Νέα τουρκική αμφισβήτηση για Ρω και Στρογγύλη – Γιατί η Άγκυρα ξαναβάζει το Καστελόριζο στο στόχαστρο.
Νέο κύμα αμφισβητήσεων γύρω από το Καστελόριζο, τη Ρω και τη Στρογγύλη καταγράφεται στον τουρκικό δημόσιο λόγο, σε μια περίοδο κατά την οποία οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εμφανίζουν εκ νέου σημάδια έντασης και η στρατηγική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ βρίσκεται σταθερά στο μικροσκόπιο της Άγκυρας.
Αυτή τη φορά το τουρκικό τηλεοπτικό δίκτυο A Haber προχώρησε πέρα από τις γνωστές αναφορές περί «στρατιωτικοποίησης» ελληνικών νησιών και έθεσε ευθέως ζήτημα κυριαρχίας για τη Ρω και τη Στρογγύλη, υποστηρίζοντας σε εκπομπή του ότι οι δύο νησίδες «δεν ανήκουν στην Ελλάδα».
Το ίδιο ρεπορτάζ επέμεινε στη γεωγραφική εγγύτητα του Καστελόριζου με τις τουρκικές ακτές, αναφέροντας απόσταση περίπου 1.950 μέτρων και σχολιάζοντας την παρουσία ελληνικού πολεμικού πλοίου στην περιοχή. Η σχετική αναφορά επιβεβαιώνεται και από σημερινές καταγραφές του τουρκικού ρεπορτάζ.
Η ουσία όμως δεν βρίσκεται στα χιλιόμετρα.
Η κυριαρχία ενός νησιού δεν καθορίζεται από το πόσο κοντά βρίσκεται σε μια άλλη χώρα. Καθορίζεται από διεθνείς συνθήκες, συμφωνίες και το ισχύον νομικό καθεστώς.
Γιατί επανέρχεται τώρα το Καστελόριζο
Η χρονική συγκυρία έχει ιδιαίτερη σημασία.
Οι αναφορές εμφανίζονται λίγες ημέρες μετά την επίσκεψη του Κυριάκου Μητσοτάκη στο Καστελόριζο, στη Ρω και στη Στρογγύλη, μαζί με τον Πρόεδρο της Βουλής Νικήτα Κακλαμάνη και τον Αρχηγό ΓΕΕΘΑ Δημήτριο Χούπη. Κατά την επίσκεψη πραγματοποιήθηκαν και επισκέψεις στα επιτηρητικά φυλάκια των δύο μικρονήσων.
Στο τουρκικό τηλεοπτικό αφήγημα, η γεωγραφία μετατρέπεται σε πολιτικό επιχείρημα.
Το Καστελόριζο παρουσιάζεται διαρκώς ως ένα ελληνικό νησί «δίπλα» στις τουρκικές ακτές, ενώ η Ρω και η Στρογγύλη εμφανίστηκαν στον χάρτη του A Haber με τις τουρκικές ονομασίες «Καράαντα» και «Φενέρ Αντασί».
Αυτό έχει ιδιαίτερη επικοινωνιακή σημασία.
Η επαναλαμβανόμενη χρήση διαφορετικών ονομασιών, χαρτών και γεωγραφικών αποστάσεων μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο εδραίωσης ενός συγκεκριμένου αφηγήματος στην τουρκική κοινή γνώμη, χωρίς αυτό να μεταβάλλει από μόνο του το υφιστάμενο νομικό καθεστώς.
Τι λένε πραγματικά οι διεθνείς συνθήκες
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο σημείο.
Το ελληνικό Υπουργείο Εξωτερικών παραπέμπει σε συγκεκριμένο συμβατικό πλαίσιο για τα Δωδεκάνησα.
Το άρθρο 15 της Συνθήκης της Λωζάννης του 1923 καταγράφει την παραίτηση της Τουρκίας υπέρ της Ιταλίας από δικαιώματα και τίτλους επί των Δωδεκανήσων που αναφέρονται στη Συνθήκη και επί του Καστελόριζου. Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947, η Ιταλία εκχώρησε στην Ελλάδα «εν πλήρει κυριαρχία» τα Δωδεκάνησα, μεταξύ αυτών το Καστελόριζο, καθώς και τις παρακείμενες νησίδες.
Αυτό αποτελεί το βασικό νομικό θεμέλιο της ελληνικής θέσης.
Παράλληλα, το ελληνικό ΥΠΕΞ επισημαίνει ότι νοτίως της Σάμου, μεταξύ Δωδεκανήσων και τουρκικών ακτών, τα θαλάσσια σύνορα συνδέονται με την Ιταλοτουρκική Συμφωνία του Ιανουαρίου 1932 και το Πρωτόκολλο της 28ης Δεκεμβρίου 1932, στις σχετικές προβλέψεις των οποίων η Ελλάδα θεωρεί ότι υπεισήλθε ως διάδοχο κράτος της Ιταλίας μετά το 1947.
Στην ελληνική επίσημη καταγραφή, η Ρω και η Στρογγύλη περιλαμβάνονται στις νησίδες του Καστελόριζου.
Επομένως, η γεωγραφική αναφορά ότι το Καστελόριζο βρίσκεται πολύ κοντά στην Ανατολία δεν αποτελεί από μόνη της νομικό επιχείρημα περί αλλαγής κυριαρχίας.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι πολύ μεγαλύτερο από δύο μικρονήσους
Γιατί όμως υπάρχει τέτοια επιμονή σε δύο μικρές νησίδες;
Διότι το σύμπλεγμα της Μεγίστης έχει δυσανάλογα μεγάλη γεωστρατηγική σημασία σε σχέση με την έκτασή του.
Καστελόριζο, Ρω και Στρογγύλη βρίσκονται πάνω στον γεωγραφικό άξονα που συνδέει το νοτιοανατολικό Αιγαίο με την Ανατολική Μεσόγειο.
Η συζήτηση γύρω από το σύμπλεγμα συνδέεται έτσι πολιτικά με τη μεγαλύτερη αντιπαράθεση Αθήνας–Άγκυρας για τις θαλάσσιες ζώνες, την υφαλοκρηπίδα και την έκταση της επήρειας των νησιών σε μια μελλοντική οριοθέτηση.
Το πραγματικό βάρος του Καστελόριζου δεν είναι στρατιωτικό μόνο. Είναι κυρίως γεωγραφικό και νομικό.
Αυτό εξηγεί γιατί επανέρχεται διαρκώς στα τουρκικά ΜΜΕ και στον ευρύτερο τουρκικό δημόσιο διάλογο.
Και ξαφνικά στο κάδρο το Ισραήλ
Υπάρχει όμως και μια δεύτερη διάσταση.
Η Hürriyet συνδέει τη νέα ένταση για τα ελληνικά νησιά με τη στρατιωτική συνεργασία Ελλάδας–Ισραήλ, ενώ τις τελευταίες ημέρες και άλλα τουρκικά μέσα παρουσιάζουν την ενίσχυση των ελληνοϊσραηλινών αμυντικών σχέσεων ως παράγοντα που μεταβάλλει την περιφερειακή ισορροπία.
Το A Haber, μάλιστα, σε ξεχωριστή ανάλυσή του στις 17 Σεπτεμβρίου επιχείρησε να παρουσιάσει την ελληνική αμυντική συνεργασία με το Ισραήλ ως «παγίδα» για την Αθήνα και συνέδεσε ευθέως το θέμα με την επίσκεψη Μητσοτάκη στο Καστελόριζο και τις στρατιωτικές κινήσεις στην περιοχή.
Η σύνδεση αυτή είναι αποκαλυπτική για τον τρόπο με τον οποίο μέρος του τουρκικού Τύπου ερμηνεύει πλέον το Αιγαίο.
Οι ελληνοτουρκικές διαφορές δεν παρουσιάζονται απομονωμένες, αλλά εντάσσονται σε ένα ευρύτερο περιφερειακό πλαίσιο όπου το Ισραήλ εμφανίζεται ως νέος σημαντικός παράγοντας.
Η Αθήνα απαντά: «Η Ελλάδα δεν ετεροκαθορίζεται»
Η ελληνική κυβέρνηση έχει ήδη απαντήσει επίσημα στη συγκεκριμένη γραμμή επιχειρηματολογίας.
Στις 16 Σεπτεμβρίου 2026, το Υπουργείο Εξωτερικών δήλωσε ότι η Ελλάδα διαμορφώνει την εξωτερική της πολιτική «κυρίαρχα και ανεξάρτητα» και ότι οι ισχυρισμοί περί εργαλειοποίησής της από τρίτες χώρες δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα.
Ταυτόχρονα, χαρακτήρισε τις επαναλαμβανόμενες τουρκικές αιτιάσεις περί αποστρατιωτικοποίησης ελληνικών νησιών χωρίς νομικό έρεισμα, υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα έχει δικαίωμα να λαμβάνει μέτρα για την άμυνα ολόκληρης της επικράτειάς της. Η Αθήνα υπενθύμισε παράλληλα ότι η Τουρκία εξακολουθεί να διατηρεί το casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων.
Από τη «στρατιωτικοποίηση» στην κυριαρχία
Εδώ εντοπίζεται και η σημαντικότερη εξέλιξη.
Για χρόνια μεγάλο μέρος της τουρκικής επιχειρηματολογίας επικεντρωνόταν κυρίως στο στρατιωτικό καθεστώς ορισμένων ελληνικών νησιών.
Τώρα, τουλάχιστον σε επίπεδο συγκεκριμένων τουρκικών ΜΜΕ, η συζήτηση μετατοπίζεται ένα βήμα παραπέρα: από το πώς αμύνεται ένα ελληνικό νησί στο εάν συγκεκριμένες νησίδες είναι ελληνικές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε τηλεοπτική τοποθέτηση αποτελεί αυτομάτως επίσημη θέση του τουρκικού κράτους.
Αποτελεί όμως στοιχείο που αξίζει να παρακολουθείται, ακριβώς επειδή η συζήτηση περί Καστελόριζου, Ρω και Στρογγύλης έρχεται ταυτόχρονα με την επαναφορά θεμάτων στρατιωτικοποίησης, τις αντιπαραθέσεις για τις θαλάσσιες ζώνες και τη μεγαλύτερη αμυντική σύγκλιση Ελλάδας–Ισραήλ.
Το Καστελόριζο επιστρέφει έτσι στο επίκεντρο όχι επειδή άλλαξε ο χάρτης, αλλά επειδή η γεωγραφία του παραμένει κομβική για την επόμενη ημέρα στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και ακριβώς γι’ αυτό, κάθε νέα αμφισβήτηση για τη Ρω και τη Στρογγύλη αποκτά βάρος πολύ μεγαλύτερο από το μέγεθος των δύο ακριτικών νησίδων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου