Η συζήτησις αυτή, όπως καταγράφεται εις την ελληνικήν εφημερίδα «Η Εσπερία» της 26ης Μαρτίου 1920, δεν ήτο προϊόν φαντασίας, αλλά αντικείμενον πραγματικών διπλωματικών ζυμώσεων. Ο ίδιος ο Γάλλος Υπουργός των Εξωτερικών, Γκαμπριέλ Ανότω, ετόλμησε να θέσει το ερώτημα ανοικτά: εάν η Ευρώπη επιθυμούσε μίαν διαρκή λύσιν εις το Ανατολικόν Ζήτημα, θα ηδύνατο να εξετασθή η απόδοσις της Κωνσταντινουπόλεως εις την Ελλάδα.

Η στιγμή ήτο ιστορικώς φορτισμένη. Από την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Οθωμανών την 29ην Μαΐου 1453 έως το 1920, είχον παρέλθει 467 έτη. Σχεδόν πέντε αιώνες κατά τους οποίους η πόλις, το κατεξοχήν σύμβολον της βυζαντινής και ελληνικής συνέχειας, ευρίσκετο εκτός του ελληνικού πολιτικού χώρου.

Και όμως, το 1920, διά μίαν σύντομον αλλά κρίσιμον ιστορικήν στιγμήν, η επαναφορά της εις την ελληνικήν κυριαρχίαν εφαίνετο εις ορισμένους κύκλους όχι ως όνειρον, αλλά ως πιθανότητα.

Η Ελλάς τότε ήτο κράτος εν αναπτύξει, με αυτοπεποίθησιν, με στρατηγικόν όραμα και, κυρίως, με πολιτικήν τάξιν η οποία, παρά τα εσωτερικά της πάθη, αντελαμβάνετο την γεωπολιτικήν αξίαν του χώρου.

Ένα αιώνα αργότερα, η ιστορική κατεύθυνσις φαίνεται να έχει αντιστραφεί.

Διότι ενώ το 1920 η διεθνής συγκυρία επέτρεπε εις την Ελλάδα να συζητά την επέκτασίν της προς την Κωνσταντινούπολιν, σήμερον η συζήτησις εις τον ελληνισμόν περιστρέφεται γύρω από το αντίθετον: όχι πώς θα επεκταθή, αλλά πώς θα διατηρήση ό,τι ήδη υπάρχει.

Η Κύπρος αποτελεί το πλέον χαρακτηριστικόν παράδειγμα αυτής της μεταβολής.

Από το 1974, το 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας τελεί υπό τουρκικήν κατοχήν. Και ενώ η στρατιωτική πραγματικότης παγιώθη διά της ισχύος, η πολιτική πραγματικότης επιχειρείται να παγιωθή διά της διαπραγματεύσεως.

Εις το σημείον αυτό ανακύπτει το πλέον κρίσιμον ερώτημα: ποία είναι η φύσις της πολιτικής βουλήσεως του ελληνισμού εις τον 21ον αιώνα;

Διότι η ιστορία διδάσκει ότι τα κράτη δεν απωλέσαν μόνον εδάφη διά της ήττης. Τα απώλεσαν και διά της αποδοχής.

Το 1920, μετά από 467 έτη οθωμανικής κυριαρχίας, η ιδέα της επιστροφής της Κωνσταντινουπόλεως εις τον ελληνικόν κόσμο ετέθη επί τάπητος διότι υπήρχεν πολιτική τάξις ικανή να την συλλάβη ως δυνατότητα.

Σήμερον, μετά από μόλις πέντε δεκαετίες κατοχής εις την Κύπρον, η κυρίαρχη πολιτική αντίληψις δεν είναι η ανατροπή της πραγματικότητος, αλλά η διαχείρισίς της.

Η μεταβολή αυτή δεν είναι απλώς στρατηγική. Είναι υπαρξιακή.

Διότι τα έθνη δεν καθορίζονται μόνον από τας εξωτερικάς πιέσεις, αλλά και από τα όρια τα οποία τα ίδια θέτουν εις την φαντασίαν των.

Και όμως, η ιστορία συνεχίζει να παράγει παράδοξα.

Χθες (10/3/2026), εις την αεροπορικήν βάσιν «Ανδρέας Παπανδρέου» της Πάφου, πραγματοποιήθη μία τριμερής συνάντησις η οποία υπενθύμισε πόσον κεντρική παραμένει η Ανατολική Μεσόγειος εις τας ευρωπαϊκάς γεωπολιτικάς ισορροπίας.

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης υπεδέχθη ταυτοχρόνως τον Γάλλον Πρόεδρον Εμανουέλ Μακρόν και τον Έλληνα Πρωθυπουργόν Κυριάκον Μητσοτάκην εις μίαν έκτακτον τριμερή σύσκεψιν ασφαλείας. Η επίσκεψις έλαβε χώραν εν μέσω της κλιμακουμένης εντάσεως εις την Μέσην Ανατολήν και μετά τα πρόσφατα επεισόδια εις την περιοχήν της Ανατολικής Μεσογείου.

Το μήνυμα το οποίον εξεπεμφθη ήτο σαφές: η Κύπρος δεν αποτελεί μόνον ένα μικρόν κράτος εις την περιφέρειαν της Ευρώπης, αλλά στρατηγικόν προκεχωρημένον φυλάκιον της εις μίαν από τας πλέον ασταθείς γεωπολιτικάς ζώνας του πλανήτου.

Ο ίδιος ο Μακρόν εδήλωσε ότι «όταν η Κύπρος δέχεται επίθεσιν, η Ευρώπη δέχεται επίθεσιν», υπογραμμίζων την ευρωπαϊκήν διάστασιν της ασφάλειας του νησιού.

Η εικόνα έχει μίαν βαθύν ιστορικήν ειρωνείαν.

Το 1920 η Ευρώπη εσυζητούσε το ενδεχόμενον η Κωνσταντινούπολις να επιστρέψη εις την Ελλάδα. Σήμερον, η Ευρώπη συζητεί πώς θα προστατεύση την Κύπρον από την γεωπολιτικήν αστάθειαν της Ανατολικής Μεσογείου.

Η σύγκρισις είναι αναπόφευκτος.

Τότε, ο ελληνισμός ευρίσκετο εις θέσιν να συζητά την επιστροφήν της ιστορικής του πρωτευούσης σχεδόν πέντε αιώνες μετά την απώλειάν της.

Σήμερον, ο ελληνισμός ευρίσκεται εις θέσιν να διαπραγματεύεται την μορφήν της διαιρέσεως ενός νησιού το οποίον αποτελεί ήδη ανεξάρτητον κράτος.

Η διαφορά δεν είναι μόνον γεωπολιτική. Είναι διαφορά ιστορικής αυτοαντιλήψεως. Διότι το θεμελιώδες ερώτημα δεν είναι εάν η Κωνσταντινούπολις ηδύνατο ποτέ να επιστρέψη εις την Ελλάδα.

Το θεμελιώδες ερώτημα είναι εάν ο ελληνισμός του σήμερα διαθέτει ακόμη την πολιτικήν βούλησιν να αντισταθή εις την ιστορικήν συρρίκνωσιν.

Διότι η ιστορία δεν καθορίζεται μόνον από τα γεγονότα. Καθορίζεται από εκείνους οι οποίοι αποδέχονται ή αρνούνται να τα θεωρήσουν οριστικά.





Πηγή:  Βιβλιοθήκη & Ερευνητικό Κέντρο - CVAR

sigmalive.com