Μὲ πολλή προσοχὴ ἀκούω τὸν Χρῆστο ΑΞΟΝΙΔΗ (χωροφύλακας) νὰ περιγράφει τὶς ἐμπειρίες του καὶ τὰ βιώματά του. Ταυτόχρονα, ὅπως τὸ συνηθίζω, ἀφοῦ πῆρα τὴν ἄδειά του, τὸν μαγνητοφωνοῦσα, γιὰ νὰ μὴν ξεχάσω τίποτε από τὰ λεγόμενά του.
Ἡ χροιὰ τῆς φωνῆς του ἐναλλάσσεται ἀνάλογα μὲ τὸ περιστατικό ποὺ περιγράφει. Πότε γελάει, πότε θλίβεται καὶ ἀρκετές φορές δακρύζει. Δὲν τὸν διακόπτω καθόλου γιὰ νὰ μὴν χάσει τὸν ειρμό του, δεδομένου ότι σε μερικές αναφορές του δὲν θυμᾶται καθόλου τὸν χρόνο ποὺ συνέβησαν κάποια γεγονότα, γιατί ήδη είχε περάσει ἀρκετὸ χρονικό διάστημα.
Χρῆστος: Κάποιο ἀπόγευμα πήγα στὸ Χαρίσειο γηροκομεῖο καὶ εἶπα στὸν Γέροντα Βασίλειο:
– Γέροντα, εἶναι ἐδῶ ὁ Πατριάρχης Βαρθολομαίος.
– Τὸ ξέρω, τὸν εἶδα. Τὸν εἶδα στὴν μονὴ τῆς Ἁγίας Αναστασίας στὰ Βασιλικά, μοῦ εἶπε.
– Ναί! Γέροντα, πότε πῆγες καὶ τὸν εἶδες;
– Πῆγα χθὲς καὶ τὸν βρῆκα.
– Μὲ ποιὸν πήγες, Γέροντα;
– Μόνος μου πήγα. Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ κάποια πράγματα. Τὸν συνάντησα στὸ χῶρο τοῦ μοναστηριού, ἦταν μόνος του καὶ τοῦ εἶπα ὁρισμένα πράγματα ποὺ ἀφοροῦσαν τὸν ἴδιο καὶ κάποια τὴν Ὀρθοδοξία μας.
Με ἄκουσε μὲ προσοχή, ωστόσο ἦταν λίγο σαστισμένος γιὰ τὸ θάρρος ποὺ πῆρα. Ἐγὼ τοῦ εἶπα αὐτὰ ποὺ εἶχα νὰ τοῦ πῶ καὶ ἔφυγα. Στὴν ἀρχὴ τὰ ἔχασε, ἀλλά, ὅταν συνῆλθε, ἐγὼ εἶχα φύγει. Φώναξε ἕνα μοναχό καὶ κάποιους ἀνθρώπους ποὺ ἦταν πιὸ πέρα καὶ τοὺς ρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ μοναχὸς ποὺ μοῦ μιλοῦσε τώρα; Δὲν τὸν εἶδατε; Ἕνας ἀδύνατος, ψηλὸς καὶ ἡλικιωμένος ἦταν». Κανένας δὲν τὸν βοήθησε, γιατί τοῦ ἔλεγαν ὅτι δὲν μὲ εἶδαν. Ἐκεῖνος ἀπὸ μόνος του ἔψαχνε μήπως μὲ δεῖ κάπου, εἶχε ἀγωνία καὶ θυμὸ ταυτόχρονα, γιατί μὲ ἔχασε καὶ δὲν μὲ πρόλαβε.
Ὅταν μοῦ τὰ ἔλεγε αὐτὰ ὁ Γέροντας ἦταν καθισμένος, ὡς συνήθως, ἐπάνω στὸ κρεβάτι του καὶ χαμογελοῦσε. Φαινόταν ὅτι ξαναζοῦσε τὴν σκηνὴ ἐκείνη ποὺ περιέγραφε, ἀλλὰ ἦταν καὶ εὐχαριστημένος, γιατί τοῦ δόθηκε ἡ εὐκαιρία νὰ πεῖ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἤθελε νὰ πεῖ.
– Πῶς σοῦ φάνηκε, Γέροντα, ὁ Πατριάρχης;
– Προβληματίσθηκε, περισσότερο ὅμως, γιατί ἐξαφανίσθηκα.
Ἐκείνη τὴν ὥρα πού μοῦ τὰ ἔλεγε δὲν συνειδητοποίησα πὼς πῆγε μόνος του τόσο μακριά χωρίς αὐτοκίνητο καὶ συνοδό. Μετὰ βέβαια, ποὺ τὰ ἔβαλα σὲ τάξη κατάλαβα. Ἔπειτα, ὅλες αὐτὲς οἱ διηγήσεις του, γιὰ τὸ πῶς τὸν ἔψαχνε ὁ Πατριάρχης, πῶς ρωτοῦσε τὸν κόσμο, ή κατάσταση ποὺ περιήλθε ὁ Πατριάρχης μετὰ τὴν ἐξαφάνιση τοῦ Γέροντα, ὅλες αὐτὲς τὶς περιγραφές μόνον ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἦταν παρών στὸν χῶρο θὰ μποροῦσε νὰ τὶς περιγράψει.
– Ἄλλη φορά τὸν ρώτησα ἐὰν γνώρισε ἀπὸ κοντὰ τὸν μακαριστό Ἀρχιεπίσκοπο Χριστόδουλο. Μοῦ εἶπε ὅτι τὸν εἶχε γνωρίσει πρὶν γίνει Ἀρχιεπίσκοπος.
Τὸν εἶχε ἐπισκεφθεῖ ὁ ἴδιος ὁ Ἀρχιεπίσκοπος καὶ ἤθελε κάποια επιβεβαίωση, ὅπως εἶπε, ρωτώντας τον ἐὰν θὰ γίνει Αρχιεπίσκοπος. «Ναὶ θὰ γίνεις», τοῦ ἀπάντησε.
Ἀφοῦ τοῦ εἶπε καὶ κάποιες διδαχές, μιλήσανε γιὰ ἀρκετὰ πράγματα. Τοῦ ὑποσχέθηκε ὁ Ἀρχιεπίσκοπος νὰ τὸν ξαναεπισκεφθεί, ὅταν θὰ τοῦ δινόταν ἡ εὐκαιρία, ἀλλὰ δεν τον ξαναείδε.
– Άλλη φορά ὁ Γέροντας ἐπειδὴ εἶχε ὑποσχεθεῖ νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ στὸ σπίτι μας γιὰ τὴν ὀνομαστική μου ἑορτή, τὰ Χριστούγεννα, ἦρθε καὶ ἔμεινε μαζί μας γιὰ μερικές ἡμέρες. Τὸ διάστημα αὐτὸ τὸν ἐπισκέφθηκαν κάποιοι γνωστοί μας καὶ μεταξὺ αὐτῶν καὶ μία θεία μου, συγκεκριμένα ἡ ἀδελφή τῆς μητέρας μου. Ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἄρρωστη καὶ μάλιστα σοβαρά.
Ἡ θεία μου ἔκανε ἐξετάσεις καὶ ὄντως τῆς διαγνώσθηκε καρκίνος στὸ μαστό. Οἱ γιατροὶ τῆς εἶχαν πεῖ ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑποβληθεῖ σὲ μαστεκτομή, διότι ὁ καρκίνος ἦταν προχωρημένος. Ὁ Γέροντας τῆς σταύρωσε τὸ στῆθος μὲ τὸν σταυρό του καὶ τῆς εἶπε νὰ τὸν ἀκούσει προσεκτικὰ αὐτὰ ποὺ θὰ τῆς πεῖ καὶ ἐὰν τὰ τηρήσει, ὅλα θὰ πήγαιναν καλὰ καὶ θὰ γινόταν καλά.
Σὲ μένα εἶπε ὅτι, ἐὰν δὲν τὰ τηροῦσε ἡ θεία μου αὐτὰ ποὺ τῆς εἶπε, δὲν θὰ εἶχε ζωὴ οὔτε δύο χρόνια. Δυστυχῶς, ἡ θεία μου δὲν τὸν ἄκουσε τὸν Γέροντα καὶ ἐγώ, ἐπειδὴ ἤμουν παρὼν καὶ εἶχα ἀκούσει ὅλα αὐτὰ ποὺ τῆς εἶπε, στεναχωριόμουν ποὺ τὴν ἔβλεπα νὰ μὴν κάνει ὑπακοή. Στὸν δεύτερο χρόνο ἔφυγε ἀπὸ τὴ ζωή, τὴν ἡμέρα τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου.
– Ἔζησα πολλὰ θαυμαστὰ γεγονότα μὲ τὸν Γέροντα Βασίλειο, ἐνῷ σὲ πολλὲς ὀπτασίες του ἤμουν παρών.
Γνώριζε ποιός καὶ ἀπὸ ποῦ θὰ ἐρχόταν. «Θὰ ἔχουμε Χρῆστο» μου ἔλεγε «ἐπισκέψεις ἀπὸ πολὺ μακριά, ἀπὸ τὴν Αὐστραλία, ἀπὸ Ἀμερικὴ ἀπὸ Ἰνδία, Ταϊβὰν» (ἔρχονταν Ὀρθόδοξοι μοναχοὶ καὶ τὸν συμβουλεύονταν), ἀπὸ Γερμανία καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη κοντινά. Χτυποῦσε ἡ πόρτα καὶ τοὺς καλοῦσε νὰ περάσουν ἀποκαλῶντας τους μὲ τὸ ὄνομα τους.
– Κάποιες φορές μου ἔλεγε: «Βλέπω νὰ γίνονται τώρα φασαρίες στὴν πόλη τῆς Θεσσαλονίκης ἀνάμεσα σὲ ἀστυνομικοὺς καὶ διαδηλωτές». Ὄντως ἔτσι ἦταν, τὸ βράδυ τὰ ἔβλεπα στὶς εἰδήσεις ἢ τὰ μάθαινα τὴν ἄλλη ἡμέρα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσία μου. Προέβλεπε πολλὰ γεγονότα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ γίνουν ἄμεσα καὶ γίνονταν καὶ ἄλλα ποὺ ἐπρόκειτο νὰ συμβοῦν στὸ κοντινὸ μέλλον…
Πηγή: “Γέρων Βασίλειος Καυσοκαλυβίτης, Νουθεσίες – Διδαχές’’, Ζτούπα Καλλιόπη, ἐκδ. Ἀγαθὸς Ἀγαθός, σέλ.61-64
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου