
Ήταν άνοιξη του 1935 στο Καρλόβασι της Σάμου. Η Μαρίκα, 19 χρονών, κόρη του καφετζή, και ο Αντώνης, 22 χρονών, ψαράς χωρίς βάρκα δική του. Αγαπιόντουσαν από παιδιά.
Προίκα δεν υπήρχε. Ο πατέρας της Μαρίκας είχε χρέη από τον καφενέ. Το μόνο που μπορούσε να δώσει ήταν ένα στρώμα και δυο καρέκλες. Η μάνα του Αντώνη έλεγε: “Χωρίς σπίτι και προίκα, γάμος δεν γίνεται. Θα σας φάει η ντροπή στο χωριό”.Οι προξενήτρες είχαν ήδη φέρει στη Μαρίκα τον Γιώργη τον μπακάλη. 40 χρονών, χήρος με τρία παιδιά, μα είχε σπίτι διώροφο και μαγαζί. “Θα ζήσεις σαν βασίλισσα”, της έλεγε η θεία της. Η Μαρίκα έσφιγγε τα δόντια.
Ένα βράδυ του Μάη, ο Αντώνης τη βρήκε στο πηγάδι.
“Ή φεύγουμε απόψε, ή αύριο σε αρραβωνιάζουν. Διαλέγεις”.
“Να πάμε πού;
“Θα πάμε απέναντι. Ικαρία. Εκεί έχω ξάδερφο στα Ράχες. Ψαρεύω μαζί του, χτίζουμε μια κάμαρα σιγά σιγά. Μα θα είμαστε οι δυο μας”.
Δεν πήραν τίποτα. Η Μαρίκα έβαλε μόνο το μαντήλι της μάνας της στον κόρφο. Κατέβηκαν στο Γιαλισκάρι ξυπόλητοι για να μην ακουστούν. Ο Μήτσος ο βαρκάρης τους πέρασε νύχτα στον Εύδηλο για ένα τσουβάλι πατάτες και τον λόγο του Αντώνη ότι θα του το ξεπλήρωνε με ψάρια.
Στην Ικαρία τους παντρεύτηκε ο παπά-Λευτέρης στο ξωκλήσι του Αϊ-Γιάννη, με μάρτυρες δυο βοσκούς. Στεφάνι από κληματόβεργες και πολύ αγάπη.
Τα πρώτα χρόνια έμεναν σε μια καλύβα πάνω από τον Χριστό Ραχών. Ο Αντώνης ψάρευε, η Μαρίκα έπλεκε κοφίνια και τα πουλούσε στο πανηγύρι. Πείνασαν, κρύωσαν, μάλωσαν. Μα κάθε βράδυ άκουγαν τη θάλασσα και λέγαν “δικά μας είναι”.
Το 1938 έπιασε ο Αντώνης τόνο 60 οκάδες,τον πούλησε στον Πειραιά, με τα λεφτά αγόρασαν δυο μουλάρια και άρχισαν να χτίζουν. Το 1940, πριν πιάσει ο πόλεμος, είχαν σπίτι με αυλή. Μικρό, με πεζούλα και βασιλικό.
Ο πατέρας της Μαρίκας δεν της μίλησε για 8 χρόνια. Ήρθε πρώτη φορά στο σπίτι τους το 1943, με τους Γερμανούς στο νησί, για να κρυφτεί. Η Μαρίκα του έστρωσε στο κρεβάτι της. “Συγγνώμη κόρη μου”, της είπε. “Σπίτι δεν σου έδωσα, μα έφτιαξες εσύ καλύτερο”.
Γέρασαν μαζί στις Ράχες. Έκαναν 5 παιδιά. Όταν τα εγγόνια ρωτούσαν “γιαγιά, προίκα δεν είχες;” εκείνη γελούσε.
“Είχα, την αγάπη μου και μου έφτασε για να αγοράσω ολάκερο νησί”.
Άννα Δανάλη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου