Του Γιώργου Χατζηδημητρίου.
Την ημέρα που αυτές οι δύο άγουρες στην Ηλιούπολη πιαστήκαν από το χέρι και βούτηξαν στο κενό θα έπρεπε ο χρόνος να είχε παγώσει.
Η Βουλή όφειλε να αναστείλει κάθε άλλη εργασία της και να αφιερώσει τη συνεδρίαση σε αυτή τη συγκλονιστική απώλεια και τους άβολους συμβολισμούς της. Να έπαιρναν τον λόγο η σημερινή ηγεσία του υπουργείου Παιδείας και όλοι όσοι προηγουμένως πέρασαν από αυτό το πόστο και να μας εξηγήσουν -αν μπορούν- τι φταίει.
Το ίδιο θα ’πρεπε να κάνει και η αλλοπρόσαλλη και αλαφιασμένη από τα συνεχή χτυπήματα της εξουσίας κοινωνία μας που, για να παραφράσουμε τον Σεφέρη, «δεν ξέρει πια πώς να πεθάνει». Να σκύψουμε με περίσκεψη εντός μας και για μια φορά να ενδοσκοπήσουμε με τη βοήθεια ειδικών, σωστά και να εννοήσουμε από ποια ύψη «πέσαμε εδώ στα χαμηλά ανίδεοι και χορτάτοι» (και πάλι Σεφέρης), να δούμε με θάρρος τι μας συμβαίνει και να καταλάβουμε πώς ξεπέσαμε σε αυτή την απελπιστική κατάντια όπου οι 16άρηδες, αντί, όπως λέει ο στίχος του Διονύση, να τους γ@@@ν τα λύκεια, να γίνονται ιδανικοί αυτόχειρες γιατί κρίνουν ότι αυτή η ζωή είναι ανυπόφορη.
Φυσικά, κάτι τέτοιο προϋποθέτει έναν ορισμένο βαθμό γενναιότητας και συλλογικής αυτογνωσίας κι όχι νευρόσπαστα ανθρωπάκια, βυθισμένα στις σκοτούρες της βιωτής, τη βαθιά έλλειψη Παιδείας και τις λογικές ατομικής σωτηρίας.
Το διάβημα των δύο κοριτσιών, όπως παρατηρώ μέρες τώρα, είναι σαν να μη συνέβη ποτέ. Πολιτική τάξη και πολίτες το έχουν ενοχικά καταχωνιάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο γιατί μας φέρνει αντιμέτωπους με την κατάντια και την ηθική χρεοκοπία μας. Σαν να μη θέλουμε να κοιταχτούμε στα μάτια. Προτού χρεοκοπήσουμε στην οικονομία, είχαμε χάσει την ψυχή μας. Ποιος θέλει να θυμάται ό,τι ακυρώνει τις βολικές ψυχολογικές υπεραναπληρώσεις με τις οποίες παραμυθιάζεται;
Άλλωστε, από αρχαιοτάτων, το ίδιο κάναμε – να σε κάτι που μοιάζουμε στους προγόνους. Το κοινό στο Θέατρο του Διονύσου που παρακολουθούσε με οδύνη το έργο του Φρυνίχου «Μιλήτου Άλωσις», που πραγματευόταν την πτώση της Μιλήτου στους Πέρσες, λύγισε συναισθηματικά, βλέποντας την καταστροφή. Οι Αθηναίοι τιμώρησαν τον Φρύνιχο «γιατί τους θύμισε οικεία κακά» και απαγόρευσαν διά νόμου να ξαναπαιχτεί το έργο.
Εμείς, προχωρώντας το πιο κάτω, τιμωρούμε τα νιάτα, τους φορείς του μηνύματος. Κατηγορεί τη νεολαία ένα σύστημα το οποίο το μοναδικό «παιδαγωγικό» μήνυμα που εκπέμπει είναι η αξία της κλεψιάς και το κυνήγι του κέρδους. Ένας συρφετός βολεμένων παρτάκηδων που υπερθεμάτιζαν λυσσαλέα, για παράδειγμα, στο λουκέτο στην ΕΡΤ και τώρα μια χαρά «τρύπωσαν» σε θέσεις συμβούλων ή σε εκπομπές παγκοσμίως αδιάφορες στην κρατική ραδιοτηλεόραση κι αρμέγουν παρασιτικά δημόσιο χρήμα.
Σε κλίμα γενικής παραίτησης, οι γονείς παρκάρουν τα βλαστάρια τους στα σχολεία, οι καθηγητές αδυνατούν πλέον να διαχειριστούν προβλήματα που τους υπερβαίνουν, η κοινωνία αδιαφορεί παντελώς και τα παιδιά μας πελαγωμένα από διαφημιστικά πρότυπα σε επιθυμίες που τσαλακώνονται από τη σκληρή πραγματικότητα χάνουν και την τελευταία τους λάμψη στην γκρίζα διαδρομή σχολείο – φροντιστήριο – σπίτι, σε έναν τόπο που τους αρνείται το μέλλον.
Το είχε τις προάλλες 4,5 ώρες σε εξαντλητική συνέντευξη ένα ανιψάκι μου, ένας γερμανικός τουριστικός κολοσσός, βλέποντας ότι μπροστά του, μόλις 24 χρονών, έχει ένα τεφαρίκι που μιλάει άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά και αραβικά. Τώρα είναι υπεύθυνος Ν/Α Ευρώπης. «Δεν θα γυρίσω πίσω, θείε» μου λέει στο «Ελ. Βενιζέλος» που πήγαμε να τον ξεπροβοδίσουμε. «Μη στενοχωριέσαι, παλικάρι μου» του λέω κι εγώ. «Μεριμνά γι’ αυτό η πολιτική τάξη της χώρας»!

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου