Παρασκευή 13 Φεβρουαρίου 2026

Γιορτή των...ερωτευμένων; Ποιων ερωτευμένων άραγε;

 Ο έρωτας δεν είναι μόνο ένα πανάκριβο δώρο Θεού προς τον άνθρωπο, είναι συνάμα και η οδός όπου συλλαμβάνεται μια νέα ζωή με πνεύμα Θεού και ευλογίας.

Kανένας "βαλεντίνος" δεν ευλογεί της αληθινή αγάπη. Μόνο ο Θεός και το Άγιο Πνεύμα.
Η λεγόμενη «γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου» δεν έχει τίποτα το αγνό, τίποτα το ιστορικά βάσιμο, τίποτα το πνευματικό. Έχει μόνο μοιχεία, ψεύδος, αγοραπωλησία, κατανάλωση και επίπεδο έρωτα που καταντάει "αγοραίος"

Η φιγούρα του "Άγιου Βαλεντίνου", δεν είναι μόνο θολή και ασφαλώς αβέβαιη. Είναι πολλαπλώς κατασκευασμένη από τον παπισμό, για λογαριασμό κάποιων μεγαλεμπόρων του 20ού αιώνα και χρησιμοποιήθηκε ως φτηνό πολιτισμικό άλλοθι για να ντυθεί με χριστιανική βιτρίνα μια αρχαία παγανιστική τελετή, τα ρωμαϊκά Λουπερκάλια*, που δεν ήταν άλλα από τις διονυσιακές λατρείες των υπόλοιπων ελλαδιτών, δηλαδή των οργίων και της άκρατης σεξουαλικότητας.

Από εκεί ξεκίνησε το «θεμέλιο» της γιορτής, μια τεχνητή, επινοημένη επέτειος που δεν είχε ούτε μνήμη ούτε πίστη ούτε παράδοση. Μόνο σκοπό.

Ο παπισμός έκανε την αρχή, αλλά η πραγματική έκρηξη ήρθε όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο κατεξοχήν εργαστηριακός χώρος της Παγκοσμιοποίησης, αναγνώρισαν στον κατασκευασμένο "Βαλεντίνο" ένα πολιτισμικό όπλο.

Η αγάπη μετατράπηκε σε προϊόν, ο έρωτας σε δώρο-πακέτο, η σχέση σε «υποχρέωση αγοράς» και πάει λέγοντας. Κάθε 14 Φεβρουαρίου, ο άνθρωπος διδάσκεται ότι αν δεν καταναλώσει, δεν αγαπά. Ότι το συναίσθημα πρέπει να επιβεβαιωθεί με αποδείξεις ταμείου. Ότι η σχέση θέλει σκηνοθεσία, όχι αλήθεια.

Κι έτσι γεννήθηκε η «γιορτή»: Ενα καταναλωτικό ευαγγέλιο που οι εταιρίες προώθησαν με την ίδια θέρμη που προωθεί ένας ιεραπόστολος το δόγμα του.

Εκατομμύρια διαφημίσεις, στρατιές marketeers, ολόκληρη η βιομηχανία lifestyle στήθηκε πάνω σε μια μέρα που δεν έχει τίποτε να πει, αλλά έχει πολλά να πουλήσει.

Και πίσω από όλα αυτά, η γνωστή δυτική λογική: "αποδυνάμωσε το βάθος, αντικατάστησέ το με εντύπωση. Διώξε την ευθύνη, ντύσε την επιπολαιότητα με ροζ καρδούλες. Χαλάρωσε τον άνθρωπο, κάν’ τον ελαφρύ, κάν’ τον εύκολο". Η Νέα Τάξη που εξελισσόταν τότε πάντα βάσει σχεδίου, δεν θέλει δεσμευμένους πραγματικά από έρωτα και αγάπη. Θέλει διαθέσιμους. Γιατί ο αληθινός έρωτας είναι πραγματικά μια τεράστια δύναμη, η οποία κινεί βουνά. Μέχρι και πολέμους μπορεί να παράξει. Τόσο μεγάλη δυναμική έχει. Κι αυτό ακριβώς θέλει να καταστρέψει με κάθε μέσο και κάθε τρόπο.

Το είδαμε στο αποκρουστικό και άκρως δυστοπικό περιβάλλον του Όργουελ στο "1984", όπου ο έρωτας ήταν απαγορευμένος και τιμωρούνταν με πολύχρονη φυλάκιση. Το είδαμε και στον "Θαυμαστό Καινούργιο Κόσμο" του Χάξλεϋ, όπου ο έρωτας ως συναίσθημα απαγορεύεται, ενώ προωθείται ως καθημερινότητα μόνο το σεξ και πάντα με διαφορετικό σύντροφο. Και η ύπουλη Νεοταξία, όπως είναι γνωστό, αντιγράφει κατά γράμμα τους δύο αυτούς μεγάλους διανοητές.

Και εκεί βρίσκεται η ουσία. Η «γιορτή του Βαλεντίνου» προωθήθηκε λυσσαλέα από τη νεοταξική Δύση όχι επειδή αγαπά τον έρωτα, αλλά επειδή μισεί την οικογένεια. Ο γάμος, ως θεσμός σταθερότητας και ευθύνης, τους χαλάει τα σχέδια. Η αγάπη, όταν έχει ρίζα, βάθος και διάρκεια, δεν χειραγωγείται εύκολα. Η σχέση που στηρίζεται στη θυσία και όχι στο θέαμα δεν αγοράζει την ψευδαίσθηση της ευτυχίας σε χαρτοσακούλες.

Για τη Νέα Τάξη, ο έρωτας δεν πρέπει να ενώνει. Πρέπει να διασκεδάζει. Να γίνεται χαριτωμένη τελετουργία μιας μέρας, όχι θεμέλιο ζωής.

Ο ερωτευμένος είναι πιθανός σύζυγος, άρα πιθανός γονιός, άρα πιθανός φορέας παράδοσης, πίστης και σταθερών αξιών. Κι αυτό είναι εφιάλτης για ένα σύστημα που θέλει άτομα με ρευστή ταυτότητα, χωρίς ρίζες, χωρίς μνήμη, χωρίς οικογένεια.

Γι’ αυτό και προωθήθηκε τόσο επιθετικά αυτή η «γιορτή». Επειδή αποδομεί τη σοβαρότητα της σχέσης, γελοιοποιεί το μυστήριο της αγάπης και το αντικαθιστά με μια καλοστημένη τελετή καταναλωτισμού. Την ίδια στιγμή, ο δυτικός άνθρωπος πιστεύει πως «γιορτάζει τον έρωτα», ενώ στην πραγματικότητα γιορτάζει την πλήρη παράδοσή του σε ένα σύστημα που του λέει πότε θα αισθανθεί, πώς θα αισθανθεί και –κυρίως– τι πρέπει να αγοράσει για να αισθανθεί.

Ο «Βαλεντίνος» δεν είναι γιορτή, είναι εργαλείο. Ένα από τα πολλά που χρησιμοποιεί η Παγκοσμιοποίηση για να μετατρέψει τον άνθρωπο από πρόσωπο σε καταναλωτή και την αγάπη από σχέση σε εμπορικό γεγονός.

Και ο Έλληνας, που στον έρωτα έμαθε να γράφει ποιήματα, να στήνει σπίτια, να γεννά οικογένειες, να δημιουργεί γενιές, δεν έχει καμία δουλειά με τέτοια σκουπίδια.

Η μοιχεία, υμνείται από τον "Βαλεντίνο" σκανδαλωδώς.

Η ηθικά βρώμικη αυτή γιορτή, όπως είναι φυσικό, δεν διαχωρίζει αν ο έρωτας είναι αλήθινός, συζυγικός ή απλά συντροφικός. Υμνεί ακόμη και τους "παράνομους" έρωτες, διατυμπανίζοντας πως "το παρανομο, είναι πάντα πιο γλυκό".

Οι "Βαλεντίνοι", όχι μόνο αποδέχονται λοιπόν τους μοιχούς, αλλά ούτε καν ξεχωρίζουν αν ο έρωτας τους είναι...νόμιμος ή παράνομος. Έρωτας να είναι κι ό,τι νά 'ναι. Κι όταν λένε "έρωτας", εννοούν τον κοινό πόθο και την σεξουαλική πράξη σε όλα τα επίπεδα της.

Οι ίδιες "φλογερές" φωτογραφίες υπάρχουν σε όλα σε sex shop όπου την ημερά αυτή κάνουν χρυσές δουλειές καθώς και σε όλα τα ξενοδοχεία ημιδιαμονής, όπου βεβαίως κυριαρχεί το ...κόκκινο φως του πόθου παντού. Οπου κι αυτά τα "ξενοδοχεία" κάνουν επίσης χρυσές δουλειές τις μέρες αυτές.

Και μιας και πιάσαμε το...θέμα της μοιχείας, ας τη δούμε λιγάκι και πιο...ιστορικά.

Η μοιχεία στον ελληνικό κόσμο ήταν πάντα ένας καθρέφτης που δείχνει κάθε φορά ποια κοινωνία έχουμε μπροστά μας.

Από τις αρχαίες πόλεις μέχρι τα παλάτια της Ρωμανίας και από τα αστυνομικά δελτία της δεκαετίας του ’60 μέχρι τις «προοδευτικές» σφραγίδες της Αλλαγής, το ίδιο ερώτημα αιωρείται: Ποιος έχει δικαίωμα να εισβάλλει στη συζυγική πίστη και ποιος τελικά τιμωρείται. Ο ένοχος ή η κοινωνία που ανεχόταν την υποκρισία;

Στην Αθήνα της κλασικής εποχής, η μοιχεία θεωρούνταν εκ θεμελίων απειλή της οικογένειας. Ήταν έγκλημα, όχι απλή απρέπεια. Οι νόμοι του Δράκοντα (δρακόντιοι νόμοι) έδιναν στον σύζυγο δικαιώματα ολοκληρωτικής τιμωρίας, ενώ ο Σόλων πρόσθεσε εκείνο το τριμερές φοβερό δικαίωμα: θάνατος, ευνουχισμός ή εξαγορά ζωής.

Η αρχαία κοινωνία δεν αστειευόταν. Ο μοιχός στιγματιζόταν με ποινές που έδιναν περισσότερο βάρος στον δημόσιο εξευτελισμό παρά στη σωματική βλάβη. Η περιβόητη ραφανίδωσις, το κούρεμα «μοιχόν», τα μοιχάγρια, η αποπομπή της γυναίκας από την οικία και τις θρησκευτικές τελετές κλπ. έδιναν ένα μήνυμα που ήταν ξεκάκαθαρο: Η προδοσία της εστίας δεν συγχωρείται.

Ο ελληνικός κόσμος όμως δεν τελειώνει στην Αθήνα. Η συνέχεια είναι η Ρωμανία, η τρισένδοξη Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία του Ελληνικού Έθνους, το κράτος όπου η αρχαία παράδοση συντήκεται με την ορθόδοξη θεολογία, δημιουργώντας μια νέα αντίληψη για την ανθρώπινη πράξη.

Εκεί η μοιχεία έπαψε να είναι απλώς κοινωνική ύβρις. Έγινε πρωτίστως αμαρτία, πράξη που τραυματίζει όχι μόνο τον γάμο, αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό. Οι νόμοι της Ρωμανίας, από τους Νομοκάνονες** έως τις διατάξεις των Μακεδόνων αυτοκρατόρων, αντιμετώπισαν την μοιχεία ως σοβαρή παραβίαση του μυστηρίου του γάμου. Ο μοιχός μπορούσε να χάσει περιουσιακά δικαιώματα, κοινωνική θέση και νομική προστασία.

Η μοιχαλίδα αποβαλλόταν από τον συζυγικό οίκο και στερούνταν δικαιώματα, ενώ η Εκκλησία επέβαλε αυστηρές επιτιμίες που μπορούσαν να φτάνουν μέχρι πολυετή αποχή από τα μυστήρια.

Η Ρωμανία, παρά τον κοσμοπολίτικο χαρακτήρα της, δεν έπαιζε με αυτά. Ο Ιουστινιανός κωδικοποίησε με σιδερένιο ύφος την ανάγκη προστασίας της οικογενειακής τάξης στις Νεαρές του, ενώ αργότερα, στον δέκατο αιώνα, ο Λέων ΣΤ’ ο Σοφός επανέφερε το αυστηρό πλαίσιο και έδινε στον άρχοντα το δικαίωμα της δημόσιας τιμωρίας όταν η μοιχεία προκαλούσε κοινωνικό σκάνδαλο.

Η κοινωνία της Ρωμανίας, όσο λαμπρή και αστική κι αν υπήρξε, δεν συγχωρούσε τη διάλυση του γάμου. Δεν εννοούσε την ελευθερία ως ατομική αυθαιρεσία αλλά ως ενταγμένη σχέση, δεσμευμένη στην κοινότητα και στον Θεό.

Και έτσι η τιμώρηση της μοιχείας, από την αρχαία ύβρη πέρασε στη βυζαντινή «νόσο της ψυχής». Το σώμα μπορεί να τιμωρείται, αλλά το ήθος είναι αυτό που κρίνεται. Η Ρωμανία άφησε πίσω της το στοιχείο του ωμού εξευτελισμού, όχι όμως την αυστηρότητα απέναντι στην παράβαση.

Με τη σύσταση του νεοελληνικού κράτους, η κοινωνία κληρονόμησε από τον ευρωπαϊκό νομικό ορθολογισμό την ποινικοποίηση της μοιχείας.

Από τη Βαυαροκρατία έως τον Ποινικό Κώδικα του 1950, το αδίκημα ήταν πλημμέλημα που οδηγούσε σε έναν χρόνο φυλάκιση ή και λιγότερο πολλές φορές. Η δίωξη όμως απαιτούσε έγκληση του παθόντος και κυρίως επ’ αυτοφώρω σύλληψη.

Εκεί η ελληνική πραγματικότητα έβαλε τη δική της σφραγίδα. Οι ιδιωτικοί ντεντέκτιβ του μεσοπολέμου και της δεκαετίας του ’50 έγιναν παράλληλο «σώμα ασφαλείας», υπεύθυνο για την ανακάλυψη των παρανόμων ερώτων.

Η εικόνα είναι σχεδόν κινηματογραφική: Ντεντέκτιβ να ανοίγουν με φόρα την πόρτα, φωτογραφίες να αστράφτουν, σεντόνια να χρησιμοποιούνται ως «επίσημο τεκμήριο» και η αστυνομία να παραλαμβάνει τους δράστες ημίγυμνους για το τμήμα


Σκηνή από τη "Βίλλα των Οργίων" του Ντίνου Δημόπουλου (1964)

Ήταν μια Ελλάδα που λάτρευε την ηθική αυστηρότητα αλλά και το κουτσομπολιό, μια κοινωνία έτοιμη να δικάσει με τις εφημερίδες πριν ακόμα μιλήσουν τα δικαστήρια. Η διαπόμπευση ήταν συχνά πιο βαριά από την ίδια την ποινή.



Στον τύπο των δεκαετιών ’50 και ’60, οι ιστορίες μοιχείας γίνονταν πρωτοσέλιδα, με λεπτομέρειες που σήμερα θα θεωρούνταν εξευτελιστικές. Η κοινωνία ήθελε να βλέπει τους παραβάτες. Ήθελε να επιβεβαιώνει πως η ηθική της τάξη δεν ανεχόταν προδοσίες.

Ήταν η τελευταία μορφή μιας παλιάς αντίληψης που κρατούσε από την αρχαιότητα και τη Ρωμανία: η εστία, ο γάμος, η οικογενειακή συνέχεια αποτελούν πυρήνα του πολιτισμού.


Η τομή του 1982 ήταν η οριστική ρήξη. Η κυβέρνηση Παπανδρέου αποποινικοποίησε τη μοιχεία και το 1983 την απεξάρτησε από την έννοια του αυτοδίκαιου διαζυγίου.

Η Εκκλησία βεβαίως αντέδρασε δυναμικά, κυρίως από τον Μητροπολίτη Φλωρίνης, θερμό αγωνιστή του Χριστού προειδοποιώντας ότι «κλονίζονται τα θεμέλια της οικογένειας». Η κοινωνία όμως, κουρασμένη από μια δεκαετία καταπιεσμένων ρόλων, φάνηκε έτοιμη να δεχθεί μια νέα πραγματικότητα όπου η ιδιωτική ζωή δεν ρυθμίζεται από το Ποινικό Δίκαιο.

Έτσι, από τον Δράκοντα και τον Σόλωνα, στους Νομοκάνονες της Ρωμανίας και από τους ντεντέκτιβ των ’60s έως τους νομοθέτες της Αλλαγής, η μοιχεία έπαψε να είναι κρατικό αδίκημα και μετατράπηκε σε ζήτημα προσωπικής κρίσης. Η κοινωνική καταδίκη υπάρχει ακόμη, αλλά δεν συνοδεύεται από χειροπέδες ούτε από σεντόνια σε κοινή θέα.

Κάτι όμως μένει σταθερό μέσα στους αιώνες: Η μοιχεία, είτε ως ύβρις είτε ως αμαρτία είτε ως κοινωνικό σκάνδαλο, φωτίζει κάθε φορά την πραγματική ποιότητα της κοινωνίας που την περιβάλλει. Δείχνει πώς αντιλαμβανόμαστε την ελευθερία, την ευθύνη, τον γάμο και, τελικά, τον ίδιο τον άνθρωπο.

Εν κατακλείδι - Γιατί αποποινικοποιήθηκε η μοιχεία και τι ρόλο παίζει σε αυτήν η "Γιορτή των Ερωτευμένων"

Η αποποινικοποίηση της μοιχείας στην Ελλάδα δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός. Ήταν μέρος μιας ολόκληρης γεωπολιτικής αλυσίδας, ενός σχεδίου που απλώθηκε σε όλο τον δυτικό κόσμο από τα μέσα του 20ού αιώνα.

Γιατί η Νέα Τάξη δεν περιορίστηκε ποτέ στη διαχείριση οικονομιών ή στην επιβολή πολιτικών δογμάτων. Γνώριζε από πολύ νωρίς ότι η αληθινή ισχύς δεν βρίσκεται στα κοινοβούλια, αλλά στο κύτταρο από το οποίο ξεκινούν όλα: Την οικογένεια.

Εκεί διαμορφώνεται η ταυτότητα, η πίστη, ο χαρακτήρας, ο δεσμός με την παράδοση. Όσο αυτή η μονάδα παραμένει όρθια, ο λαός παραμένει απρόβλεπτος και ανεξέλεγκτος.

Η σεξουαλική επανάσταση της δεκαετίας του ’60 η οποία συνοδεύτηκε με την άκρως αιρετική και επαίσχυντη «Γιορτή των Ερωτευμένων» δεν ήταν «καπρίτσιο εποχής». Ήταν η πρώτη μεγάλη επιχείρηση κοινωνικής μηχανικής των αμερικανικών ιδρυμάτων, των πανεπιστημιακών think tanks, των ευρωπαϊκών μεταπολεμικών ελίτ και των υπερεθνικών δομών.

Το σύνθημα ήταν η απελευθέρωση, αλλά ο στόχος ήταν η ρευστοποίηση των θεσμών.

Η μοιχεία, ο γάμος, η σταθερότητα της σχέσης, όλα όσα για αιώνες προστάτευαν τον άνθρωπο από την αποξένωση, έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως «αναχρονιστικά». Και μαζί με αυτά, ολόκληρη η ηθική που συγκρατούσε την κοινωνία.

Η οικογένεια της Ρωμανίας, που άντεξε χίλια χρόνια επειδή στηριζόταν στην αγάπη ως ευθύνη και όχι ως κατανάλωση, ήταν για τους νεοταξικούς στρατηγιστές το απόλυτο εμπόδιο.

Ήταν η δομή που δεν μπορούσες να διαλύσεις με νόμους, μόνο με διαβρωτικές ιδέες.

Η Δύση της μεταπολεμικής περιόδου έφερε αυτό το σχέδιο στην εργοστασιακή της ρύθμιση: Ηδονισμός, ατομισμός, συναισθηματική ελαφρότητα και μια πολιτισμική κουλτούρα που ενίσχυε την πρόχειρη σχέση και αποδυνάμωνε τη μονιμότητα.

Στην Ελλάδα, η ποινικοποίηση της μοιχείας δεν ήταν ένα απλό νομικό κατάλοιπο αρχαϊσμού. Ήταν ο τελευταίος θεσμικός φραγμός που διατηρούσε την οικογένεια ως κάτι πιο ιερό από ένα συμβόλαιο.

Το ελληνικό σπίτι, όσο κι αν άλλαζε, διατηρούσε ακόμη μια ρωμαίικη μνήμη, ότι δηλαδή ο γάμος ή απλά η αληθινή ερωτική σχέση που οδηγεί στο γάμο, δεν είναι κατασκεύασμα του κράτους, αλλά πνευματικός δεσμός με ευθύνες και όρια. Αυτό έπρεπε να σπάσει. Δεν ήταν «προοδευτισμός», ήταν στοχευμένη εξουδετέρωση της κοινωνικής συνοχής.

Η αποποινικοποίηση του 1982 ευθυγραμμίστηκε πλήρως με τη δυτική πολιτισμική στρατηγική κατακερματισμού. Ήταν η στιγμή που η ελληνική κοινωνία εντάχθηκε, θέλοντας και μη, στη νέα παγκόσμια κουλτούρα της αποδόμησης. Η πλήρης χειραφέτηση της γυναίκας, όχι ως ελευθερία αλλά ως εργαλείο αποδέσμευσης από την οικογένεια, η μετατροπή του γάμου σε ευμετάβλητο θεσμό, η εξασθένιση του ηθικού κύρους της κοινότητας, όλα αυτά συνδυάστηκαν σε ένα περιβάλλον όπου το σπίτι έμενε χωρίς άμυνες.

Κι όταν μια κοινωνία μένει χωρίς άμυνες, η Παγκοσμιοποίηση των σατανιστών - καμπαλιστών, βρίσκει έδαφος. Γιατί άνθρωποι χωρίς ρίζες είναι άνθρωποι πειθήνιοι.

Η "Γιορτή των Ερωτευμένων" δεν ξεχώριζε ποιοί απ αυτούς ήταν παντρεμένοι, δεσμευμένοι με τα ιερά δεσμά του Γάμου ή απλώς...εραστές. Ήταν και εξακολουθούν να είναι ο απόλυτα σαρκικός πολτός χωρίς καμμιά αίσθηση θεϊκής μέριμνας. Ο "Βαλεντανισμός" είχε τα χωνευτήρια στο να τους ρουφά όλους ανεξαιρέτως, δίνοντας παράλληλα και μια ψεύτικη και απατηλή αίσθηση ότι εκείνη την ώρα που συνευρίσκονται ερωτικά, ο ...Άγιος του ...Θεού τους είχε υπό την...προστασία του!

Άνθρωποι χωρίς σταθερές είναι άνθρωποι που καταναλώνουν χωρίς όριο, που ψηφίζουν χωρίς γνώμονα, που παραδίδονται χωρίς να το αντιλαμβάνονται.

Η οικογένεια ήταν πάντα το τελευταίο εμπόδιο. Και η κατάργηση των ποινών της μοιχείας ήταν ο μοχλός που επέτρεψε στο οικοδόμημα να αρχίσει να τρίζει.

Από τότε, αρκούσε μια σπίθα για να καεί το σπίτι. Όχι λόγω της μοιχείας απλά, αλλά επειδή η κοινωνία δεν είχε πια δομικές δικλείδες ασφαλείας. Η Νέα Τάξη δεν ήθελε να προστατεύσει την ατομική ζωή. Ήθελε να απομονώσει το άτομο, να αποδυναμώσει τον οίκο, να σπάσει τον κρίκο της παράδοσης. Και όταν ο τελευταίος αυτός κρίκος έσπασε, άνοιξε ο δρόμος για τον ολοκληρωτισμό που ζούμε σήμερα. Τον ψηφιακό, τον βιοπολιτικό, τον πολιτισμικό.

Έτσι, η μοιχεία παύει πλέον να είναι απλώς ένα κοινωνικό φαινόμενο. Είναι ιστορικός δείκτης. Όσο πιο εύκολα η κοινωνία την ανέχεται, τόσο πιο αποδυναμωμένη είναι. Κι όσο πιο αποδυναμωμένη η οικογένεια, τόσο πιο ισχυρή η Νέα Τάξη.

Κι όσο γιορτάζεται ένας ανύπαρκτος άγιος, ένα φάντασμα του ίδιου του Σατανά, ως γιορτή ερωτευμένων πάσης φύσεως, τόσο περισσότερο το σεξ θεοποιείται, καθώς και όλες οι ομαλές οι ανώμαλες μορφές του...


Πύρινος Λόγιος 

sergioschrys@outlook.com 


ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ


*Λουπερκάλια Μια από τις παλαιότερες ελληνορωμαϊκές γιορτές που τελούνταν κάθε χρόνο προς τιμήν του Λούπερκους (Lupercus, αντίστοιχος του θεού Διόνυσου), πρώιμου θεού της γονιμότητας στη ρωμαϊκή μυθολογία. Τα Λουπερκάλια γιορτάζονταν σε πολλές πόλεις της Ιταλίας και της Γαλατίας, με την ίδια ακρίβεια και την ίδια ποιότητα που γιόρταζαν οι υπόλοιποι Έλληνες του ελλαδικού χώρου, δηλαδή με όργια, φαγοπότι μέχρι τελικής πτώσεως και λατρείες του ανδρικού φαλλού (γονιμότητα). Απαγορεύτηκαν το 494 μ.Χ. από τον Πάπα και πολύ μεταγενέστερα, στα μέσα του 20ού αιώνα, έρχεται ο "Αγιος Βαλεντίνος" ως άλλος Λούπερκος για να δημιουργηθεί μια νέα γιορτή, η "Γιορτή των Ερωτευμένων"


**Νομοκάνονες Συλλογή εκκλησιαστικών κανόνων ή διαφόρων νόμων και (Ρωμαϊκών/Βυζαντινών) αυτοκρατορικών διαταγμάτων που αφορούν την Εκκλησία.

pirinoslogios.com


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου