
Μεγάλωσα σε μια γειτονιά που λειτουργούσε το «Κορωνίς», ένα γραφικό θερινό σινεμά που στα παιδικά μου μάτια ήταν μαγικό. Το καλοκαίρι ο συμπαθέστατος σινεματζής κυρ Θάνος άφηνε τα παιδιά της γειτονιάς να μπαίνουμε τζάμπα για να βλέπουμε τις ταινίες που ήταν κατάλληλες.
«Έτσι κι αλλιώς τις βλέπετε από μπαλκόνια και τις μάντρες», έλεγε, «ελάτε μέσα να αγοράσετε και καμιά βυσσινάδα, να φάτε ένα παγωτό ξυλάκι, και να τη δείτε σαν άνθρωποι την ταινία» κι εμείς, ξυπόλυτα με τις σαγιονάρες να σέρνονται στα πλακάκια, τρέχαμε μέσα πριν αλλάξει γνώμη. Ο κυρ Θάνος έκανε πως δεν μας έβλεπε να τρυπώνουμε στις πίσω σειρές με τις ψάθινες καρέκλες. Μόνο αν μας πετύχαινε στο κυλικείο μας έκλεινε το μάτι: «Ε, εσείς οι τζαμπατζήδες, κερνάω την ταινία, αλλά το παγωτό πληρώνεται».Μόλις έπεφτε το σούρουπο, η γειτονιά μύριζε γιασεμί και αντικουνουπικό από τις σπείρες. Η μηχανή προβολής ζεσταινόταν και ακουγόταν εκείνο το «γκαπ-γκουπ» πριν ξεκινήσει. Εμείς περιμέναμε απ’ έξω με κέρματα στην τσέπη για σποράκια.
Όταν άναβε το πανί, σταματούσαν όλα. Ακόμα και οι κυρίες στα μπαλκόνια που βλέπαν «τζάμπα», χαμήλωναν τη φωνή. Στην οθόνη έπαιζε «Η Αστέρω» με την Αλίκη Βουγιουκλάκη και τον Δημήτρη Παπαμιχαήλ, και ακουγόταν μόνο αυτοί και τα τζιτζίκια.
Στο διάλειμμα άναβαν τα φώτα, κι ο κυρ Θάνος φώναζε «διάλειμμααα». Γινόταν λαϊκό προσκύνημα στο κυλικείο με την ταμπέλα «ΣΑΝΤΟΥΙΤΣ ΑΝΑΨΥΚΤΙΚΑ ΠΑΓΩΤΑ». Παγωτό πύραυλος, πορτοκαλάδα σε γυάλινο μπουκάλι, και το σάντουιτς με τη ντομάτα που το έφτιαχνε η κυρά Μαρία. Εκεί πληρώναμε το «εισιτήριο» μας.
Στο τέλος φεύγαμε αγκαλιά όλη η παρέα, ξαναλέγοντας τις ατάκες της ταινίας. «Εγώ όταν μεγαλώσω θα γίνω σαν τον Παπαμιχαήλ». Τα φώτα των μπαλκονιών έκλειναν ένα ένα, και ο κυρ Θάνος μάζευε τις καρέκλες σιγοσφυρίζοντας, ο φύλακας άγγελος των καλοκαιριών μας.
Δεν μας έβαζε μέσα μόνο από καλοσύνη ο κυρ Θάνος. Ήξερε πως ένα θερινό σινεμά χωρίς παιδικές φωνές είναι μισό σινεμά. Ήξερε πως αν αγαπήσεις το πανί μικρός, θα το κουβαλάς για πάντα. Και είχε δίκιο.
Πέρασαν χρόνια. Το «Κορωνίς» έκλεισε κάποιο χειμώνα αθόρυβα, όπως κλείνουν τα ωραία πράγματα. Έγινε πάρκινγκ ή πολυκατοικία, δεν θυμάμαι. Αλλά κάθε φορά που μυρίζω γιασεμί ένα βράδυ του Ιούλη, ή όταν πετυχαίνω την «Αστέρω» στην τηλεόραση, γυρνάω πάλι εκεί στις πίσω καρέκλες. Τζάμπα. Με ένα παγωτό ξυλάκι στο χέρι που έλιωνε γρήγορα και τον κυρ Θάνο να μας προσέχει από το κυλικείο του γιατί τέτοια μέρη, ακόμα κι αν γκρεμιστούν, δεν κλείνουν ποτέ πραγματικά. Ανοίγουν κάθε καλοκαίρι, μέσα μας.
Άννα Δανάλη
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου