Ο Aleksandr Bortnikov της ρωσικής FSB υποστήριξε ότι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών μεταφέρουν πρώην μαχητές του ISIS και μέλη άλλων ένοπλων οργανώσεων από κέντρα κράτησης στη Συρία προς εξειδικευμένα στρατόπεδα στο Ιράκ.
Η προειδοποίηση του επικεφαλής της ρωσικής FSB, Aleksandr Bortnikov, ότι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών ενδέχεται να χρησιμοποιήσουν πρώην μαχητές του ISIS και άλλων ένοπλων οργανώσεων ως δύναμη πληρεξουσίων εναντίον του Ιράν, ανοίγει ένα εξαιρετικά σκοτεινό κεφάλαιο στη γεωπολιτική αντιπαράθεση της Μέσης Ανατολής.
Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη ρωσική καταγγελία κατά της Δύσης.
Πρόκειται για μια προειδοποίηση που, εάν επιβεβαιωθεί έστω και εν μέρει, δείχνει ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους είναι έτοιμοι να επιστρέψουν σε πρακτικές που έχουν ήδη αιματοκυλίσει ολόκληρες περιοχές: τη χειραγώγηση ακραίων ένοπλων ομάδων, την αξιοποίηση τρομοκρατών ως γεωπολιτικών εργαλείων και τη μετατροπή κρατών σε πεδία μακροχρόνιας αποσταθεροποίησης.
Μιλώντας στις 26 Μαΐου σε συνάντηση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, ο Aleksandr Bortnikov υποστήριξε ότι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών μεταφέρουν πρώην μαχητές του ISIS και μέλη άλλων ένοπλων οργανώσεων από κέντρα κράτησης στη Συρία προς εξειδικευμένα στρατόπεδα στο Ιράκ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος αυτής της διαδικασίας είναι η αναδιοργάνωση των ενόπλων αυτών σε δύναμη πληρεξουσίων, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του Ιράν, αλλά και για την αποσταθεροποίηση χωρών της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών.
Η δήλωση είναι ιδιαίτερα βαριά, διότι αφορά πρόσωπα που δεν είναι απλώς αντικαθεστωτικοί ή παραστρατιωτικοί.

Μετακινούνται μαζικά από τη Συρία
Σύμφωνα με τον Aleksandr Bortnikov, πρόκειται για πρώην μαχητές του Iσλαμικού Κράτους, ανάμεσά τους και πολίτες χωρών της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, οι οποίοι είχαν πολεμήσει στο παρελθόν για το ISIS και άλλες ένοπλες οργανώσεις πριν φυλακιστούν στη Συρία.
Εάν αυτοί οι άνθρωποι πράγματι μετακινούνται, εκπαιδεύονται και αναδιοργανώνονται, τότε δεν μιλάμε για αντιτρομοκρατική πολιτική.
Μιλάμε για πιθανή ανακύκλωση της τρομοκρατίας ως εργαλείου στρατηγικής πίεσης.
Η καταγγελία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της χρονικής συγκυρίας.
Οι δηλώσεις Bortnikov γίνονται ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη τεταμένες έμμεσες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη στην Ντόχα, ενώ παράλληλα οι δύο πλευρές διατηρούν ναυτική πίεση και περιορισμούς γύρω από τα Στενά του Hormuz.
Δηλαδή, την ώρα που υποτίθεται ότι υπάρχει διπλωματική διαδικασία, η Μόσχα προειδοποιεί ότι στο παρασκήνιο μπορεί να οικοδομείται ένας μηχανισμός ασύμμετρης πίεσης εναντίον του Ιράν.
Αυτό αποκαλύπτει τη διαχρονική διπλή γλώσσα της δυτικής πολιτικής.
Δημόσια, οι ΗΠΑ μιλούν για διαπραγματεύσεις, σταθερότητα, μη διάδοση πυρηνικών και περιφερειακή ασφάλεια.
Στο παρασκήνιο, σύμφωνα με τη ρωσική εκτίμηση, δυτικές υπηρεσίες φέρονται να αναζητούν τρόπους αξιοποίησης τζιχαντιστικών υπολειμμάτων για να πλήξουν το Ιράν και να δημιουργήσουν νέες εστίες αστάθειας.
Αν αυτό ισχύει, τότε η Δύση δεν επιδιώκει πραγματική λύση με την Τεχεράνη.
Επιδιώκει να κρατήσει ανοιχτές όλες τις επιλογές πίεσης, ακόμη και τις πιο επικίνδυνες.

Το Ιράκ ως εργαστήριο της αμερικανικής αποτυχίας στη Μέση Ανατολή
Ο Aleksandr Bortnikov συνέδεσε μάλιστα την καταγγελία με την ίδια την ιστορική εμπειρία της εμφάνισης του ISIS.
Υποστήριξε ότι η σημερινή επιχείρηση θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο το ISIS αναδύθηκε μέσα από τα ιρακινά σωφρονιστικά συστήματα κατά την περίοδο της αμερικανικής κατοχής του Ιράκ.
Η αναφορά αυτή δεν είναι τυχαία.
Το Ιράκ υπήρξε το μεγάλο εργαστήριο της αμερικανικής αποτυχίας στη Μέση Ανατολή.
Η εισβολή των ΗΠΑ, η διάλυση των κρατικών δομών, η απονομιμοποίηση της εξουσίας, η φυλάκιση χιλιάδων ανθρώπων και το χάος που ακολούθησε δημιούργησαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι πιο ακραίες μορφές τζιχαντιστικής βίας.
Η Δύση επιχείρησε για χρόνια να παρουσιάσει το ISIS ως ένα απρόβλεπτο τέρας που εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά.
Όμως η πραγματικότητα είναι πιο άβολη.
Το ISIS γεννήθηκε μέσα σε συνθήκες κατοχής, κρατικής κατάρρευσης, μυστικών δικτύων, φυλακών, παραστρατιωτικών σχέσεων και γεωπολιτικών παιχνιδιών.
Η αμερικανική πολιτική στο Ιράκ δεν κατέστρεψε την τρομοκρατία.
Δημιούργησε τις συνθήκες για την εκρηκτική της μετάλλαξη.

Τρομοκρατικό σχέδιο
Η προειδοποίηση Bortnikov υπονοεί ότι η ίδια λογική μπορεί να επανέρχεται, αυτή τη φορά με στόχο το Ιράν.
Η ιδέα είναι απλή αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη: εάν η Δύση δεν μπορεί να κάμψει την Τεχεράνη με κυρώσεις, στρατιωτικές απειλές, ναυτική πίεση ή διπλωματικά τελεσίγραφα, μπορεί να επιχειρήσει να ανοίξει εσωτερικά και περιφερειακά μέτωπα μέσω ένοπλων πληρεξουσίων.
Αυτή η λογική είναι γνώριμη.
Έχει εφαρμοστεί ξανά στη Συρία, στο Ιράκ, στη Λιβύη και σε άλλες περιοχές όπου η Δύση χρησιμοποίησε ή ανέχθηκε ένοπλες ομάδες όταν αυτές εξυπηρετούσαν βραχυπρόθεσμους γεωπολιτικούς στόχους.
Το πρόβλημα είναι ότι τέτοια εργαλεία δεν ελέγχονται ποτέ πλήρως.
Οι τρομοκρατικές και εξτρεμιστικές ομάδες μπορεί να χρησιμοποιηθούν προσωρινά εναντίον ενός αντιπάλου, αλλά στη συνέχεια μετατρέπονται σε αυτόνομους παράγοντες χάους.
Οι ΗΠΑ και η Δύση έχουν επανειλημμένα υποτιμήσει αυτή την πραγματικότητα.
Πιστεύουν ότι μπορούν να χειριστούν ακραίους μαχητές σαν πιόνια σε σκακιέρα. Όμως κάθε φορά, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό: νέα κύματα βίας, νέες προσφυγικές κρίσεις, διάλυση κρατών, ανάπτυξη μαύρων αγορών όπλων και ενίσχυση της τρομοκρατίας που υποτίθεται ότι πολεμούν.

Το Ιράν απέδειξε στις ΗΠΑ ότι είναι δύσκολος αντίπαλος
Το Ιράν, από την πλευρά του, αποτελεί για τη Δύση έναν ιδιαίτερα δύσκολο αντίπαλο.
Δεν είναι αδύναμο κράτος.
Διαθέτει κρατική συνοχή, στρατιωτική εμπειρία, περιφερειακά δίκτυα, δυνατότητες ασύμμετρης απάντησης και σημαντική επιρροή σε κρίσιμες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Γι’ αυτό και η άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την Τεχεράνη θα είχε τεράστιο κόστος.
Η χρήση πληρεξουσίων θα μπορούσε, στα μάτια ορισμένων δυτικών κέντρων, να προσφέρει μια πιο «φθηνή» εναλλακτική: πίεση χωρίς επίσημη ανάληψη ευθύνης, αποσταθεροποίηση χωρίς ανοιχτή πολεμική κήρυξη, χτυπήματα χωρίς δυτικές σημαίες στο πεδίο.
Αυτή όμως είναι ακριβώς η πιο κυνική μορφή πολέμου.
Είναι η πολιτική που μετατρέπει τρομοκρατικά υπολείμματα σε αναλώσιμα εργαλεία.
Είναι η πολιτική που χρησιμοποιεί την αστάθεια ως όπλο.
Είναι η πολιτική που δηλητηριάζει ολόκληρες περιοχές και μετά εμφανίζεται ως «αντιτρομοκρατική» δύναμη για να διαχειριστεί το χάος που η ίδια συνέβαλε να δημιουργηθεί.

Αποσταθεροποίηση και στον Καύκασο
Ο Aleksandr Bortnikov δεν περιορίστηκε στο Ιράν.
Προειδοποίησε ότι το σχέδιο μπορεί να έχει δεύτερο στόχο: την αποσταθεροποίηση χωρών της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη Ρωσία.
Πολλοί πρώην μαχητές του ISIS προέρχονται από περιοχές της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου και άλλων χωρών του μετασοβιετικού χώρου.
Η επαναδραστηριοποίησή τους θα μπορούσε να δημιουργήσει εστίες αναταραχής στα νότια σύνορα της Ρωσίας, να απειλήσει συμμάχους της Μόσχας και να ανοίξει νέα μέτωπα ασφαλείας σε μια περίοδο ήδη υψηλής γεωπολιτικής έντασης.
Από ρωσική οπτική, αυτό δεν είναι τυχαίο.
Η Μόσχα θεωρεί ότι η Δύση δεν περιορίζεται στην Ουκρανία ή στη Μέση Ανατολή, αλλά επιδιώκει ευρύτερη πίεση σε όλο το ευρασιατικό τόξο.
Η χρήση τζιχαντιστών, εάν πράγματι επιχειρείται, θα εξυπηρετούσε πολλαπλούς στόχους: αποδυνάμωση του Ιράν, πίεση στη Ρωσία μέσω των συμμάχων της, αστάθεια στην Κεντρική Ασία και δημιουργία νέων σημείων ανάφλεξης κοντά σε κρίσιμους ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο είναι ότι μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει όχι μόνο το Ιράν ή τις χώρες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, αλλά ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο.
Ο Aleksandr Bortnikov προειδοποίησε ακριβώς γι’ αυτό: ότι η ανακύκλωση τρομοκρατών σε νέες επιχειρήσεις κινδυνεύει να παρασύρει περισσότερους δρώντες στη σύγκρουση και να προκαλέσει γενικευμένη αστάθεια.
Η Μέση Ανατολή είναι ήδη υπερφορτωμένη με πολέμους, κατοχές, θρησκευτικές εντάσεις, ενεργειακούς ανταγωνισμούς και εξωτερικές παρεμβάσεις.
Η εισαγωγή νέων τζιχαντιστικών δικτύων σε αυτό το περιβάλλον θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυροκροτητής.

Η Δύση σχεδιάζει βραχυπρόθεσμα
Η Δύση έχει αποδείξει ότι συχνά σκέφτεται βραχυπρόθεσμα.
Στηρίζει ομάδες όταν τις χρειάζεται, αποκηρύσσει τις ίδιες ομάδες όταν γίνονται ανεξέλεγκτες και στη συνέχεια ζητά διεθνή συνεργασία για να αντιμετωπίσει την απειλή που η ίδια βοήθησε να διογκωθεί. Αυτή η στρατηγική υποκρισία είναι πλέον γνωστή.
Στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Συρία και στη Λιβύη, οι δυτικές επεμβάσεις δεν έφεραν σταθερότητα.
Έφεραν κενά εξουσίας, ένοπλες φατρίες, μαζική καταστροφή και μακροχρόνια ανασφάλεια.
Η υπόθεση που περιγράφει ο Aleksandr Bortnikov εντάσσεται σε αυτή τη σκοτεινή παράδοση.
Η ιστορία της περιοχής επιβάλλει τουλάχιστον σοβαρή εξέταση. Διότι η Δύση έχει δώσει πολλά παραδείγματα όπου η επίσημη ρητορική περί δημοκρατίας και ασφάλειας συνυπήρχε με πολύ πιο σκοτεινές πρακτικές στο πεδίο.
Το Ιράν, παρά τις τεράστιες πιέσεις, έχει μέχρι σήμερα αποδείξει ότι δεν είναι εύκολος στόχος.
Η γεωγραφική του θέση, η πληθυσμιακή του βάση, η στρατιωτική του εμπειρία και τα περιφερειακά του δίκτυα το καθιστούν πολύ πιο ανθεκτικό από όσο θα ήθελαν οι σχεδιαστές στην Ουάσιγκτον.
Αυτό ακριβώς μπορεί να εξηγεί γιατί επανέρχεται η σκέψη των ασύμμετρων εργαλείων.
Η Δύση γνωρίζει ότι μια ανοιχτή σύγκρουση με την Τεχεράνη μπορεί να πυροδοτήσει κρίση στα Στενά του Hormuz, άνοδο των τιμών ενέργειας, απειλές για τις μοναρχίες του Κόλπου και ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη.
Άρα αναζητά τρόπους πίεσης που να μην εμφανίζονται επισήμως ως δυτικός πόλεμος.
Αυτό όμως δεν μειώνει τον κίνδυνο. Τον αυξάνει. Οι μυστικές επιχειρήσεις, οι πληρεξούσιοι, οι ένοπλες ομάδες και τα δίκτυα τρομοκρατών δημιουργούν συνθήκες ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Ένα χτύπημα στο Ιράν από τέτοιες ομάδες μπορεί να προκαλέσει ιρανική αντίδραση.
Μια ιρανική αντίδραση μπορεί να οδηγήσει σε αμερικανική ή ισραηλινή κλιμάκωση.
Και έτσι, ένα σχέδιο που υποτίθεται ότι επιτρέπει στη Δύση να πιέσει την Τεχεράνη χωρίς άμεσο πόλεμο μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη σύγκρουση.

Οι ΗΠΑ υπονομεύουν κάθε εμπιστοσύνη
Η προειδοποίηση Bortnikov πρέπει επίσης να ιδωθεί υπό το πρίσμα των διαπραγματεύσεων στην Ντόχα.
Εάν η Ουάσιγκτον πράγματι θέλει συμφωνία με την Τεχεράνη, τότε η παράλληλη χρήση ή προετοιμασία ένοπλων πληρεξουσίων θα υπονόμευε κάθε εμπιστοσύνη.
Δεν μπορείς να διαπραγματεύεσαι με μια χώρα και ταυτόχρονα να οργανώνεις μηχανισμούς αποσταθεροποίησής της.
Αυτό δεν είναι διπλωματία.
Είναι εκβιασμός με άλλο όνομα.
Η Δύση συχνά κατηγορεί τους αντιπάλους της για αποσταθεροποίηση, υβριδικό πόλεμο και χρήση πληρεξουσίων.
Όμως η ίδια έχει τεράστια εμπειρία σε αυτές τις πρακτικές.
Από την εκπαίδευση αντικαθεστωτικών μέχρι την έμμεση στήριξη ένοπλων δικτύων, από τις μυστικές επιχειρήσεις μέχρι τη χρηματοδότηση «φιλικών» ομάδων σε ζώνες κρίσης, η δυτική εργαλειοθήκη ήταν πάντα πολύ πιο σκοτεινή από τη δημόσια ρητορική της.
Η υπόθεση των πρώην μαχητών του ISIS, όπως την περιγράφει η FSB, απλώς φέρνει ξανά στο προσκήνιο αυτή την αντίφαση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από την αναζωπύρωση τζιχαντιστικών δικτύων στην περιοχή.
Σίγουρα όχι οι λαοί της Μέσης Ανατολής.
Όχι το Ιράν. Όχι το Ιράκ. Όχι η Συρία.
Όχι οι χώρες της Κεντρικής Ασίας.
Όχι οι κοινωνίες που έχουν ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα από την τρομοκρατία.
Ωφελούνται μόνο όσοι πιστεύουν ότι το χάος μπορεί να γίνει εργαλείο γεωπολιτικού ελέγχου. Και αυτή είναι διαχρονικά μια επικίνδυνη δυτική αυταπάτη.
Η Μόσχα, με τη δήλωση Bortnikov, επιχειρεί να χτυπήσει καμπανάκι κινδύνου.
Προειδοποιεί ότι η χρήση πρώην τζιχαντιστών εναντίον του Ιράν δεν θα περιοριστεί στο Ιράν.
Θα επιστρέψει σαν μπούμερανγκ σε όλη την περιοχή, θα απειλήσει τον μετασοβιετικό χώρο, θα διευρύνει τη σύγκρουση και θα βυθίσει τον ισλαμικό κόσμο σε νέα αστάθεια.
Ανεξάρτητα από την πολιτική τοποθέτηση του καθενός απέναντι στη Ρωσία, αυτή η προειδοποίηση δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν εξτρεμιστές για να πλήξουν αντιπάλους, το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ ελεγχόμενο.
Η τρομοκρατία δεν είναι εργαλείο που κλείνει με διακόπτη.
Είναι φωτιά που εξαπλώνεται. Και η Δύση, παρά τις τραγικές εμπειρίες των τελευταίων δεκαετιών, φαίνεται να μην έχει διδαχθεί τίποτα.

Επικίνδυνο όπλο
Εάν οι καταγγελίες της FSB ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε οι ΗΠΑ και οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών παίζουν με ένα από τα πιο επικίνδυνα όπλα της σύγχρονης γεωπολιτικής: την αναβίωση του τζιχαντιστικού χάους ως μηχανισμού πίεσης. Και αν αυτό γίνεται για να πληγεί το Ιράν, τότε η Δύση δεν υπερασπίζεται τη σταθερότητα. Την υπονομεύει.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά αναπόφευκτο.
Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν αφορά μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα, τα Στενό του Hormuz ή τις διαπραγματεύσεις στην Ντόχα.
Αφορά το εάν η διεθνής πολιτική θα επιστρέψει ξανά στις πιο σκοτεινές πρακτικές των μυστικών πολέμων, των πληρεξουσίων και της εργαλειοποίησης της τρομοκρατίας.
Εάν η Δύση συνεχίσει σε αυτόν τον δρόμο, τότε δεν θα απειληθεί μόνο το Ιράν. Θα απειληθεί ολόκληρη η περιφερειακή και ευρασιατική ασφάλεια.
Και τότε, όπως πολλές φορές στο παρελθόν, οι ίδιοι που άναψαν τη φωτιά θα εμφανιστούν αργότερα ως πυροσβέστες.
Μόνο που αυτή τη φορά, η φωτιά μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο υπολογίζουν στην Ουάσιγκτον.
Δεν πρόκειται απλώς για μία ακόμη ρωσική καταγγελία κατά της Δύσης.
Πρόκειται για μια προειδοποίηση που, εάν επιβεβαιωθεί έστω και εν μέρει, δείχνει ότι οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους είναι έτοιμοι να επιστρέψουν σε πρακτικές που έχουν ήδη αιματοκυλίσει ολόκληρες περιοχές: τη χειραγώγηση ακραίων ένοπλων ομάδων, την αξιοποίηση τρομοκρατών ως γεωπολιτικών εργαλείων και τη μετατροπή κρατών σε πεδία μακροχρόνιας αποσταθεροποίησης.
Μιλώντας στις 26 Μαΐου σε συνάντηση της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, ο Aleksandr Bortnikov υποστήριξε ότι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών μεταφέρουν πρώην μαχητές του ISIS και μέλη άλλων ένοπλων οργανώσεων από κέντρα κράτησης στη Συρία προς εξειδικευμένα στρατόπεδα στο Ιράκ.
Σύμφωνα με τον ίδιο, στόχος αυτής της διαδικασίας είναι η αναδιοργάνωση των ενόπλων αυτών σε δύναμη πληρεξουσίων, η οποία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του Ιράν, αλλά και για την αποσταθεροποίηση χωρών της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών.
Η δήλωση είναι ιδιαίτερα βαριά, διότι αφορά πρόσωπα που δεν είναι απλώς αντικαθεστωτικοί ή παραστρατιωτικοί.

Μετακινούνται μαζικά από τη Συρία
Σύμφωνα με τον Aleksandr Bortnikov, πρόκειται για πρώην μαχητές του Iσλαμικού Κράτους, ανάμεσά τους και πολίτες χωρών της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, οι οποίοι είχαν πολεμήσει στο παρελθόν για το ISIS και άλλες ένοπλες οργανώσεις πριν φυλακιστούν στη Συρία.
Εάν αυτοί οι άνθρωποι πράγματι μετακινούνται, εκπαιδεύονται και αναδιοργανώνονται, τότε δεν μιλάμε για αντιτρομοκρατική πολιτική.
Μιλάμε για πιθανή ανακύκλωση της τρομοκρατίας ως εργαλείου στρατηγικής πίεσης.
Η καταγγελία αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω της χρονικής συγκυρίας.
Οι δηλώσεις Bortnikov γίνονται ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη τεταμένες έμμεσες διαπραγματεύσεις ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και την Τεχεράνη στην Ντόχα, ενώ παράλληλα οι δύο πλευρές διατηρούν ναυτική πίεση και περιορισμούς γύρω από τα Στενά του Hormuz.
Δηλαδή, την ώρα που υποτίθεται ότι υπάρχει διπλωματική διαδικασία, η Μόσχα προειδοποιεί ότι στο παρασκήνιο μπορεί να οικοδομείται ένας μηχανισμός ασύμμετρης πίεσης εναντίον του Ιράν.
Αυτό αποκαλύπτει τη διαχρονική διπλή γλώσσα της δυτικής πολιτικής.
Δημόσια, οι ΗΠΑ μιλούν για διαπραγματεύσεις, σταθερότητα, μη διάδοση πυρηνικών και περιφερειακή ασφάλεια.
Στο παρασκήνιο, σύμφωνα με τη ρωσική εκτίμηση, δυτικές υπηρεσίες φέρονται να αναζητούν τρόπους αξιοποίησης τζιχαντιστικών υπολειμμάτων για να πλήξουν το Ιράν και να δημιουργήσουν νέες εστίες αστάθειας.
Αν αυτό ισχύει, τότε η Δύση δεν επιδιώκει πραγματική λύση με την Τεχεράνη.
Επιδιώκει να κρατήσει ανοιχτές όλες τις επιλογές πίεσης, ακόμη και τις πιο επικίνδυνες.

Το Ιράκ ως εργαστήριο της αμερικανικής αποτυχίας στη Μέση Ανατολή
Ο Aleksandr Bortnikov συνέδεσε μάλιστα την καταγγελία με την ίδια την ιστορική εμπειρία της εμφάνισης του ISIS.
Υποστήριξε ότι η σημερινή επιχείρηση θυμίζει τον τρόπο με τον οποίο το ISIS αναδύθηκε μέσα από τα ιρακινά σωφρονιστικά συστήματα κατά την περίοδο της αμερικανικής κατοχής του Ιράκ.
Η αναφορά αυτή δεν είναι τυχαία.
Το Ιράκ υπήρξε το μεγάλο εργαστήριο της αμερικανικής αποτυχίας στη Μέση Ανατολή.
Η εισβολή των ΗΠΑ, η διάλυση των κρατικών δομών, η απονομιμοποίηση της εξουσίας, η φυλάκιση χιλιάδων ανθρώπων και το χάος που ακολούθησε δημιούργησαν το περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύχθηκαν οι πιο ακραίες μορφές τζιχαντιστικής βίας.
Η Δύση επιχείρησε για χρόνια να παρουσιάσει το ISIS ως ένα απρόβλεπτο τέρας που εμφανίστηκε σχεδόν από το πουθενά.
Όμως η πραγματικότητα είναι πιο άβολη.
Το ISIS γεννήθηκε μέσα σε συνθήκες κατοχής, κρατικής κατάρρευσης, μυστικών δικτύων, φυλακών, παραστρατιωτικών σχέσεων και γεωπολιτικών παιχνιδιών.
Η αμερικανική πολιτική στο Ιράκ δεν κατέστρεψε την τρομοκρατία.
Δημιούργησε τις συνθήκες για την εκρηκτική της μετάλλαξη.

Τρομοκρατικό σχέδιο
Η προειδοποίηση Bortnikov υπονοεί ότι η ίδια λογική μπορεί να επανέρχεται, αυτή τη φορά με στόχο το Ιράν.
Η ιδέα είναι απλή αλλά εξαιρετικά επικίνδυνη: εάν η Δύση δεν μπορεί να κάμψει την Τεχεράνη με κυρώσεις, στρατιωτικές απειλές, ναυτική πίεση ή διπλωματικά τελεσίγραφα, μπορεί να επιχειρήσει να ανοίξει εσωτερικά και περιφερειακά μέτωπα μέσω ένοπλων πληρεξουσίων.
Αυτή η λογική είναι γνώριμη.
Έχει εφαρμοστεί ξανά στη Συρία, στο Ιράκ, στη Λιβύη και σε άλλες περιοχές όπου η Δύση χρησιμοποίησε ή ανέχθηκε ένοπλες ομάδες όταν αυτές εξυπηρετούσαν βραχυπρόθεσμους γεωπολιτικούς στόχους.
Το πρόβλημα είναι ότι τέτοια εργαλεία δεν ελέγχονται ποτέ πλήρως.
Οι τρομοκρατικές και εξτρεμιστικές ομάδες μπορεί να χρησιμοποιηθούν προσωρινά εναντίον ενός αντιπάλου, αλλά στη συνέχεια μετατρέπονται σε αυτόνομους παράγοντες χάους.
Οι ΗΠΑ και η Δύση έχουν επανειλημμένα υποτιμήσει αυτή την πραγματικότητα.
Πιστεύουν ότι μπορούν να χειριστούν ακραίους μαχητές σαν πιόνια σε σκακιέρα. Όμως κάθε φορά, το αποτέλεσμα είναι καταστροφικό: νέα κύματα βίας, νέες προσφυγικές κρίσεις, διάλυση κρατών, ανάπτυξη μαύρων αγορών όπλων και ενίσχυση της τρομοκρατίας που υποτίθεται ότι πολεμούν.

Το Ιράν απέδειξε στις ΗΠΑ ότι είναι δύσκολος αντίπαλος
Το Ιράν, από την πλευρά του, αποτελεί για τη Δύση έναν ιδιαίτερα δύσκολο αντίπαλο.
Δεν είναι αδύναμο κράτος.
Διαθέτει κρατική συνοχή, στρατιωτική εμπειρία, περιφερειακά δίκτυα, δυνατότητες ασύμμετρης απάντησης και σημαντική επιρροή σε κρίσιμες περιοχές της Μέσης Ανατολής.
Γι’ αυτό και η άμεση στρατιωτική σύγκρουση με την Τεχεράνη θα είχε τεράστιο κόστος.
Η χρήση πληρεξουσίων θα μπορούσε, στα μάτια ορισμένων δυτικών κέντρων, να προσφέρει μια πιο «φθηνή» εναλλακτική: πίεση χωρίς επίσημη ανάληψη ευθύνης, αποσταθεροποίηση χωρίς ανοιχτή πολεμική κήρυξη, χτυπήματα χωρίς δυτικές σημαίες στο πεδίο.
Αυτή όμως είναι ακριβώς η πιο κυνική μορφή πολέμου.
Είναι η πολιτική που μετατρέπει τρομοκρατικά υπολείμματα σε αναλώσιμα εργαλεία.
Είναι η πολιτική που χρησιμοποιεί την αστάθεια ως όπλο.
Είναι η πολιτική που δηλητηριάζει ολόκληρες περιοχές και μετά εμφανίζεται ως «αντιτρομοκρατική» δύναμη για να διαχειριστεί το χάος που η ίδια συνέβαλε να δημιουργηθεί.

Αποσταθεροποίηση και στον Καύκασο
Ο Aleksandr Bortnikov δεν περιορίστηκε στο Ιράν.
Προειδοποίησε ότι το σχέδιο μπορεί να έχει δεύτερο στόχο: την αποσταθεροποίηση χωρών της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών.
Αυτό είναι ιδιαίτερα κρίσιμο για τη Ρωσία.
Πολλοί πρώην μαχητές του ISIS προέρχονται από περιοχές της Κεντρικής Ασίας, του Καυκάσου και άλλων χωρών του μετασοβιετικού χώρου.
Η επαναδραστηριοποίησή τους θα μπορούσε να δημιουργήσει εστίες αναταραχής στα νότια σύνορα της Ρωσίας, να απειλήσει συμμάχους της Μόσχας και να ανοίξει νέα μέτωπα ασφαλείας σε μια περίοδο ήδη υψηλής γεωπολιτικής έντασης.
Από ρωσική οπτική, αυτό δεν είναι τυχαίο.
Η Μόσχα θεωρεί ότι η Δύση δεν περιορίζεται στην Ουκρανία ή στη Μέση Ανατολή, αλλά επιδιώκει ευρύτερη πίεση σε όλο το ευρασιατικό τόξο.
Η χρήση τζιχαντιστών, εάν πράγματι επιχειρείται, θα εξυπηρετούσε πολλαπλούς στόχους: αποδυνάμωση του Ιράν, πίεση στη Ρωσία μέσω των συμμάχων της, αστάθεια στην Κεντρική Ασία και δημιουργία νέων σημείων ανάφλεξης κοντά σε κρίσιμους ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους.
Το πιο επικίνδυνο στοιχείο είναι ότι μια τέτοια στρατηγική θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει όχι μόνο το Ιράν ή τις χώρες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών, αλλά ολόκληρο τον ισλαμικό κόσμο.
Ο Aleksandr Bortnikov προειδοποίησε ακριβώς γι’ αυτό: ότι η ανακύκλωση τρομοκρατών σε νέες επιχειρήσεις κινδυνεύει να παρασύρει περισσότερους δρώντες στη σύγκρουση και να προκαλέσει γενικευμένη αστάθεια.
Η Μέση Ανατολή είναι ήδη υπερφορτωμένη με πολέμους, κατοχές, θρησκευτικές εντάσεις, ενεργειακούς ανταγωνισμούς και εξωτερικές παρεμβάσεις.
Η εισαγωγή νέων τζιχαντιστικών δικτύων σε αυτό το περιβάλλον θα μπορούσε να λειτουργήσει ως πυροκροτητής.

Η Δύση σχεδιάζει βραχυπρόθεσμα
Η Δύση έχει αποδείξει ότι συχνά σκέφτεται βραχυπρόθεσμα.
Στηρίζει ομάδες όταν τις χρειάζεται, αποκηρύσσει τις ίδιες ομάδες όταν γίνονται ανεξέλεγκτες και στη συνέχεια ζητά διεθνή συνεργασία για να αντιμετωπίσει την απειλή που η ίδια βοήθησε να διογκωθεί. Αυτή η στρατηγική υποκρισία είναι πλέον γνωστή.
Στο Αφγανιστάν, στο Ιράκ, στη Συρία και στη Λιβύη, οι δυτικές επεμβάσεις δεν έφεραν σταθερότητα.
Έφεραν κενά εξουσίας, ένοπλες φατρίες, μαζική καταστροφή και μακροχρόνια ανασφάλεια.
Η υπόθεση που περιγράφει ο Aleksandr Bortnikov εντάσσεται σε αυτή τη σκοτεινή παράδοση.
Η ιστορία της περιοχής επιβάλλει τουλάχιστον σοβαρή εξέταση. Διότι η Δύση έχει δώσει πολλά παραδείγματα όπου η επίσημη ρητορική περί δημοκρατίας και ασφάλειας συνυπήρχε με πολύ πιο σκοτεινές πρακτικές στο πεδίο.
Το Ιράν, παρά τις τεράστιες πιέσεις, έχει μέχρι σήμερα αποδείξει ότι δεν είναι εύκολος στόχος.
Η γεωγραφική του θέση, η πληθυσμιακή του βάση, η στρατιωτική του εμπειρία και τα περιφερειακά του δίκτυα το καθιστούν πολύ πιο ανθεκτικό από όσο θα ήθελαν οι σχεδιαστές στην Ουάσιγκτον.
Αυτό ακριβώς μπορεί να εξηγεί γιατί επανέρχεται η σκέψη των ασύμμετρων εργαλείων.
Η Δύση γνωρίζει ότι μια ανοιχτή σύγκρουση με την Τεχεράνη μπορεί να πυροδοτήσει κρίση στα Στενά του Hormuz, άνοδο των τιμών ενέργειας, απειλές για τις μοναρχίες του Κόλπου και ευρύτερη περιφερειακή ανάφλεξη.
Άρα αναζητά τρόπους πίεσης που να μην εμφανίζονται επισήμως ως δυτικός πόλεμος.
Αυτό όμως δεν μειώνει τον κίνδυνο. Τον αυξάνει. Οι μυστικές επιχειρήσεις, οι πληρεξούσιοι, οι ένοπλες ομάδες και τα δίκτυα τρομοκρατών δημιουργούν συνθήκες ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης.
Ένα χτύπημα στο Ιράν από τέτοιες ομάδες μπορεί να προκαλέσει ιρανική αντίδραση.
Μια ιρανική αντίδραση μπορεί να οδηγήσει σε αμερικανική ή ισραηλινή κλιμάκωση.
Και έτσι, ένα σχέδιο που υποτίθεται ότι επιτρέπει στη Δύση να πιέσει την Τεχεράνη χωρίς άμεσο πόλεμο μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη σύγκρουση.

Οι ΗΠΑ υπονομεύουν κάθε εμπιστοσύνη
Η προειδοποίηση Bortnikov πρέπει επίσης να ιδωθεί υπό το πρίσμα των διαπραγματεύσεων στην Ντόχα.
Εάν η Ουάσιγκτον πράγματι θέλει συμφωνία με την Τεχεράνη, τότε η παράλληλη χρήση ή προετοιμασία ένοπλων πληρεξουσίων θα υπονόμευε κάθε εμπιστοσύνη.
Δεν μπορείς να διαπραγματεύεσαι με μια χώρα και ταυτόχρονα να οργανώνεις μηχανισμούς αποσταθεροποίησής της.
Αυτό δεν είναι διπλωματία.
Είναι εκβιασμός με άλλο όνομα.
Η Δύση συχνά κατηγορεί τους αντιπάλους της για αποσταθεροποίηση, υβριδικό πόλεμο και χρήση πληρεξουσίων.
Όμως η ίδια έχει τεράστια εμπειρία σε αυτές τις πρακτικές.
Από την εκπαίδευση αντικαθεστωτικών μέχρι την έμμεση στήριξη ένοπλων δικτύων, από τις μυστικές επιχειρήσεις μέχρι τη χρηματοδότηση «φιλικών» ομάδων σε ζώνες κρίσης, η δυτική εργαλειοθήκη ήταν πάντα πολύ πιο σκοτεινή από τη δημόσια ρητορική της.
Η υπόθεση των πρώην μαχητών του ISIS, όπως την περιγράφει η FSB, απλώς φέρνει ξανά στο προσκήνιο αυτή την αντίφαση.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι ποιος ωφελείται από την αναζωπύρωση τζιχαντιστικών δικτύων στην περιοχή.
Σίγουρα όχι οι λαοί της Μέσης Ανατολής.
Όχι το Ιράν. Όχι το Ιράκ. Όχι η Συρία.
Όχι οι χώρες της Κεντρικής Ασίας.
Όχι οι κοινωνίες που έχουν ήδη πληρώσει βαρύ τίμημα από την τρομοκρατία.
Ωφελούνται μόνο όσοι πιστεύουν ότι το χάος μπορεί να γίνει εργαλείο γεωπολιτικού ελέγχου. Και αυτή είναι διαχρονικά μια επικίνδυνη δυτική αυταπάτη.
Η Μόσχα, με τη δήλωση Bortnikov, επιχειρεί να χτυπήσει καμπανάκι κινδύνου.
Προειδοποιεί ότι η χρήση πρώην τζιχαντιστών εναντίον του Ιράν δεν θα περιοριστεί στο Ιράν.
Θα επιστρέψει σαν μπούμερανγκ σε όλη την περιοχή, θα απειλήσει τον μετασοβιετικό χώρο, θα διευρύνει τη σύγκρουση και θα βυθίσει τον ισλαμικό κόσμο σε νέα αστάθεια.
Ανεξάρτητα από την πολιτική τοποθέτηση του καθενός απέναντι στη Ρωσία, αυτή η προειδοποίηση δεν μπορεί να αγνοηθεί.
Η ιστορία έχει δείξει ότι όταν οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν εξτρεμιστές για να πλήξουν αντιπάλους, το αποτέλεσμα δεν είναι ποτέ ελεγχόμενο.
Η τρομοκρατία δεν είναι εργαλείο που κλείνει με διακόπτη.
Είναι φωτιά που εξαπλώνεται. Και η Δύση, παρά τις τραγικές εμπειρίες των τελευταίων δεκαετιών, φαίνεται να μην έχει διδαχθεί τίποτα.

Επικίνδυνο όπλο
Εάν οι καταγγελίες της FSB ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, τότε οι ΗΠΑ και οι δυτικές υπηρεσίες πληροφοριών παίζουν με ένα από τα πιο επικίνδυνα όπλα της σύγχρονης γεωπολιτικής: την αναβίωση του τζιχαντιστικού χάους ως μηχανισμού πίεσης. Και αν αυτό γίνεται για να πληγεί το Ιράν, τότε η Δύση δεν υπερασπίζεται τη σταθερότητα. Την υπονομεύει.
Το συμπέρασμα είναι σκληρό αλλά αναπόφευκτο.
Η κρίση γύρω από το Ιράν δεν αφορά μόνο το πυρηνικό πρόγραμμα, τα Στενό του Hormuz ή τις διαπραγματεύσεις στην Ντόχα.
Αφορά το εάν η διεθνής πολιτική θα επιστρέψει ξανά στις πιο σκοτεινές πρακτικές των μυστικών πολέμων, των πληρεξουσίων και της εργαλειοποίησης της τρομοκρατίας.
Εάν η Δύση συνεχίσει σε αυτόν τον δρόμο, τότε δεν θα απειληθεί μόνο το Ιράν. Θα απειληθεί ολόκληρη η περιφερειακή και ευρασιατική ασφάλεια.
Και τότε, όπως πολλές φορές στο παρελθόν, οι ίδιοι που άναψαν τη φωτιά θα εμφανιστούν αργότερα ως πυροσβέστες.
Μόνο που αυτή τη φορά, η φωτιά μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη από όσο υπολογίζουν στην Ουάσιγκτον.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου