάσεις και ασφαλώς πολιτικές συγκρούσεις. Όχι αίμα και μάλιστα με τη ταμπέλα της προδοσίας.
Κανένας Μαυρομιχάλης δεν θα αναλάμβανε ποτέ τον ρόλο του «εθνικού τιμωρού» απλώς και μόνο επειδή διαφωνούσε με ένα μοντέλο διακυβέρνησης.
Ακόμη πιο καταλυτικό είναι το γεγονός ότι ο Καποδίστριας δεν θεωρήθηκε ποτέ από τους ίδιους εχθρός της Ελλάδας. Για να υπάρξει φιλοπατρία ως κίνητρο δολοφονίας, το θύμα πρέπει να εκλαμβάνεται ως απειλή για το έθνος.
Τίποτε τέτοιο δεν προκύπτει ούτε από μαρτυρίες ούτε από έμμεσες ενδείξεις.
Οι Μαυρομιχαλαίοι γνώριζαν την προσφορά του Κυβερνήτη στην Επανάσταση, ήξεραν ότι υπήρξε ο άνθρωπος που κράτησε ενωμένη την Ευρώπη υπέρ των Ελλήνων, γνώριζαν ότι προστάτευσε προσωπικά τον Πετρόμπεη και ότι η ίδια η Μάνη απολάμβανε συγκεκριμένα προνόμια χάρη στη δική του πολιτική. Εξ άλλου, το κυριότερο, ο Πετρόμπεης επέμενε και μάλιστα πιεστικά στο να αναλάβει ο Καποδίστριας την διακυβέρνηση του νεοσύστατου κράτους. Πώς λοιπόν, είναι δυνατόν ένας άνθρωπος που αναγνωρίζεται ως σωτήρας της πατρίδας να δολοφονείται στο όνομα της πατρίδας; Το ερώτημα αυτό από μόνο του ακυρώνει τη θεωρία.
Η ίδια η πράξη δεν φέρει κανένα πατριωτικό γνώρισμα. Όταν ένα έγκλημα επιχειρείται στο όνομα του έθνους, συνοδεύεται πάντοτε από λόγο, από προκήρυξη, από δημόσια αιτιολόγηση ή έστω από έναν συμβολισμό που επιδιώκει να δικαιολογήσει τη βία. Οι πολιτικές δολοφονίες που επικαλούνται τη «σωτηρία της πατρίδας» δεν είναι ποτέ μουγγές. Εδώ όμως επικρατεί απόλυτη σιωπή. Καμία ανακοίνωση, καμία διεκδίκηση, καμία ιδεολογική τοποθέτηση. Η σιωπή αυτή δεν είναι φιλοπατρία. Είναι φόβος ή, ακόμη χειρότερα, ένδειξη ότι η εντολή δεν ανήκε σε εκείνους που εμφανίστηκαν ως δράστες.
Ούτε το προσωπικό προφίλ των δύο ανδρών ταιριάζει με την εικόνα του «εθνικού εκτελεστή». Η φιλοπατρία, όταν μετατρέπεται σε ακραία πράξη, προϋποθέτει ιδεολογική συγκρότηση, πολιτικό λόγο, παθιασμένη εμμονή υπέρ ενός συλλογικού οράματος. Ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος δεν διέθεταν τίποτε από αυτά. Δεν είχαν πολιτική γραφή, δεν είχαν δημόσιο λόγο, δεν είχαν δράση υπέρ ενός ευρύτερου πολιτικού σχεδίου. Ο χαρακτήρας και η παιδεία τους δεν συγκροτούν ψυχολογία φανατικού εθνοσωτήρα. Ένας Μανιάτης πατριώτης δεν σκοτώνει τον άνθρωπο που μόλις έχει διασφαλίσει τη διεθνή θέση της Ελλάδας και δεν ρίχνει τη χώρα στο χάος τη στιγμή που αρχίζει να στέκεται στα πόδια της. Αυτό δεν λέγεται φιλοπατρία, αλλά εθνική καταστροφή.
Τέλος, ο ίδιος ο τρόπος της πράξης αναιρεί κάθε πατριωτικό ισχυρισμό. Η φιλοπατρική θυσία προϋποθέτει φανερότητα, ανάληψη ευθύνης και υψηλό φρόνημα. Αντίθετα, η αντεθνική πράξη τελείται στο σκοτάδι, από σκιές, με άγνωστους συνεργούς και με συνέπειες που διαλύουν το κράτος. Η δολοφονία του Καποδίστρια έγινε Κυριακή πρωί έξω από εκκλησία, με παράλληλους δράστες να κρύβονται, με σκηνοθετημένη οπισθοφυλακή και με αποτέλεσμα τη βίαιη αποσύνθεση της κρατικής εξουσίας. Αν αυτό ονομαστεί φιλοπατρία, τότε η ίδια η λέξη χάνει κάθε νόημα.
Το τελικό συμπέρασμα της πέμπτης σκηνής είναι αμείλικτο. Η θεωρία της φιλοπατρίας δεν αντέχει ούτε στοιχειώδη έλεγχο. Δεν στηρίζεται σε κείμενα, δεν επιβεβαιώνεται από μαρτυρίες, δεν εδράζεται σε ψυχολογική ανάλυση ούτε σε ιστορικά συμφραζόμενα. Καταρρέει ολοκληρωτικά. Οι Μαυρομιχαίοι δεν σκότωσαν για την Ελλάδα. Η Ελλάδα, ή μάλλον το πολιτικό σύστημα που διαμορφωνόταν πάνω στο πτώμα της, θυσίασε εκείνους για να καλύψει τα ίχνη όσων είχαν κάθε λόγο να θέλουν νεκρό τον Κυβερνήτη.
ΣΚΗΝΗ ΕΚΤΗ
(Τα Ακλόνητα στοιχεία – Πώς η ίδια η πραγματικότητα αθωώνει τους Μαυρομιχαλαίους)
Όσο προχωρά η έρευνα του ιστορικού, όσο η έρευνα βαθαίνει μέσα από καταθέσεις, κινήσεις και χρονικά, ένα συμπέρασμα αναδύεται με αυξανόμενη καθαρότητα από τις σελίδες που επικαλείται ο φάκελος. Η επίσημη εκδοχή δεν στέκει.
Δεν είναι απλώς αδύναμη, είναι και εσωτερικά αντιφατική. Και όταν οι αντιφάσεις συσσωρεύονται, τότε η «ιστορία» συνήθως επιλέγει έναν τρόπο να «κλείσει» την υπόθεση: Φορτώνει το βάρος σε πρόσωπα που μπορούν να σταθούν ως βολικοί ένοχοι. Όχι γιατί αποδείχθηκε η ενοχή τους, αλλά γιατί η ενοχή τους εξυπηρετεί.
Τα «ακλόνητα στοιχεία» που παρατίθενται δεν είναι θεαματικά ούτε κραυγαλέα. Είναι εκείνα τα μικρά, φαινομενικά ασήμαντα θραύσματα που, όταν ενωθούν, γίνονται συμπαγής εικόνα. Και η εικόνα αυτή είναι συντριπτική:
ΟΚωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης δεν θα μπορούσαν, με κανέναν λογικά συνεκτικό τρόπο, να είναι οι οργανωτές και οι ψυχροί εκτελεστές ενός πολιτικού εγκλήματος τέτοιας κλίμακας. Αυτό είναι ψύχραιμο συμπέρασμα που προκύπτει όταν ακολουθήσεις τις πηγές μέχρι τέλους και δεχθείς να δεις αυτό που δείχνουν, όχι αυτό που θα βόλευε να δείξουν.
Η ίδια η σκηνή του εγκλήματος δεν ταιριάζει με την επίσημη αφήγηση. Αν δεχθεί κανείς την τυποποιημένη εκδοχή, πρέπει να υποθέσει μια αλληλουχία σχεδόν “καθαρής” εκτέλεσης: Προσέγγιση με ακρίβεια, πυροβολισμός με αποτελεσματικότητα, άμεση συμπλήρωση της πράξης με χαριστική κίνηση, και κατόπιν η προβλεπόμενη απομάκρυνση ή, έστω, η ψυχρή βεβαιότητα του ανθρώπου που ξέρει τι έκανε. Όμως, όταν η σκηνή ξαναστήνεται με βάση αποστάσεις, θέσεις, τροχιές και μαρτυρίες, προκύπτουν κενά και ασυμφωνίες που δεν συγχωρούνται σε ένα έγκλημα «χειρουργικής» εκτέλεσης. Ο πυροβολισμός δεν εμφανίζεται ως εύστοχη, επαγγελματική βολή. Η τροχιά και η δυναμική της επίθεσης δεν συμφωνούν με την εικόνα μιας ομαλά σχεδιασμένης εκτέλεσης. Και κυρίως, η συμπεριφορά των δύο αμέσως μετά δεν αποπνέει ψυχρό επαγγελματισμό αλλά αιφνιδιασμό, σάστισμα, σύγχυση, σαν άνθρωποι που βρίσκονται μέσα σε μια ακολουθία γεγονότων μεγαλύτερη από τον έλεγχό τους. Η δολοφονία ενός κυβερνήτη σε κεντρικό σημείο πόλης απαιτεί συγχρονισμό, κάλυψη, ψυχραιμία και εφεδρείες. Εδώ διακρίνεται περισσότερο ένα χάος στιγμών, μια έκρηξη βίας όπου οι Μανιάτες μοιάζουν να έχουν παγιδευτεί μέσα στο σχέδιο άλλων, παρά να το έχουν μεθοδεύσει οι ίδιοι.
Το δεύτερο, ακόμη βαρύτερο στοιχείο είναι η ασύμμετρη τύχη των προσώπων. Όσοι είναι πραγματικά ύποπτοι, εξαφανίζονται. Όσοι είναι εύκολοι στόχοι, μένουν. Οι σκιώδεις μορφές που εμφανίζονται ως παράπλευροι συντελεστές, πρόσωπα που θα έπρεπε να ερευνηθούν με χειρουργική επιμονή, δεν αποκτούν βιογραφία, δεν περνούν από ουσιαστική ανάκριση, δεν στέκουν μπροστά στη δικαιοσύνη. Χάνονται σαν καπνός. Αντίθετα, οι Μαυρομιχαλαίοι συλλαμβάνονται, ανακρίνονται, οδηγούνται σε διαδικασία που παρουσιάζεται ως δίκη, και εκτελούνται. Σε κάθε σοβαρή ποινική διερεύνηση, αυτό το μοτίβο είναι καμπάνα. Εκείνοι που θα έπρεπε να κρατηθούν στο φως, διαφεύγουν κι εκείνοι που μπορούν να σταθούν ως βολική απάντηση, θυσιάζονται. Η αθωωτική ισχύς αυτού του στοιχείου είναι αυτονόητη, διότι οι πραγματικοί οργανωτές δεν ρισκάρουν να αφήσουν τους ανθρώπους τους εκτεθειμένους στη δημόσια ανάκριση.
Οι Μαυρομιχαλαίοι εκτέθηκαν, εξαντλήθηκαν, αποκεφαλίστηκαν. Άρα δεν ήταν “άνθρωποί τους”. Ήταν αναλώσιμοι.
Ένα τρίτο ακλόνητο σημείο αφορά τη συμπεριφορά πριν και μετά. Πριν από τη δολοφονία δεν καταγράφεται συνεκτική αλυσίδα προπαρασκευαστικής συνωμοτικής δράσης. Δεν υπάρχει σαφής εικόνα μυστικών συναντήσεων με κέντρα ισχύος, δεν υπάρχει τεκμηριωμένη επαφή με ξένες υπηρεσίες ή διπλωματικούς μηχανισμούς, δεν υπάρχει οργανωμένη ομάδα υποστήριξης που να τους πλαισιώνει.
Μετά τη δολοφονία, δεν διακρίνεται το απολύτως αναμενόμενο σε μια πολιτική εκτέλεση “για ξεκαθάριση λογαριασμών”.
Δηλαδή δεν υπάρχει προαποφασισμένη δίοδος, δεν υπάρχει σχέδιο εξόδου από τη χώρα, δεν υπάρχει η αυτοκυριαρχία του ανθρώπου που ξέρει ότι τον καλύπτει ισχυρός προστάτης. Αντίθετα, η εικόνα παραπέμπει σε ανθρώπους που σπρώχτηκαν μέσα σε μια δίνη και είτε δεν πρόλαβαν είτε δεν μπόρεσαν να κινηθούν όπως θα κινούνταν ένας πραγματικός επαγγελματίας πολιτικός δολοφόνος. Κι αυτή η απουσία διαφυγής δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι συντριπτικό στοιχείο.
Το τέταρτο στοιχείο είναι το πιο αμείλικτο για κάθε ερευνητή. Η ανυπαρξία συνεκτικού κινήτρου. Εκεί όπου τα σενάρια της βεντέτας και της φιλοπατρίας καταρρέουν, μένει ένα ερώτημα που δεν απαντάται, «γιατί να το κάνουν και τι θα κέρδιζαν». Η απάντηση που προκύπτει από τη συνολική ανάγνωση είναι αποστομωτική.
Δεν αποκτούν εξουσία, δεν αποκτούν χρήμα, δεν αποκτούν δόξα, δεν δικαιώνεται κάποια συγκεκριμένη τους απαίτηση, δεν «σώζουν» την πατρίδα από κάποιον υποτιθέμενο εχθρό. Αντιθέτως, χάνουν τη ζωή τους, σπιλώνεται το όνομά τους, εκτίθεται το γένος τους, και φορτώνεται στη Μάνη μια βαριά κατηγορία που θα τη συνοδεύει επί αιώνες. Μια δολοφονία χωρίς όφελος για τους δράστες είναι ποινικά απίθανη και ιστορικά έωλη. Όταν λοιπόν οι φερόμενοι αυτουργοί δεν είχαν τίποτε να κερδίσουν και έχασαν τα πάντα, η πλάστιγγα γέρνει αναπόφευκτα προς μία κατεύθυνση: Δεν ήταν εκείνοι οι πραγματικοί αυτουργοί, αλλά εκείνοι πάνω στους οποίους βόλευε να πέσει το φταίξιμο.
Και τέλος, το πέμπτο στοιχείο αφορά τη δίκη, η οποία μοιάζει περισσότερο με τελετή «κλεισίματος φακέλου» παρά με διαδικασία αναζήτησης της αλήθειας. Οι μάρτυρες δεν εξαντλούνται από την εξέταση δικαστών και δικηγόρων, οι αντιφάσεις δεν αποσυμφορούνται, οι σκιώδεις φιγούρες δεν καλούνται να δώσουν λόγο. Το δικαστήριο λειτουργεί σαν τελετουργική σφραγίδα, σαν μια παράσταση που πρέπει να τελειώσει με μια επιβεβαίωση της ήδη προκαθορισμένης εκδοχής. Κι αυτό, για τον ερευνητή-ιστορικό, είναι πάντα καμπανάκι.
Όταν ένας θεσμός μοιάζει να βιάζεται να κλείσει την υπόθεση, δεν είναι επειδή βρέθηκε η αλήθεια. Είναι επειδή η αλήθεια οδηγεί κάπου που δεν θέλουν να πάει κανείς. Γι’ αυτό και δεν άνοιξε ποτέ ο δρόμος που θα έπρεπε να ανοίξει. Κανείς δεν ενδιαφέρθηκε σοβαρά να μάθει ποιοι ήταν οι άνθρωποι των σκιών, ποια ήταν τα ίχνη τους, ποιες οι επαφές τους, και πώς συνδέονται τα πρόσωπα του Ναυπλίου με τα προξενεία και τα προξενεία με τα κέντρα εξουσίας.
Όταν ενωθούν όλα αυτά τα “μικρά”, βγαίνει ένα “μεγάλο”. Μια ασυμφωνία στη σκηνή, μια εξαφάνιση προσώπων, μια πρόχειρη δίκη, μια έλλειψη κινήτρου, μια παράξενη σιωπή γύρω από κρίσιμες διαδρομές. Μεμονωμένα ίσως να φαίνονταν ασήμαντα. Ως σύνθεση όμως γίνονται αναντίρρητη εικόνα. Η ενοχή των Μαυρομιχαλαίων είναι χρήσιμη, όχι αποδεδειγμένη. Και τα «ακλόνητα στοιχεία» δεν γέρνουν προς την καταδίκη τους, αλλά προς την αθώωσή τους.
Aφού λοιπόν, αποκλείονται ωε δολοφόνοι οι Μαυρομιχαλαίοι, τότε ...ποιός ή ποιοί;
ΣΚΗΝΗ ΕΒΔΟΜΗ
(Όλο το χρονικό καρέ - καρέ)
Οι Κωνσταντίνος και Γεώργιος Μαυρομιχάλης βρίσκονταν στο Ναύπλιο όχι ως ελεύθεροι άνθρωποι αλλά ως κρατούμενοι, και μάλιστα παρά τη θέλησή τους, αφού επεδίωκαν να διαφύγουν και όχι να παραμείνουν εκεί. Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης, ο οποίος συνελήφθη στο Κατάκωλο (όπως εχω γράψει πιο πάνω), δεν είχε σκοπό να μεταβεί στη Μάνη αφού την είχε προσπεράσει, ενώ η κατηγορία περί εσχάτης προδοσίας που του αποδόθηκε ήταν ψευδής. Παρέμεινε φυλακισμένος επί εννέα μήνες χωρίς δίκη, έγκλειστος σε ανεμόμυλο του φρουρίου του Ναυπλίου και φρουρούμενος από έξι στρατιώτες, γεγονός που επιβεβαιώνεται ακόμη και από την κατάθεση υπηρέτη που του μετέφερε καθημερινά φαγητό και καπνό.
Τόσο Ρώσος ναύαρχος Ρίκορντ όσο και ο τότε λοχαγός Κασομούλης, ο οποίος μάλιστα είχε σταλεί στη Μάνη από τον ίδιο τον Καποδίστρια για διερεύνηση της κατάστασης, διαπίστωσαν ότι η Μάνη δεν είχε εξεγερθεί εναντίον του Κυβερνήτη. Και οι δύο κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι το μοναδικό αίτημα των Μανιατών ήταν η απομάκρυνση από τη θέση του τοπάρχη της Μάνης, του Κορνηλίου, πρώην υπαλλήλου των Μαυρομιχαλαίων, ο οποίος με καταχρηστικές πρακτικές καταπίεζε τον πληθυσμό και απέστελλε ψευδείς αναφορές για δήθεν στάσεις στη Μάνη, κάτι που ο ίδιος ομολόγησε στον Κασομούλη. Έτσι αποκαλύφθηκε το ψέμμα περί συνωμοσίας του Πετρόμπεη έναντι του Καποδίστρια.
Ο Καποδίστριας, ύστερα από παράκληση του ίδιου του Ρώσου Ναυάρχου Ρίκορντ, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι στη Μάνη επικρατούσε ηρεμία, δέχθηκε να συναντήσει τον Πετρόμπεη. Η συνάντηση αυτή ορίστηκε για τις 22 Σεπτεμβρίου και όχι για τις 26, όπως μεταγενέστερα και ψευδώς υποστηρίχθηκε. Πραγματοποιήθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας, παρουσία του Ρίκορντ, παρά τους ισχυρισμούς ότι ο Καποδίστριας είχε αρνηθεί να δεχθεί τον Μαυρομιχάλη.
Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Κυβερνήτης υποσχέθηκε στον Πετρόμπεη ότι θα αποφυλακιζόταν μέσα σε πέντε με έξι ημέρες. Ο Πετρόμπεης, φεύγοντας, πέρασε κάτω από το σπίτι των συγγενών του και τους ανακοίνωσε τα ευχάριστα νέα. Ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, περίπου δεκαπέντε ημέρες πριν από τα γεγονότα, είχε φέρει στο Ναύπλιο την έγκυο σύζυγό του μαζί με την ανήλικη κόρη του, και διέμεναν όλοι μαζί στο ίδιο σπίτι. Το πρωί εκείνο επέτρεψε στην οικογένειά του να μεταβεί στην ίδια εκκλησία μαζί του, γεγονός ασύμβατο με την εικόνα ανθρώπου που, σύμφωνα με μεταγενέστερες μυθιστοριογραφικές αφηγήσεις, επρόκειτο να δολοφονήσει τον Κυβερνήτη.
Καθ’ οδόν προς την εκκλησία, στην πλατεία του αναβρυτηρίου, ένα σκοτεινό και εντελώς έρημο σημείο της διαδρομής, σε απόσταση εκατό έως εκατόν πενήντα μέτρων πριν από τον ναό, οι Μαυρομιχαλαίοι προσπέρασαν τον Καποδίστρια και τη συνοδεία του χαιρετώντας τον μάλιστα εγκαρδίως (μαρτυρία του Λέοντος, σωματοφύλακα του Κυβερνήτη), χωρίς να προβούν σε καμμία ενέργεια, παρ' ότι το σημείο αυτό προσφερόταν σαφώς περισσότερο για επίθεση. Αν ήθελαν λοιπόν αυτοί οι δύο να τον δολοφονήσουν, είχαν ΑΚΡΙΒΩΣ την κατάλληλη ευκαιρία και στιγμή. Δε χρειαζόταν να συμβεί το γεγονός μπροστά στην εκκλησία, όπου η έκθεση θα ήταν απόλυτη γι αυτούς.
Οι Μαυρομιχαλαίοι, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, ήταν ντυμένοι με επίσημα, βαριά και απολύτως αναγνωρίσιμα ενδύματα, ακατάλληλα τόσο για γρήγορη διαφυγή όσο και για μια πράξη που θα απαιτούσε αφάνεια ή αιφνιδιασμό. Η εμφάνισή τους δεν επέτρεπε καμία απόπειρα να δράσουν απαρατήρητοι. Όταν έφτασαν στον χώρο της εκκλησίας, παρέμειναν εκτός αυτής, καθώς στους υπόδικους απαγορευόταν η είσοδος στους ιερούς ναούς ώστε να μην μπορούν να επικαλεστούν άσυλο. Ο ίδιος ο Καποδίστριας, πλησιάζοντας την εκκλησία, έβγαλε το καπέλο του ως ένδειξη σεβασμού πριν εισέλθει στον ναό.
Σε πολύ μικρή απόσταση πίσω του, μόλις ένα ή δύο βήματα, βρίσκονταν ο υπηρέτης του Καποδίστρια, ο Κοζώνης, ο οποίος ήταν μονόχειρας, καθώς και ο φρουρός του Κυβερνήτη, ο στρατιώτης Λέων. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκείνη την ημέρα ο Κοζώνης ζήτησε για πρώτη φορά να συνοδεύσει ο ίδιος τον Καποδίστρια, αντικαθιστώντας αιφνιδίως έναν σωματοφύλακα που δήλωσε ...ασθένεια(;), μια σύμπτωση που χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως αξιοσημείωτη. Ο ίδιος ο Κοζώνης, λόγω της σωματικής του αναπηρίας, δεν μπορούσε να θεωρηθεί κανονικός φρουρός, αφού ως μονόχειρας δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για να είναι στρατιώτης.
Όπως κατέθεσαν όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες και όπως αργότερα αναγνώρισε και το ίδιο το δικαστήριο, ακούστηκαν τρεις πυροβολισμοί. Οι πυροβολισμοί αυτοί ρίχθηκαν από τρία διαφορετικά πρόσωπα, από μία φορά ο καθένας, και με τη σειρά που αναφέρονται: πρώτα από τον Κωνσταντίνο, έπειτα από τον Κοζώνη και τέλος από τον Καραγιάννη. Η σφαίρα του Κωνσταντίνου καρφώθηκε στον τοίχο της εκκλησίας, στο σημείο όπου στεκόταν λίγο νωρίτερα ο Καποδίστριας, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο πυροβολισμός προήλθε από θέση ακριβώς απέναντι από την είσοδο. Αν είχε πυροβολήσει από το σημείο όπου υποτίθεται ότι βρισκόταν, η βολίδα θα είχε πλήξει τον τοίχο του απέναντι σπιτιού.
Το τραύμα που προκάλεσε το πιστόλι στο κεφάλι του Καποδίστρια βρισκόταν στο ινίο, δηλαδή στο πίσω μέρος της κεφαλής, και μάλιστα εξ επαφής, στοιχείο καθοριστικό για την κατανόηση της σκηνής. Ο Κωνσταντίνος δεν άγγιξε τον Κυβερνήτη ούτε του απηύθυνε οποιαδήποτε λέξη, ύβρη ή απειλή. Για να προκληθεί τραύμα εξ επαφής, όπως πλέον αποδεικνύεται, ο δολοφόνος θα έπρεπε να βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στον Καποδίστρια και στους φρουρούς του, σε θέση πλήρως ορατή από αυτούς.
Ο Κοζώνης, ο οποίος βρισκόταν μόλις ένα βήμα πίσω από τον Κυβερνήτη, δεν είδε τον Κωνσταντίνο να πυροβολεί. Το μόνο που αντιλήφθηκε ήταν ο ήχος του πυροβολισμού, γεγονός που σημαίνει ότι ο Κωνσταντίνος βρισκόταν πίσω του και όχι μπροστά του, ανατρέποντας εκ νέου τη μεταγενέστερη αφήγηση για τη θέση και τον ρόλο του.
Από τη στιγμή που ο Κωνσταντίνος αστόχησε, είναι σαφές ότι κάποιος άλλος πυροβόλησε τον Κυβερνήτη. Ο Κοζώνης, είτε ήταν ο ίδιος ο δράστης είτε όχι, είδε οπωσδήποτε ποιος πυροβόλησε, χωρίς όμως να τον κατονομάσει ποτέ. Το βέβαιο είναι ότι ο Κοζώνης δεν πυροβόλησε τον Κωνσταντίνο κατά τη διαφυγή του, διότι, παρά τους ισχυρισμούς που ακούστηκαν αργότερα, ο Κωνσταντίνος δεν βρέθηκε τραυματισμένος στην πλάτη, αλλά με τραύματα στην κοιλιακή χώρα, τα οποία προήλθαν από εμπρόσθια βολή. Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι προς ποιον, τελικά, κατευθύνθηκε ο πυροβολισμός του Κοζώνη.
Μετά τα γεγονότα, ο Κωνσταντίνος καταδιώχθηκε από στρατιώτες, οι οποίοι τον χτυπούσαν και τον εξύβριζαν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της καταδίωξης, εκείνος φώναζε ότι είναι αθώος και ζητούσε επίμονα να δικαστεί. Ο Γεώργιος, από την πλευρά του, απομακρύνθηκε τρέχοντας, χωρίς να έχει αγγίξει τον Καποδίστρια. Στην προσπάθειά του να σωθεί, επιχείρησε να εισέλθει σε τρία διαφορετικά σπίτια, τα οποία όμως βρήκε κλειστά, ανάμεσά τους και το σπίτι κάποιου Δαριώτη.
Την ίδια στιγμή, μέσα στην εκκλησία βρίσκονταν περίπου οκτώ άτομα, στην πλειονότητά τους ηλικιωμένοι. Η ώρα ήταν μεταξύ πέντε και έξι το πρωί και δεν είχε ακόμη φτάσει εκκλησίασμα. Συνεπώς, δεν υπήρχε πλήθος ικανό να λιντσάρει τον Κωνσταντίνο, όπως ψευδώς διαδόθηκε αργότερα. Ο Γεώργιος τελικά βρήκε ανοιχτή την οικία του ταγματάρχη Βαλλιάνου και έδιωξε όσους βρίσκονταν μέσα, οχυρώνοντας το σπίτι και τοποθετώντας ακόμη και πρόχειρα ταμπούρια στα παράθυρα. Το γεγονός αυτό δείχνει καθαρά ότι δεν είχε προκαθορισμένο σχέδιο διαφυγής. Πάνω απ’ όλα, καταρρίπτει τον ισχυρισμό ότι κατευθυνόταν εξ' αρχής προς την οικία του Γάλλου Αντιπρεσβευτή Ρουέν.
Η οικία Βαλλιάνου ήταν μεσοτοιχία με την οικία του Γάλλου Αντιπρεσβευτή και τα δύο σπίτια επικοινωνούσαν μέσω μιας μικρής πορτούλας. Ο Βαλλιάνος πέρασε από αυτήν την πορτούλα και ο Γεώργιος τον ακολούθησε, χωρίς να το επιδιώξει ο ίδιος, και έτσι βρέθηκε εντός της Γαλλικής Αντιπρεσβείας. Εκεί δήλωσε ότι «σκότωσαν τον Κυβερνήτη», διατύπωση που αργότερα αλλοιώθηκε σκόπιμα σε «σκότωσα τον Κυβερνήτη». Ένα γράμμα που αφαιρέθηκε και άλλαξε όλη την υπόθεση.
Σε αντίθεση με όσα συστηματικά επαναλαμβάνονται ως αφήγημα, ο Γεώργιος δεν ζήτησε άσυλο. Αντιθέτως, απαιτούσε να παραδοθεί στη νόμιμη κυβέρνηση της Ελλάδας, προκειμένου να δικαστεί. Παρ’ όλα αυτά, ακολούθησε μια παρωδία δίκης από στρατοδικείο, ενώ κανονικά θα έπρεπε να δικαστεί από Ειδικό Δικαστήριο, δεδομένου ότι είχε διατελέσει Πρωθυπουργός της Ελλάδας πριν από τον Καποδίστρια.
Στην κατάθεσή του, ο Γεώργιος ξεκαθάρισε ρητά ότι δεν αποδέχεται καμία ευθύνη, γεγονός που έρχεται σε πλήρη συμφωνία με τη συνολική εικόνα των γεγονότων και ενισχύει την πεποίθηση ότι η επίσημη εκδοχή της δολοφονίας δεν αντέχει σε σοβαρό ιστορικό και λογικό έλεγχο.
Επίσης, η κατάθεση του Γεωργίου δεν παραδόθηκε ποτέ στο σύνολό της. Παρενέβη λογοκρισία και το υλικό που έφτασε στον ιστορικό ερευνητή Δημ. Κοκκινάκη είναι αποσπασματικό, αλλοιωμένο και επιλεκτικό. Ενδεικτική είναι η περίπτωση ερώτησης δικηγορου υπεράσπισης που δεν διασώθηκε καν, με το επιχείρημα ότι δήθεν «δεν είχε σημασία». Η συγκεκριμένη κατάθεση δημοσιοποιήθηκε για πρώτη φορά πλήρης μόνο μέσα από το βιβλίο του Κοκκινάκη ακριβώς επειδή αποκρύπτεται συστηματικά, παρά το γεγονός ότι αποτελεί μνημείο διακήρυξης κρίσιμων αληθειών, οι οποίες ανατρέπουν το κυρίαρχο αφήγημα.
Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του, ο Γεώργιος συνέταξε διαθήκη, ένα κείμενο που μπορεί να χαρακτηριστεί χωρίς επιφύλαξη ως μνημείο ήθους, ανδρείας, προσήλωσης στην Ορθόδοξη Πίστη, αγάπης προς τον άνθρωπο, αφοσίωσης στην οικογένεια και προτροπής προς την εθνική ομόνοια. Υπό αυτό το φως, καθίσταται ακατανόητος και ιστορικά αβάσιμος ο χαρακτηρισμός του κειμένου ως «περίεργου» από τον επίσης ιστορικό Σαράντο Καργάκο, καθώς η διαθήκη αποπνέει εσωτερική γαλήνη και συνείδηση αθωότητας, όχι ενοχή ή σύγχυση.
Η εκτέλεσή του αποφασίστηκε και πραγματοποιήθηκε με διαδικασίες εξπρές, γεγονός που δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο ως αποτέλεσμα φόβου. Ο φόβος αυτός αφορούσε την πιθανότητα να αποκαλυφθούν όσα σήμερα γνωρίζουμε και όσα, αν έβγαιναν στο φως τότε, θα είχαν σοβαρές και δυσμενείς συνέπειες για όσους είχαν υφάνει και καλύψει τη συνωμοσία. Καθ’ οδόν προς τον τόπο της εκτέλεσης, στην Πλατεία Πλατάνου, ο Γεώργιος χαιρετούσε τον κόσμο και διακήρυττε ανοιχτά την αθωότητά του.
Στην ίδια διαδρομή, είδε τον πατέρα του σε μια μικρή κατοικία εντός του Ναυπλίου, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο Καποδίστριας είχε τηρήσει την υπόσχεσή του σχετικά με τη μεταχείριση της οικογένειας. Ο Γεώργιος ζήτησε να τον συναντήσει, όμως δεν του το επέτρεψαν, προφανώς για να αποφευχθεί οποιαδήποτε ενημέρωση ή καθησύχαση του πατέρα του, ο οποίος δεν γνώριζε λεπτομέρειες και δεν είχε καμία εμπλοκή στη δολοφονία του Κυβερνήτη.
Ο Καραγιάννης, ο οποίος καταδικάστηκε σε θάνατο, κατέθεσε ύστερα από μια κατάπτυστη συμφωνία με το λεγόμενο "δικαστήριο". Η κατάθεσή του δόθηκε χωρίς όρκο, κατά κατάφωρη παραβίαση της θεμελιώδους νομικής αρχής ότι ένοχος δεν μπορεί να καταθέτει εναντίον άλλου ενόχου. Παρ’ όλα αυτά, αφέθηκε ελεύθερος μετά από έξι μήνες. Ιδιαίτερη σημασία έχει η δεύτερη κατάθεση του Καραγιάννη, όπου παραδέχεται χωρίς περιστροφές τη συναλλαγή του με τους κρατούντες, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη χειραγώγηση της δικαστικής διαδικασίας.
Οι συνωμότες προσδοκούσαν να συγκεντρώσουν τρία πτώματα στην εκκλησία: του Καποδίστρια και των δύο Μαυρομιχαλαίων. Αν το σχέδιο είχε ολοκληρωθεί πλήρως, ο Γεώργιος δεν θα είχε διαφύγει και σήμερα δεν θα υπήρχε κανένα στοιχείο για να αποκαλυφθούν όσα τεκμηριώνονται σε αυτό το έργο. Τα γεγονότα που αποδείχθηκαν με τρόπο προκλητικό και βαθιά ύποπτο αποσιωπώνται ακόμη και σήμερα από τους σύγχρονους «προοδευτικούς», οι οποίοι αποφεύγουν οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση γύρω από αυτά.
Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, αλλά και τον θάνατο του Κωνσταντίνου και του Γεωργίου, άνοιξε διάπλατα ο δρόμος για την έλευση κεντροευρωπαϊκού μονάρχη, επιλογή που αποτελούσε διακαή πόθο των Άγγλων. Σε πλήρη αντίθεση, ο Καποδίστριας και ο Πετρόμπεης επεδίωκαν τη διακυβέρνηση της Ελλάδας από απογόνους των Παλαιολόγων, μέσω της οικογένειας Μούρτζινου-Τρουπάκη, πρόταση που ακυρώθηκε οριστικά με τη φυσική τους εξόντωση.
Τέλος, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι ο Καποδίστριας είχε θέσει υπό διωγμό τον Τεκτονισμό και είχε εκδώσει δύο σχετικές εγκυκλίους, γεγονός που προσδίδει στο σύνολο των εξελίξεων ένα ευρύτερο πολιτικό και ιδεολογικό βάθος, το οποίο η επίσημη ιστοριογραφία αποφεύγει συστηματικά να εξετάσει. Ο Καποδίστριας, μέσω των εγκυκλίων του, απαγόρευε ρητά στους Έλληνες να εντάσσονται σε μυστικές εταιρείες, γεγονός που τον έφερε σε ανοιχτή σύγκρουση με ισχυρά δίκτυα της εποχής. Παράλληλα, είχε ζητήσει τη διανομή της γεωργικής γης με προτεραιότητα στους ακτήμονες, επιλογή που προσέκρουε στα συμφέροντα των διαπλεκόμενων κύκλων, οι οποίοι επεδίωκαν τη δημιουργία μεγάλων τσιφλικιών. Μετά τη δολοφονία του, το σχέδιο αυτό ανατράπηκε και δημιουργήθηκαν τεράστιες ιδιοκτησίες, που πέρασαν σε χέρια γνωστών οικογενειών, σηματοδοτώντας μια πλήρη αλλαγή πορείας στην κοινωνική και οικονομική συγκρότηση του νεοσύστατου κράτους.
Η διέλευση του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη από την οικία των συγγενών του αποτελεί ένα από τα πιο καθοριστικά και συνάμα πιο συστηματικά παραχαραγμένα γεγονότα πριν από τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια. Η επίσκεψή του στον Κυβερνήτη, παρουσία του Ρώσου ναυάρχου Ρίκορντ, πραγματοποιήθηκε στις 22 Σεπτεμβρίου 1831 και όχι στις 26, όπως σκόπιμα καθιερώθηκε αργότερα. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο Καποδίστριας του υποσχέθηκε ρητά την αποφυλάκισή του μέσα σε πέντε με έξι ημέρες. Αμέσως μετά, ο Πετρόμπεης πέρασε από το σπίτι των συγγενών του για να τους ανακοινώσει τα ευχάριστα νέα, καλώντας τους να μην ανησυχούν, αφού σύντομα θα ήταν και πάλι όλοι μαζί.
Τη συνομιλία αυτή άκουσε και κατέθεσε ρητώς ο αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας Γεώργιος Τερζής. Η κατάθεσή του, αν και εξαιρετικά αποκαλυπτική, αφαιρέθηκε από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους, γεγονός που συνιστά πράξη συνειδητής απόκρυψης. Ωστόσο, η ίδια μαρτυρία διασώζεται στη «Γενική Εφημερίδα» του 1831, γεγονός που επιβεβαιώνει την αυθεντικότητά της. Την ίδια εκδοχή επιβεβαιώνει και η μαρτυρία του Μπάζιλι, υπασπιστή του ναυάρχου Ρίκορντ.
Η επίσημη ιστοριογραφία μετέφερε αυθαίρετα το γεγονός στην 26η Σεπτεμβρίου, δηλαδή στην παραμονή της δολοφονίας, ώστε να κατασκευαστεί η εικόνα ψυχικής έξαψης και οργής του Πετρόμπεη. Του αποδόθηκαν λόγια που δεν τεκμηριώνονται ιστορικά, βασισμένα σε αναφορά ενός Δημητρακάκη, ο οποίος την εποχή εκείνη ήταν μόλις οκτώ ετών και χωρίς καμία αναφορά σε πηγή. Με τον τρόπο αυτό επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί εκ των υστέρων ένα ανύπαρκτο κίνητρο.
Η πραγματικότητα, όμως, είναι σαφής και τεκμηριωμένη. Στις 22 Σεπτεμβρίου υπήρχε προσδοκία άμεσης αποφυλάκισης και εξομάλυνσης, όχι προετοιμασία φόνου. Η αλλοίωση της χρονολογίας και η απόκρυψη της κατάθεσης του Τερζή δεν είναι λεπτομέρειες, αλλά κεντρικοί μηχανισμοί παραχάραξης, που καταρρίπτουν το αφήγημα περί προμελετημένης δολοφονίας και απογυμνώνουν την επίσημη εκδοχή από κάθε ιστορική αξιοπιστία.
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και το στοιχείο ότι οι Άγγλοι διατηρούν έως σήμερα ως άκρως απόρρητο τον φάκελο «Καποδίστριας». Παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες τόσο της ερευνήτριας - συγγραφέως Ελένης Κούκκου όσο και του δημοσιογράφου Γιώργου Χατζάρα να αντλήσουν στοιχεία, ακόμη και μέσω υψηλόβαθμων διπλωματικών διαύλων, η απάντηση που δόθηκε εγγράφως στον Κοκκινάκη ήταν ότι το ζήτημα αυτό αποτελεί...«αγγλική ιστορία». Η διατύπωση αυτή, από μόνη της, εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τον διεθνή χαρακτήρα της υπόθεσης. Αυτή ειδικά η ...ευαισθησία, φανερώθηκε ολοκάθαρα όταν η ταινία του Σμαραγδή "Καποδίστριας" προβλήθηκε σε avant premiere στις 25 του Δεκέμβρη 2025 και ξεσήκωσε τη μισή Ελλάδα! Η πρεσβεία της Αγγλίας (Ηνωμένου Βασιλείου)...θίχτηκε και παρενέβη με τρόπο σκαιό, εκφράζοντας την έντονη δυσαρέσκειά της για την παραγωγή της ταινίας. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα "the FAQ", "το κλίμα στο τηλεφώνημα προς τον Μητσοτάκη ήταν κάτι παραπάνω από βαρύ, με τους Βρετανούς διπλωμάτες να ξεχειλίζουν από έναν άκρατο αντιρωσισμό, καθώς η ταινία αναδεικνύει τη διπλωματική στήριξη της Ρωσίας στον Καποδίστρια έναντι της βρετανικής εχθρότητας. Το Λονδίνο φαίνεται πως δεν αντέχει την αμείλικτη ιστορική αλήθεια που παρουσιάζει τον Ιωάννη Καποδίστρια ως το θύμα μιας διεθνούς συνωμοσίας στην οποία οι Βρετανοί είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο, οπλίζοντας το χέρι των δολοφόνων. Η απαίτηση για έμμεση παρέμβαση στο περιεχόμενο της ταινίας συνιστά μια βάναυση προσβολή της εθνικής κυριαρχίας και αποδεικνύει ότι το Λονδίνο εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως προτεκτοράτο, φοβούμενο την αποδόμηση του αφηγήματός του"...
Επίλογος - Ο Άνθρωπος που ξεπέρασε την Ελλάδα και γι’ αυτό η "Ελλάδα" του Ψευτορωμαίϊκου δεν τον Άντεξε!
Ο Ιωάννης Καποδίστριας δεν ήταν απλός πολιτικός και διπλωμάτης. Ήταν εκείνη η σπάνια, σχεδόν ακατόρθωτη στιγμή όπου η Ιστορία επιτρέπει σε έναν λαό να δει, έστω για λίγα χρόνια, τι θα μπορούσε να γίνει αν είχε το θάρρος να γίνει "πολιτικός" σε εισαγωγικά. Κι όμως, αυτός ο λαός, πληγωμένος, διχασμένος, άπειρος, σακατεμένος από εμφυλίους και αυταπάτες, δεν άντεξε το βάρος του.
Δεν άντεξε την αλήθεια του Καποδίστρια. Δεν άντεξε την ηθική του. Δεν άντεξε την τάξη. Δεν άντεξε την αξιοπρέπεια.
Δεν άντεξε τη Ρωμιοσύνη που ξυπνούσε μέσα του και απαιτούσε κράτος και όχι χαμόσπιτο, πατρίδα και όχι λάφυρο, μέλλον και όχι φατρίες. Γι’ αυτό και τον σκότωσαν.
Όχι τον άνθρωπο.
Το παράδειγμα.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής δεν ήθελαν μια Ελλάδα που θα στεκόταν στα πόδια της. Την ήθελαν υποτελή, ευάλωτη, μικρή, ικανοποιημένη με την επιβίωση και όχι αποφασισμένη για την Ανάσταση. Και εκεί, μέσα στις αίθουσες της Βιέννης και του Λονδίνου, ο Καποδίστριας ήταν ενοχλητικός.
Ήταν Ρωμηός σε έναν κόσμο Φράγκων.
Ήταν Ορθόδοξος σε έναν κόσμο ρωμαιοκαθολικών αυτοκρατοριών.
Ήταν ανεξάρτητος σε έναν κόσμο προτεκτοράτων.
Ήταν Κυβερνήτης σε έναν κόσμο επιτηρούμενων ηγεμονίων. Κι αυτό δεν το συγχωρούν οι αυτοκρατορίες.
Η Ελλάδα του 1831 ήταν παιδί. Παιδί που είχε μάθει να υπακούει στους κοτζαμπάσηδες, να φοβάται τους προεστούς, να διχάζεται για την κάθε πέτρα, να πολεμά όχι μόνο τον Τούρκο αλλά και τον γείτονα. Ο Καποδίστριας τους ζήτησε να μεγαλώσουν. Να γίνουν έθνος. Να γίνουν κράτος. Να γίνουν η αναστημένη Ρωμιοσύνη.
Δεν ήταν έτοιμοι. Και όταν ένα παιδί δεν είναι έτοιμο να μεγαλώσει, συνήθως σκοτώνει, συμβολικά ή πραγματικά, εκείνον που του ζητά να σταθεί στα πόδια του.
Η Ευρώπη έκλεισε τον φάκελο.
Η Ελλάδα έκλεισε τα μάτια.
Και έτσι έκλεισε μια εποχή που δεν πρόλαβε να αρχίσει.
Η Βρετανία έθαψε τα αρχεία, ο φάκελος Mauwer (Capodistrias Case) έμεινε απόρρητος, οι πραγματικοί δράστες χάθηκαν στις σκιές, οι Φαναριώτες κράτησαν τις καρέκλες τους, τα δάνεια πέρασαν, οι Πρέσβεις επανέφεραν την δική τους πολιτική τακτική. Και η Ελλάδα μπήκε στον 19ο και τον 20ό αιώνα όχι ως κράτος του Καποδίστρια, αλλά ως κράτος των προστάτιδων δυνάμεων.
Αν ζούσε εκείνος, αν προλάβαινε να στεριώσει, αν είχε δέκα χρόνια ακόμη, η Ελλάδα θα ήταν άλλη. Θα είχε άλλη διοίκηση, άλλη οικονομία, άλλη δικαιοσύνη, άλλη πολιτική κουλτούρα, άλλη αντίληψη για την πατρίδα, άλλη θέση στα Βαλκάνια και στην Ανατολή.
Θα είχε κράτος και όχι προτεκτοράτο. Θα τη Ρωμιοσύνη μέσα της και δεν θα ήταν εξάρτημα της Δύσης. Θα είχε Ιστορία και όχι υποσημείωση. Αυτό σκότωσαν. Όχι τον άνδρα, αλλά την Ελλάδα που θα γεννιόταν από τα χέρια του.
Και τώρα, διακόσια χρόνια μετά, η Ιστορία ζητά την αλήθεια της πίσω.
Η Ελλάδα της Ρωμιοσύνης, δεν μπορεί να στηριχθεί σε ψεύτικες βεντέτες, σε μυθεύματα περί προσβολών, σε εύκολους ενόχους και βολικές αφηγήσεις. Ο Καποδίστριας δεν δολοφονήθηκε ούτε από οργή, ούτε από μανιάτικο αίμα, ούτε από προσωπική διαφορά. Δολοφονήθηκε γιατί ήθελε να κάνει την Ελλάδα… Ρωμιοσύνη. Και αυτό δεν το άντεξαν οι ξένοι. Και τραγικά, δεν το άντεξαν ούτε οι Έλληνες.
Όμως η Ιστορία έχει τον τρόπο της να επιστρέφει εκεί όπου αδικήθηκε. Και το όνομα του Ιωάννη Καποδίστρια δεν θα μείνει για πάντα σε έναν βρετανικό φάκελο, ούτε σε σχολικά βιβλία που φοβούνται την αλήθεια. Η αλήθεια επιστρέφει. Η Ρωμιοσύνη επανέρχεται. Η Ελλάδα αρχίζει να θυμάται ποια είναι.
Και τότε ο Καποδίστριας δεν θα είναι πια ο δολοφονημένος Κυβερνήτης.
Θα είναι αυτό που ήταν πάντα. Ο πρώτος, ο μόνος, ο αληθινός Εθνάρχης.
Ο άνθρωπος που δεν πρόλαβαν να γονατίσουν τα σκυλιά του ανθελληνισμού. Ο άνθρωπος που σηκώνεται ξανά, κάθε φορά που ένας Έλληνας ψάχνει την Ελλάδα που χάθηκε...
Πύρινος Λόγιος
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1. Οι πολιτικοί εκτελεστές του ’21: Μαυροκορδάτος και Κωλέττης πριν και μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια Όταν έπεσε ο Καποδίστριας στα σκαλιά του Αγίου Σπυρίδωνα, η σφαίρα δεν σκότωσε μόνο έναν Κυβερνήτη. Άνοιξε τον δρόμο για να έρθουν στην επιφάνεια οι άνθρωποι που χρειάζονταν οι ξένες δυνάμεις. Πολιτικοί χωρίς ρίζες στον λαό, χωρίς δεσμούς αίματος με τον Αγώνα, διαθέσιμοι να νομιμοποιήσουν με «συνταγματικές» υπογραφές αυτό που δεν μπορούσαν να πετύχουν με κανονιοφόρους. Στην κορυφή αυτής της κατηγορίας στέκονται δύο πρόσωπα: ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Ιωάννης Κωλέττης. Με την έλευση της βαυαρικής Αντιβασιλείας, οι ξένοι επίτροποι δεν δυσκολεύτηκαν να διαλέξουν τους εγχώριους συνεργάτες τους. Γραμματέας της Επικρατείας, δηλαδή πρωθυπουργός και υπουργός Εξωτερικών, ορίστηκε ο Μαυροκορδάτος, ο οποίος –όπως ομολογεί ο ίδιος ο αντιβασιλέας Μάουρερ– «κατ’ αρχάς υπεκίνη με πολλήν ζήλον την δίκην» του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Το δε Υπουργείο των Εσωτερικών –το κατεξοχήν εργαλείο ελέγχου της χώρας– πέρασε «εις τας στιβαράς χείρας του Κωλέττη». Η σύνθεση αυτή δεν είναι τυχαία. Ο Βαυαρός αντιβασιλιάς χρειαζόταν έναν Φαναριώτη με τεράστια διεθνή εμπειρία και έναν Ρουμελιώτη πολιτευτή πρόθυμο να κάνει «τη βρώμικη δουλειά» στο εσωτερικό. Ο Μαυροκορδάτος είναι κλασικός απόγονος της φαναριώτικης παράδοσης: Μορφωμένος, γλωσσομαθής, ευρωπαΐζων, αλλά βαθύτατα εξαρτημένος από τα κέντρα της Δύσης. Στον Αγώνα έπαιξε τον ρόλο του «συνταγματικού» ηγέτη, συμμετέχοντας στην υπογραφή των δανείων του Λονδίνου, που έδεσαν την Ελλάδα χειροπόδαρα πριν καν αποκτήσει κράτος. Στην εποχή Καποδίστρια λειτούργησε ως σταθερός αντίπαλος του Κυβερνήτη, αφού οι συγκεντρωτικές –και κυρίως ανιδιοτελείς– μεταρρυθμίσεις του τελευταίου χτυπούσαν καίρια την προεπαναστατική εξουσία των Φαναριωτών και τα οικονομικά συμφέροντα της παλαιάς τάξης. Δεν είναι τυχαίο ότι η αντικαποδιστριακή εφημερίδα «Απόλλων», την οποία εξέδιδε ο νεαρός αλλά ήδη φανατισμένος φιλελεύθερος Αναστάσιος Πολυζωίδης, λειτουργούσε ουσιαστικά ω όργανο της παράταξης Μαυροκορδάτου. Το ίδιο το περιβόητο σχόλιο του Μαυροκορδάτου προς τον Πολυζωίδη –«να δούμε αν το δίχτυ που έριξες θα πιάσει τα ψάρια ή απλώς θα τα τρομάξει»– δείχνει τον κυνισμό με τον οποίο ο Φαναριώτης ηγέτης αντιλαμβανόταν τον Τύπο: όχι ως χώρο ελευθερίας, αλλά ως εργαλείο αποδομήσεως του Κυβερνήτη και προετοιμασίας της ανατροπής του. Ο Κωλέττης, από την άλλη, δεν είχε το φαναριώτικο μεγαλοπρεπές περίβλημα. Είναι γιατρός από την Ήπειρο, που μέσα στον Αγώνα μετατρέπεται σε αρχηγό της ρουμελιώτικης φατρίας και κατ’ ουσίαν σε επαγγελματία πολιτικό. Οι μαρτυρίες για τον χαρακτήρα του συγκλίνουν: Ευφυής και αδίστακτος, μανούλα στις δολοπλοκίες, με έφεση στον πλουτισμό και στις πελατειακές σχέσεις. Στο βιβλίο του Δημητρίου Φωτιάδη "Κολοκοτρώνης", βλέπουμε τον Κωλέττη, μαζί με τον Μαυροκορδάτο, να σπεύδουν να στηρίξουν την Αντιβασιλεία στο ζήτημα της σύλληψης του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα, ακόμη και όταν οι Έλληνες υπουργοί αιφνιδιάζονται και αντιδρούν. Ο Τρικούπης προτείνει παραίτηση, θεωρώντας την νυχτερινή σύλληψη χωρίς ένταλμα «κόλαφον εναντίον όλων ημών». Οι δύο όμως «περίφημοι πολιτικάντηδες του μεγάλου αγώνα», όπως τους χαρακτηρίζει ο Φωτιάδης, ο Κωλέττης και ο Μαυροκορδάτος, συντάσσονται με τον Γερμανό Σμαλτς και δηλώνουν ότι εγκρίνουν «το έκτακτο μέτρον» διότι οι περιστάσεις είναι «έκρυθμες», επαινώντας μάλιστα την «Υπερτάτην Αρχήν» για την αποφασιστικότητά της. Εδώ κατοχυρώνεται ο πραγματικός τους ρόλος: Όχι εκπρόσωποι του ελληνικού έθνους, αλλά πολιτικοί μεσάζοντες που προσφέρουν νομιμοποίηση σε μια ξένη διοίκηση προκειμένου να χτυπηθούν όσοι κρατούσαν ακόμη ζωντανό το πνεύμα του ’21. Δεν είναι μόνο θέμα χαρακτήρα, είναι και θέμα οικονομίας. Ο Κωλέττης μπαίνει στην πολιτική σχεδόν άφραγκος και μέσα σε λίγα χρόνια εμφανίζεται με σημαντική περιουσία, ακίνητα, προσόδους και δίκτυο εξαρτημένων οπαδών, που συντηρούνται από τις θέσεις και τα «ρουσφέτια» του υπουργείου. Η εικόνα ενός ανθρώπου που μετατρέπει την εξουσία σε μηχανή προσωπικού πλουτισμού αποτυπώνεται σε πολλές ξένες διπλωματικές αναφορές της εποχής και δεν διαψεύδεται από καμμία σοβαρή ιστορική μελέτη. Σε αντίθεση με τους αγωνιστές που τελείωσαν φτωχοί, ο Κωλέττης είναι από τους ελάχιστους πολιτικούς της πρώτης μετεπαναστατικής γενιάς που πεθαίνουν πλούσιοι. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την σταθερή του προσήλωση στη γαλλική –και όχι στην ελληνική– «γραμμή», εξηγεί γιατί η λαϊκή μνήμη τον έχει καταγράψει ως έναν από τους πιο διεφθαρμένους και ανθελληνικούς χαρακτήρες της εποχής. Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, οι προθέσεις των Άγγλων είναι πλέον διαφανείς. Θέλουν ένα ελληνικό κράτος μικρό, ακίνδυνο, υπό ξένη δυναστεία, δεμένο με δάνεια και οικονομικές εξαρτήσεις, κυρίως όμως αποκομμένο από τη ρωσική επιρροή και από τους ίδιους τους πρωταγωνιστές της Επανάστασης. Όσο ζούσε ο Κυβερνήτης, αυτό το σχέδιο έβρισκε απέναντί του έναν άνθρωπο που γνώριζε από μέσα τα διπλωματικά παιχνίδια των Μεγάλων Δυνάμεων και είχε τη δύναμη να πει «όχι». Μετά τη δολοφονία, στη θέση του έρχεται μια Αντιβασιλεία χωρίς λαϊκό έρεισμα, η οποία χρειάζεται ελληνικά πρόσωπα για να εφαρμόσει χωρίς πολλές αντιδράσεις την πολιτική εκκαθάριση. Τους βρίσκει στα πρόσωπα των δύο αυτών ανδρών. Η εκκαθάριση δεν αφορά μόνο τις ιδέες, αλλά και τα σώματα. Ο Φωτιάδης περιγράφει με ενάργεια το «ανθρωποκυνηγητό» που ξεκινά αμέσως μετά τη σύλληψη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα: Μυστικές διαταγές, χωροφύλακες που κυνηγούν τους καπεταναίους σε όλη την Πελοπόννησο, εκστρατείες κατά της Μάνης, όπου ο Σμαλτς διατάσσεται να ακολουθήσει «κατά πάντα» το σχέδιο του Κωλέττη. Ο Στόχος είναι ξεκάθαρος. Να χτυπηθούν οι τελευταίες εστίες αυτόνομης στρατιωτικής ισχύος, να πνιγεί ο ρωσόφιλος πόλος του ελληνικού πολιτικού σώματος και να πλημμυρίσει ο κρατικός μηχανισμός από ξένους αξιωματικούς και ντόπιους πολιτευτές πιστούς στους ευρωπαίους προστάτες τους. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Δίκη του Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα δεν είναι μια «απλή» δικαστική υπόθεση. Είναι η θεατρική κορύφωση ενός πολιτικού σχεδίου. Ο Μαυροκορδάτος τοποθετείται επικεφαλής της κυβέρνησης και –όπως μαρτυρεί ο Μάουρερ– αναλαμβάνει να υποκινήσει «με πολλήν ζήλον» την υπόθεση. Ο Κωλέττης, από τη θέση του υπουργού των Εσωτερικών, ελέγχει τον διοικητικό μηχανισμό, την χωροφυλακή, τους χαφιέδες και ασφαλώς όλα τα έγγραφα που «κατασκευάζονται» για να αποδείξουν μια ανύπαρκτη συνωμοσία. Όταν έρχεται η ώρα να στηθεί το έκτακτο Εγκληματικό Δικαστήριο, ο Μαυροκορδάτος προτείνει ως πρόεδρο τον ίδιο τον Αναστάσιο Πολυζωίδη. Του παραδίδει το βασιλικό βούλευμα και του υπενθυμίζει, με τη γνωστή δήλωσή του, ότι «η μόρφωση και τα φρονήματά σου πρέπει να αποδείξουν ότι το δίχτυ δεν το μεταχειρίστηκες για να πιάσεις τα ψάρια και έπειτα να τα παρατήσεις». Η φράση αυτή είναι καταδικαστική και για τους δύο: Αποδεικνύει ότι ο «Απόλλων» υπήρξε οργανικό εργαλείο του Μαυροκορδάτου για την πτώση του Καποδίστρια και ότι τώρα οι ίδιοι άνθρωποι επιχειρούν να χρησιμοποιήσουν τον Πολυζωίδη για να σφραγιστεί με θανατική καταδίκη, η εξόντωση του αρχιστράτηγου της Επανάστασης. Η κατάληξη είναι γνωστή. Εκεί ακριβώς που υπολόγιζαν ότι θα βρουν τον πιο βολικό πρόεδρο, βρήκαν την πιο απρόσμενη αντίσταση. Ο Πολυζωίδης –μαζί με τον Τερτσέτη– αρνείται να υπογράψει την απόφαση θανάτου, ξεγυμνώνει με τη στάση του την πολιτική διαταγή πίσω από τη δίκη, εκθέτει διεθνώς την Αντιβασιλεία, τους προστατευόμενούς της Κωλέττη και Μαυροκορδάτο και, κατ’ επέκταση, τους ίδιους τους ξένους κυρίους τους. Από εκεί και πέρα, όσες δικαιολογίες κι αν επιστρατεύτηκαν, όσες «εθνικές ανάγκες» κι αν επικαλέστηκαν, η εικόνα είχε παγώσει: από τη μια μεριά, ο Γέρος του Μοριά, κλεισμένος στο Παλαμήδι, και δίπλα του οι πληγές του ’21. Από την άλλη, οι υπουργοί της Αντιβασιλείας, με πρόσωπο φαναριώτικο και ρουμελιώτικο, να χειροκροτούν τις εντολές των ξένων. Αυτοί είναι οι δύο βασικοί πολιτικοί εκτελεστές του Καποδίστριακού οράματος και του στρατοπέδου των αγωνιστών. Ο Μαυροκορδάτος, ο «καθώς πρέπει» Ευρωπαίος, που δεν δίστασε να μετατρέψει τον φιλελευθερισμό σε όχημα ξένης εξάρτησης και ο Κωλέττης, ο άνθρωπος των παρασκηνίων, που έκανε περιουσία πάνω στα ερείπια ενός απελευθερωτικού πολέμου. Μαζί με την Αντιβασιλεία και με την ανοιχτή στήριξη της Αγγλίας, επιχειρούν να τελειώσουν αυτό που άρχισε με τη δολοφονία του Καποδίστρια, δηλαδή την εκκαθάριση της ζωντανής Ελλάδας του ’21, ώστε να μείνει ένα κράτος μικρό, υπάκουο και ελεγχόμενο. Η ονομαζόμενη από τον Τρικούπη «Δίκη του Αιώνα», δεν ήταν παρά ο καθρέφτης αυτής της εκκαθάρισης. Και γι’ αυτό, στο τέλος, η Ιστορία δεν θυμάται ποιος υπέγραψε τα πρακτικά. Θυμάται ποιοι υπέγραψαν την ηθική χρεοκοπία τους. 2. Πώς διαμορφώθηκε το πρώτο Ψευτορωμαίικο: Η πολιτική μετάλλαξη του έθνους, η διαπλοκή με τον λαό και η πορεία προς την πρώτη χρεοκοπία. Η Ελλάδα μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια μπήκε ακριβώς σε μια ζώνη σκοταδιού. Το κράτος που άρχισε να συγκροτείται δεν ήταν ούτε η φυσική συνέχεια του οράματος του Κυβερνήτη ούτε η πολιτειακή ωρίμανση του Αγώνα. Ήταν ένα μόρφωμα εξαρτημένο, θεσμικά ατελές, πολιτικά ευάλωτο και, το κυριότερο, ηθικά ρευστό. Ήταν ένα κράτος που φόρεσε μια στολή Ρωμαίϊκου, χωρίς να διαθέτει το ήθος, την ενότητα και την πνευματική βαρύτητα της Ρωμιοσύνης. Γι’ αυτό και ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, μέσα από προφητεία του, το ονόμασε, με εκείνη τη λαϊκή διαύγεια που συχνά προηγείται της επιστήμης, «Ψευτορωμαίικο», και το όνομα αυτό, σαν κατάρα που περιγράφει σύστημα και όχι απλώς εποχή, έμεινε να μας ακολουθεί μέχρι σήμερα. Η πρώτη και βαθύτερη τομή υπήρξε η ρήξη με το ρωμαίικο υπόβαθρο. Ο Καποδίστριας, με όλες τις ατέλειες της εποχής και με όλες τις συγκρούσεις που προκάλεσε, επιχειρούσε να θεμελιώσει ένα κράτος Ρωμαίϊκο, δηλαδή ένα κράτος που θα πατούσε πάνω στην πολιτειακή συνέχεια της Ανατολικής Ρωμαϊκής παράδοσης, με έμφαση στην κοινωνική συνοχή, στην ορθόδοξη πνευματικότητα ως συνεκτικό ιστό και, προπάντων, στην πολιτική αυτάρκεια. Με τον θάνατό του, όμως, επικράτησαν δύο δυνάμεις που ήταν εκ φύσεως ασύμβατες με αυτή τη λογική. Από τη μία, η φαναριώτικη ολιγαρχία, ένα ενδιάμεσο σώμα εξουσίας που ήδη από την προεπαναστατική εποχή λειτουργούσε ως γέφυρα ξένων συμφερόντων και αντιμετώπιζε την Ελλάδα ως διοικητικό λάφυρο. Από την άλλη, η βαυαρική αντιβασιλεία, η οποία εισήγαγε ένα δυτικόσχημο μοντέλο κράτους, όχι απλώς «ξένο» θεσμικά, αλλά αποκομμένο από την πολιτισμική και κοινωνική πραγματικότητα των Ελλήνων. Η σύζευξη αυτών των δύο γέννησε ένα κράτος - υβρίδιο. Δυτικό ως προς τη μορφή των θεσμών και ανατολίτικο ως προς την πρακτική της εξουσίας. Έτσι χάθηκε η ιστορική συνέχεια και αντικαταστάθηκε από μιμητισμό χωρίς ουσία, ενώ οι κοινωνικές δομές που γέννησε ο Αγώνας διαλύθηκαν συστηματικά, όχι ως ατύχημα, αλλά ως προϋπόθεση για να κυβερνηθεί ο τόπος. Από αυτή τη ρήξη προέκυψε το δεύτερο θεμέλιο του Ψευτορωμαίϊκου. Δηλαδή η μετατροπή του λαού σε αντικείμενο διαπλοκής και η γέννηση της πελατειακής δημοκρατίας, πριν καν υπάρξει ώριμη ταξική διάρθρωση ή σταθερό πλαίσιο θεσμικής συμμετοχής. Η πολιτική δεν οργανώθηκε ως σχέση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, αλλά ως αλυσίδα εξάρτησης. Θέσεις, γαίες, οφίτσια, επιδόματα, υποσχέσεις και μικρές «εξυπηρετήσεις» έγιναν το νόμισμα με το οποίο αγοράστηκε η πίστη και κατασκευάστηκε οπαδός στη θέση του πολίτη. Ο Κωλέττης οικοδόμησε στη Ρούμελη το δίκτυο του κομματικού του κράτους, ο Μαυροκορδάτος στερέωσε έναν μηχανισμό φαναριώτικης επιρροής στα διοικητικά κέντρα, ενώ οι Βαυαροί μοίραζαν εξουσία και προνόμια σε προστατευόμενους, παρακάμπτοντας τους αγωνιστές και την κοινωνία που μόλις είχε εξέλθει από πόλεμο. Το τραγικό σημείο είναι ότι ο λαός, εξαντλημένος, φτωχός και χωρίς θεσμική γλώσσα να εκφράσει συλλογική βούληση, άρχισε να αντιλαμβάνεται το κράτος όχι ως κοινό σπίτι, αλλά ως μηχανισμό εύνοιας. Και ακριβώς εκεί πεθαίνει το ρωμαίικο πνεύμα, διότι η Ρωμιοσύνη προϋποθέτει κοινότητα, ευθύνη, συνέχεια και πίστη ως κοινωνικό δεσμό, ενώ το Ψευτορωμαίικο απαιτεί απλώς ψήφο και υποταγή στο δίκτυο. Η ηθική αυτοκτονία του νέου πολιτικού συστήματος ολοκληρώθηκε με τον τρόπο που συγκροτήθηκαν τα πρώτα κόμματα. Κόμματα όχι ως φορείς εθνικού σχεδίου, αλλά ως παραρτήματα ξένων προστατών. Ήδη από τη δεκαετία του 1830, η πολιτική ζωή διασπάται σε Αγγλικό, Γαλλικό και Ρωσικό κόμμα, ονομασίες που δεν υπήρξαν "μεταφορικές" αλλά κυριολεκτικές! Τα κόμματα δεν εξέφραζαν συνεκτικές ιδέες για την οργάνωση της πολιτείας, εξέφραζαν εξωτερικές γραμμές. Με αυτόν τον τρόπο, ο λαός παιδαγωγήθηκε στη νοοτροπία ότι η πρόοδος δεν γεννιέται από δικό του όραμα, αλλά από «ξένο σωτήρα», από ξένη πλάτη, από ξένη επιταγή. Έτσι το κράτος έχασε την έννοια της εθνικής στρατηγικής, η πολιτική ταυτίστηκε με την υποτέλεια, οι τοπάρχες έγιναν μεσάζοντες ανάμεσα στον λαό και στα προξενεία, και η πολιτική ηθική αντικαταστάθηκε από τη μόνιμη ιδεολογία του συμφέροντος. Το σχήμα ήταν δυτικό στη μορφή και οθωμανικό στη λειτουργία. Ένα τοξικό μείγμα δηλαδή, θεσμικά αντιφατικό και κοινωνικά διαλυτικό. Από εδώ άνοιξε και ο οικονομικός δρόμος προς την πρώτη χρεοκοπία, ως φυσική συνέπεια μιας πολιτείας που γεννήθηκε πρόωρα χρεωμένη και διαχειριζόταν την ανεπάρκειά της με δανεισμό αντί για παραγωγή και θεσμική πειθαρχία. Η Ελλάδα του 1830 δεν διέθετε βιομηχανία, υποδομές, ολοκληρωμένη φορολογία ή σταθερό νόμισμα. Διέθετε όμως το βάρος των δανείων του Λονδίνου που είχαν υπογραφεί μέσα στον Αγώνα και τώρα μετατράπηκαν σε κρατικό φορτίο. Σε μια χώρα κατεστραμμένη, μεγάλος όγκος των περιορισμένων οικονομικών δυνατοτήτων κατευθυνόταν στην εξυπηρέτηση τόκων και χρεολυσίων, ενώ ταυτόχρονα η Αντιβασιλεία επέβαλε δυσανάλογες δαπάνες. Προσλήψεις, στρατιωτικό μηχανισμό πέρα από τις αντοχές της κοινωνίας, διοικητικούς θεσμούς «ευρωπαϊκού τύπου» που απαιτούσαν χρήμα και προσωπικό, όλα στηριγμένα σε νέους δανεισμούς. Όταν ο Όθωνας ενηλικιώθηκε, το κράτος είχε ήδη πάρει την κλίση της πτώσης και η πρώτη επίσημη στάση πληρωμών του 1843 δεν ήταν ατύχημα, αλλά η λογική κατάληξη μιας γέννησης υπό καθεστώς εξάρτησης. Μια χώρα που δεν πρόλαβε καν να γίνει πραγματικό κράτος, πρόλαβε όμως να γίνει υπερχρεωμένο κράτος, και το χρέος αυτό, πριν γίνει λογιστικό, υπήρξε πολιτειακό και ηθικό. Το πιο οδυνηρό, όμως, δεν είναι ότι εγκαθιδρύθηκε ένα σύστημα διαπλοκής, αλλά ότι το σύστημα αυτό δίδαξε. Δίδαξε τον λαό πως η αξιοκρατία είναι μύθος, πως η δικαιοσύνη λειτουργεί με διαχωρισμούς, πως η ευνοιοκρατία είναι νόμος, πως το κράτος είναι κάτι ξένο, έξω από τον πολίτη, αλλά αναγκαίο για να τον «βολέψει». Αυτή η διδασκαλία ρίζωσε ως κουλτούρα και γι’ αυτό το "Ψευτορωμαίϊκο" δεν είναι απλώς μια περίοδος του 19ου αιώνα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκε η μετακαποδιστριακή πολιτεία, πάνω στο κενό που άφησε η δολοφονία του Κυβερνήτη και πάνω στην εκκαθάριση της γενιάς των αγωνιστών από τους συνεργάτες της Αντιβασιλείας. Έτσι, μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες, η Ελλάδα έχασε την πνευματική και πολιτειακή της συνέχεια, υποτάχθηκε στη δυτική διαχείριση, γέννησε ένα πολιτικό σύστημα εξάρτησης, έστησε την πελατειακή δημοκρατία ως δεύτερη φύση και οδηγήθηκε στην πρώτη της χρεοκοπία. Το πρώτο Ψευτορωμαίικο υπήρξε αντεπανάσταση, όχι απλώς ως πολιτικό γεγονός, αλλά ως αλλοίωση της ίδιας της έννοιας του κράτους. Και η ήττα δεν ήρθε όταν πολεμούσαμε τον εξωτερικό εχθρό· ήρθε όταν χάσαμε το νόημα της κοινής πολιτείας, όταν η ελευθερία μεταφράστηκε σε λάφυρο και η πατρίδα σε μηχανισμό εξυπηρετήσεων. Γιατί τελικά, η Ελλάδα δεν έχασε από τον εχθρό της. Έχασε από τον εαυτό της.. |
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Mark Mazower, The Greek Revolution: 1821 and the Making of Modern Europe (Penguin Press, 2021). 2. Douglas Dakin, The Greek Struggle for Independence, 1821–1833 (University of California Press, 1973). 3. David Brewer, The Greek War of Independence: The Struggle for Freedom from Ottoman Oppression and the Birth of the Modern Greek Nation (Overlook Press, 2001)
4.Peter H. Paroulakis, The Greek War of Independence (Hellenic International Press, 1984) 5.C. M. Woodhouse, Capodistria: The Founder of Greek Independence (Oxford: Clarendon Press, 1973) 6.Βιογραφικά/ερμηνευτικά κείμενα στο Capodistrias Museum (Corfu), Ioannis Capodistrias
7.C. W. Crawley, “John Capodistrias and the Greeks before 1821”
8.I. Lyritzis, "Ioannis Capodistrias: a brilliant personality of modern Greek and European history", Greek Studies, London 9. Aυτοβιογραφία,"Ιωάννης Καποδίστριας" εκδ. Γαλαξίας-Ερμείας, 1992 10. Τούντα-Φεργάδη Αρετή, "Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Διπλωμάτης", εκδ. Γ. Σιδέρης, 2003
11.Δαφνής Γ. , "Η Γέννηση του Ελληνικού Κράτους - Καποδίστριας", εκδ. Ικαρος, 1976 12. Δημ. Φωτιάδης, Κολοκοτρώνης, 1968 13. Δημ. Κοκκινάκης, "Αθώοι του αίματος τούτου", Αθήνα 1996 14. Ενεπεκίδης Πολυχρ. "Ιωάννης Καποδίστριας, 176 Ανέκδοτα Γράμματα", Αθήνα 1966



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου