Η περίοδος των λεγόμενων «ήρεμων νερών» μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας φαίνεται να εξαντλείται, καθώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις απομακρύνονται σταδιακά από το πνεύμα της «Διακήρυξης των Αθηνών» του 2023 και επιστρέφουν σε μία πραγματικότητα βαθιάς καχυποψίας, γεωπολιτικού ανταγωνισμού και σύγκρουσης συμφερόντων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που αναδεικνύει η ισραηλινή Maariv, παρουσιάζοντας ανάλυση του Κωνσταντίνου Φίλη, αναπληρωτή καθηγητή στο Αμερικανικό Κολλέγιο Ελλάδος και διευθυντή του Institute of Global Affairs.
Το μήνυμα είναι σαφές:
η Ελλάδα εισέρχεται σε μία νέα περίοδο κατά την οποία η αποκλιμάκωση με την Τουρκία δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, ενώ η Άγκυρα εμφανίζεται πιο επιθετική, περισσότερο αυτοπεποίθητη και με ισχυρότερη πρόσβαση στην Ουάσινγκτον μέσω της προσωπικής σχέσης Ερντογάν–Τραμπ.
Την ίδια ώρα, ακόμη και το Ισραήλ, πάνω στο οποίο η Αθήνα έχει επενδύσει στρατηγικά τα τελευταία χρόνια, δεν θεωρείται πλέον ότι μπορεί να λειτουργεί με τον ίδιο βαθμό σταθερότητας ως ασφαλής γεωπολιτικός πυλώνας για Ελλάδα και Κύπρο.
Τα «ήρεμα νερά» δεν έλυσαν τίποτα
Σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Φίλη, η σχετική ηρεμία που ακολούθησε τη Διακήρυξη των Αθηνών δεν αξιοποιήθηκε για ουσιαστική πρόοδο στις βασικές διαφορές Αθήνας και Άγκυρας.
Δεν δημιουργήθηκε μόνιμος θεσμικός μηχανισμός επίλυσης των διαφορών.
Δεν υπήρξε πρόοδος στα κρίσιμα ζητήματα.
Και κυρίως:
η περίοδος αποκλιμάκωσης αξιοποιήθηκε και από τις δύο πλευρές για ενίσχυση στρατιωτικών και στρατηγικών δυνατοτήτων.
Με άλλα λόγια, τα «ήρεμα νερά» έκρυβαν από κάτω μία νέα κούρσα ισχύος.
Η Ελλάδα προχώρησε σε μεγάλη εξοπλιστική αναβάθμιση.
Η Τουρκία συνέχισε τη στρατιωτική της ανάπτυξη, την ενίσχυση της αμυντικής της βιομηχανίας και την εφαρμογή της στρατηγικής της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Το αποτέλεσμα είναι ότι η έλλειψη πολιτικής προόδου μετέτρεψε την προσωρινή αποκλιμάκωση σε περίοδο προετοιμασίας για την επόμενη κρίση.
Το Αιγαίο ξαναμπαίνει σε ζώνη υψηλής έντασης
Η νέα επιδείνωση συνδέεται, σύμφωνα με την ανάλυση, με την απόφαση της Ελλάδας να αρχίσει να ασκεί δικαιώματα που θεωρεί ότι απορρέουν από το Δίκαιο της Θάλασσας.
Η Άγκυρα αντέδρασε άμεσα.
Για την Τουρκία, κάθε ελληνική κίνηση που επηρεάζει θαλάσσιες ζώνες, χωρικά ύδατα, θαλάσσια πάρκα ή ενεργειακούς σχεδιασμούς αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Η Τουρκία επιδιώκει να καταστήσει σαφές ότι θεωρεί ανοιχτό το ζήτημα των λεγόμενων «γκρίζων ζωνών» και ότι δεν πρόκειται να επιτρέψει στην Ελλάδα να δημιουργήσει μονομερώς νέα τετελεσμένα στο Αιγαίο.
Ακριβώς σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η τουρκική κίνηση για δημιουργία εθνικών θαλάσσιων πάρκων.
Κατά την εκτίμηση Φίλη, η Άγκυρα δεν περιορίστηκε στην αναμενόμενη πολιτική απάντηση, αλλά προχώρησε ακόμη περισσότερο, επεκτείνοντας τους σχεδιασμούς της πέρα από τα χωρικά της ύδατα.
Και αυτό σηματοδοτεί νέα κλιμάκωση.
Η Τουρκία επιχειρεί να «κλειδώσει» τη Γαλάζια Πατρίδα
Η μεγάλη εικόνα είναι ότι η Τουρκία δεν αντιμετωπίζει πλέον κάθε ζήτημα ξεχωριστά.
Θαλάσσια πάρκα.
ΑΟΖ.
Υφαλοκρηπίδα.
Νησιά.
Ενεργειακές έρευνες.
Καλώδια.
Αλιεία.
Όλα εντάσσονται σε μία κοινή στρατηγική αφήγηση.
Η Άγκυρα επιχειρεί να παγιώσει σταδιακά την αντίληψη ότι μεγάλα τμήματα του Αιγαίου και της Ανατολικής Μεσογείου αποτελούν χώρο άμεσου τουρκικού στρατηγικού ενδιαφέροντος.
Για την Ελλάδα, αυτό σημαίνει ότι η περίοδος της διπλωματικής αυτοσυγκράτησης έχει όρια.
Και η συζήτηση επιστρέφει πλέον στο ερώτημα:
πώς αυξάνεις το κόστος μίας τουρκικής ενέργειας πριν αυτή πραγματοποιηθεί;
Η πρόταση-κλειδί: Επέκταση χωρικών υδάτων νότια της Κρήτης
Ο Φίλης προτείνει μία ιδιαίτερα σημαντική κίνηση:
επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων νότια της Κρήτης, στην περιοχή όπου έχει ήδη υπάρξει μερική οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με την Αίγυπτο.
Η στρατηγική λογική πίσω από αυτή την πρόταση είναι σαφής.
Η Ελλάδα δεν πρέπει απλώς να αντιδρά όταν η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει τετελεσμένα.
Πρέπει να δημιουργήσει εκ των προτέρων ένα περιβάλλον μέσα στο οποίο κάθε μελλοντική τουρκική κίνηση θα έχει μεγαλύτερο διπλωματικό, στρατιωτικό και πολιτικό κόστος.
Η επέκταση των χωρικών υδάτων νότια της Κρήτης θα μπορούσε να αποτελέσει ένα τέτοιο εργαλείο αποτροπής.
Δεν θα έλυνε την ελληνοτουρκική διαφορά.
Θα άλλαζε όμως το πεδίο πάνω στο οποίο αυτή εξελίσσεται.
Η φράση που συνοψίζει τη νέα στρατηγική: «Η Τουρκία πρέπει να πληρώνει κόστος»
Το βασικό μήνυμα της ανάλυσης είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί πλέον να περιορίζεται σε μία πολιτική παθητικής διαχείρισης.
Η Άγκυρα πρέπει να γνωρίζει ότι κάθε απόπειρα παραβίασης ελληνικών συμφερόντων θα έχει συνέπειες.
Όχι μόνο στρατιωτικές. Αλλά πολιτικές, οικονομικές και ευρωπαϊκές.
Αυτό σημαίνει ότι η Αθήνα οφείλει να δημιουργήσει μηχανισμούς που θα αυξάνουν το τίμημα κάθε τουρκικής ενέργειας.
Η αποτροπή δεν λειτουργεί μόνο με όπλα.
Λειτουργεί όταν ο αντίπαλος γνωρίζει ότι μία κίνηση θα οδηγήσει σε:
διπλωματική απομόνωση,
κυρώσεις,
οικονομικές απώλειες,
στρατιωτική αντίδραση,
ή στρατηγική ενίσχυση των αντιπάλων του.
Το Λιμενικό στο επίκεντρο της επόμενης κρίσης
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στην ενίσχυση του Ελληνικού Λιμενικού.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Πολλά από τα επεισόδια στο Αιγαίο δεν ξεκινούν με μαχητικά ή φρεγάτες.
Ξεκινούν με:
αλιευτικά,
σκάφη ακτοφυλακής,
έρευνες,
ναυτικές παρενοχλήσεις,
ή μικρής κλίμακας επεισόδια.
Σύμφωνα με τον Φίλη, τέτοια περιστατικά συμβαίνουν σχεδόν καθημερινά.
Γι’ αυτό η Ελλάδα χρειάζεται «αδιαπέραστα» θαλάσσια σύνορα, αντίστοιχα με το μοντέλο που εφαρμόστηκε στον Έβρο μετά την κρίση του 2020.
Η λογική είναι απλή:
πριν η κρίση φτάσει στο Πολεμικό Ναυτικό, πρέπει να μπορεί να σταματήσει στο επίπεδο του Λιμενικού.
Η Ελλάδα χρειάζεται ισχυρότερη παρουσία στο Αιγαίο
Η ενίσχυση του Λιμενικού δεν είναι απλώς θέμα μεταναστευτικών ροών.
Είναι ζήτημα κυριαρχίας.
Όσο περισσότερα περιστατικά συμβαίνουν στη θάλασσα, τόσο περισσότερο χρειάζεται η Ελλάδα:
μεγαλύτερα και ταχύτερα σκάφη,
καλύτερη επιτήρηση,
UAV,
ραντάρ,
δορυφορική εικόνα,
και διασύνδεση με το Πολεμικό Ναυτικό.
Το Αιγαίο γίνεται πεδίο υβριδικής αντιπαράθεσης πριν ακόμη εμφανιστεί μία ανοιχτή στρατιωτική κρίση.
Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα που πρέπει να αντιμετωπιστεί.
Το Ισραήλ μπαίνει βαθύτερα στην ελληνοτουρκική εξίσωση
Ένα από τα σημαντικότερα σημεία του άρθρου είναι ο ρόλος του Ισραήλ.
Η Ελλάδα έχει επενδύσει στρατηγικά στη σχέση με Ιερουσαλήμ και Λευκωσία.
Η συνεργασία Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ έχει πλέον:
αμυντική,
ενεργειακή,
στρατηγική,
τεχνολογική
και γεωπολιτική διάσταση.
Η Τουρκία βλέπει αυτή την προσέγγιση ως κίνηση που περιορίζει τη δική της επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και γι’ αυτό η ελληνοϊσραηλινή σχέση γίνεται όλο και περισσότερο μέρος της αντιπαράθεσης Αθήνας–Άγκυρας.
Στο Ισραήλ βλέπουν πλέον την Τουρκία ως τη «νέα Ιράν»
Ο Φίλης προχωρά ακόμη περισσότερο.
Κατά την εκτίμησή του, σημαντικό τμήμα της πολιτικής και στρατιωτικής ελίτ του Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία όχι απλώς ως ανταγωνιστή.
Αλλά ως πιθανή στρατηγική απειλή.
Με άλλα λόγια:
στην Ιερουσαλήμ διαμορφώνεται αντίληψη ότι η Τουρκία μπορεί να εξελιχθεί σε μία «νέα Ιράν» για το Ισραήλ.
Η σύγκρουση Άγκυρας–Ιερουσαλήμ, επομένως, δεν αποδίδεται μόνο στις προσωπικές σχέσεις Ερντογάν–Νετανιάχου.
Ούτε μόνο στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία.
Έχει βαθύτερες ρίζες.
Αφορά:
τη Συρία,
την Ανατολική Μεσόγειο,
τη Χαμάς,
την ενεργειακή ασφάλεια,
τις περιφερειακές συμμαχίες,
και τελικά το ποιος θα αποτελεί την κυρίαρχη δύναμη στην ευρύτερη περιοχή.
Όμως το Ισραήλ δεν είναι πλέον το ίδιο ασφαλές «στήριγμα»
Εδώ εμφανίζεται η μεγάλη ελληνική ανησυχία.
Η Αθήνα έχει επενδύσει έντονα στη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ.
Όμως, σύμφωνα με την ανάλυση, το Ισραήλ αντιμετωπίζει πλέον σοβαρές εσωτερικές και διεθνείς πιέσεις.
Πολιτική πόλωση.
Διεθνή απομόνωση.
Μεγάλη κατανάλωση διπλωματικού κεφαλαίου.
Στρατιωτικές προκλήσεις σε πολλά μέτωπα.
Ακόμη και αν το Ισραήλ εξακολουθεί να θεωρεί Ελλάδα και Κύπρο σημαντικούς εταίρους, μπορεί στο μέλλον να μην έχει την ίδια δυνατότητα να τις στηρίζει με τον τρόπο που μπορούσε στο παρελθόν.
Αυτό δεν σημαίνει διάρρηξη της στρατηγικής σχέσης.
Σημαίνει ότι η Αθήνα δεν μπορεί να βασίσει την ασφάλειά της σε έναν μόνο εξωτερικό εταίρο.
Ο Ερντογάν έχει κάτι που η Αθήνα δεν έχει: Άμεση πρόσβαση στον Τραμπ
Το πλέον ανησυχητικό ίσως κομμάτι αφορά τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ο Ταγίπ Ερντογάν διαθέτει άμεσο δίαυλο επικοινωνίας με τον Ντόναλντ Τραμπ.
Και αυτό του επιτρέπει να παρουσιάζει την τουρκική θέση στον Λευκό Οίκο χωρίς πολλούς ενδιάμεσους μηχανισμούς.
Κατά τον Φίλη, αυτό μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο σε μία μελλοντική ελληνοτουρκική κρίση.
Το σενάριο είναι απλό.
Η Ελλάδα προχωρά σε μία κίνηση που θεωρεί απολύτως νόμιμη.
Η Τουρκία αντιδρά.
Ο Ερντογάν επικοινωνεί απευθείας με τον Τραμπ.
Και παρουσιάζει την τουρκική αντίδραση ως «απάντηση σε ελληνική παραβίαση τουρκικών κυριαρχικών δικαιωμάτων».
Στην πολιτική των εντυπώσεων, αυτός που μιλά πρώτος στον Λευκό Οίκο μπορεί να αποκτήσει σημαντικό πλεονέκτημα.
Το πρόβλημα της Αθήνας στην Ουάσινγκτον
Η Ελλάδα διαθέτει ισχυρές θεσμικές σχέσεις με τις ΗΠΑ.
Διαθέτει συμμαχίες στο Κογκρέσο.
Διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με την αμερικανική στρατηγική κοινότητα.
Όμως ο Φίλης επισημαίνει ότι δεν διαθέτει αντίστοιχο προσωπικό μηχανισμό άμεσης επιρροής στον Τραμπ όπως ο Ερντογάν.
Και αυτή η διαφορά μπορεί να αποκτήσει τεράστια σημασία σε περίοδο κρίσης.
Γιατί μία ελληνοτουρκική κρίση δεν θα κριθεί μόνο στη θάλασσα.
Θα κριθεί και στην Ουάσινγκτον.
Στις Βρυξέλλες.
Στο Παρίσι.
Στο Βερολίνο.
Στην Ιερουσαλήμ.
Η Ευρώπη παραμένει εργαλείο – αλλά δεν αρκεί
Παρά την αποδυνάμωση του ευρωπαϊκού παράγοντα, η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει ένα κρίσιμο όπλο:
την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η Αθήνα, σύμφωνα με την ανάλυση, πρέπει να επιμείνει ότι οι απειλές κατά της ευρωπαϊκής ασφάλειας δεν προέρχονται μόνο από τη Ρωσία.
Εάν η Τουρκία αμφισβητεί ευρωπαϊκή κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα κράτους-μέλους, τότε αυτό αποτελεί ευρωπαϊκό ζήτημα ασφαλείας.
Και γι’ αυτό πρέπει να παραμείνει στο τραπέζι ακόμη και η επιλογή κυρώσεων.
Η Ελλάδα πρέπει να μετατρέψει την ελληνοτουρκική διαφορά από διμερές πρόβλημα σε ευρωπαϊκό ζήτημα ασφάλειας.
Χρειάζεται νέα σχέση ΕΕ–Τουρκίας
Παράλληλα, όμως, ο Φίλης δεν προτείνει μία απλή πολιτική τιμωρίας.
Θεωρεί απαραίτητη τη δημιουργία μίας νέας θεσμικής σχέσης μεταξύ Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας.
Όχι μέσα από ευκαιριακές συμφωνίες.
Όχι κάθε φορά που προκύπτει μεταναστευτική ή γεωπολιτική κρίση.
Αλλά μέσω μόνιμου πλαισίου που θα καθορίζει:
δικαιώματα,
υποχρεώσεις,
οικονομικά ανταλλάγματα,
και κυρίως κόκκινες γραμμές.
Great Sea Interconnector: Το καλώδιο γίνεται γεωπολιτικό μέτωπο
Μέσα στη νέα εξίσωση μπαίνει και το Great Sea Interconnector.
Η εμπλοκή της γαλλικής Meridiam στο έργο που συνδέει ενεργειακά την περιοχή παρακολουθείται στενά από την Τουρκία.
Ο Φίλης συνδέει μάλιστα τις εξελίξεις γύρω από το καλώδιο με την επιτάχυνση των τουρκικών θαλάσσιων πάρκων.
Η Άγκυρα γνωρίζει ότι η παρουσία μεγάλης γαλλικής εταιρείας αλλάζει τις ισορροπίες.
Διότι μια παρενόχληση ερευνητικού ή πλοίου πόντισης καλωδίων δεν αφορά πλέον μόνο Ελλάδα και Κύπρο.
Μπορεί να εμπλέκει πλέον άμεσα γαλλικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα.
Και αυτό αυξάνει το κόστος μίας τουρκικής ενέργειας.
Θα υπάρξει συνεννόηση Παρισιού–Άγκυρας;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν Γαλλία και Τουρκία θα καταλήξουν σε κάποια μορφή συνεννόησης πριν επαναληφθούν έρευνες στον βυθό.
Η Τουρκία, κατά την εκτίμηση Φίλη, δεν επιθυμεί απαραίτητα τη δημιουργία ενός ακόμη ανοικτού μετώπου.
Ήδη αντιμετωπίζει:
Συρία,
Ισραήλ,
Κουρδικό,
Ανατολική Μεσόγειο,
οικονομικά προβλήματα,
και σύνθετες σχέσεις με ΗΠΑ και Ευρώπη.
Η Άγκυρα μπορεί να είναι επιθετική, αλλά δεν σημαίνει ότι επιδιώκει ταυτόχρονη σύγκρουση με όλους.
Αυτό είναι ακριβώς το περιθώριο που μπορεί να εκμεταλλευθεί η ελληνική διπλωματία.
Βαλκάνια, αραβικός κόσμος και Ινδία: Η Ελλάδα χρειάζεται νέους πολλαπλασιαστές ισχύος
Η απάντηση της Αθήνας δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε Τουρκία, ΕΕ και Ισραήλ.
Ο Φίλης προτείνει μεγαλύτερη ελληνική παρουσία στα Βαλκάνια.
Βαθύτερες σχέσεις με τον αραβικό κόσμο.
Και ισχυρότερη στρατηγική συνεργασία με την Ινδία.
Η Ελλάδα χρειάζεται ένα δίκτυο κρατών που να λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής ισχύος.
Όσο μεγαλύτερο το δίκτυο συνεργασιών τόσο δυσκολότερο γίνεται για την Τουρκία να αντιμετωπίζει την Ελλάδα ως απομονωμένο περιφερειακό αντίπαλο.
Αυτό ακριβώς είναι το νόημα της νέας ελληνικής στρατηγικής.
Η επόμενη ελληνοτουρκική κρίση μπορεί να είναι ναυτική
Το περιβάλλον δείχνει ότι μία μελλοντική κρίση είναι πολύ πιθανό να ξεκινήσει στη θάλασσα.
Όχι απαραίτητα με πυρά.
Αλλά με:
ερευνητικά,
πλοία καλωδίων,
ακτοφυλακές,
αλιευτικά,
NAVTEX,
θαλάσσια πάρκα,
ή αμφισβήτηση ελληνικής δραστηριότητας.
Από εκεί και μετά η κλιμάκωση μπορεί να γίνει εξαιρετικά γρήγορα.
Γι’ αυτό η Ελλάδα προετοιμάζεται ουσιαστικά για μία νέα ναυτική αντιπαράθεση με την Τουρκία – όχι επειδή επιδιώκει σύγκρουση, αλλά επειδή το πεδίο στο οποίο δοκιμάζονται καθημερινά οι ισορροπίες είναι πλέον η θάλασσα.
Η νέα ελληνική στρατηγική: Αποτροπή πριν από την κρίση
Το βασικό μήνυμα είναι ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να περιμένει την επόμενη κρίση για να αντιδράσει.
Χρειάζεται:
ενίσχυση του Πολεμικού Ναυτικού,
ενίσχυση του Λιμενικού,
επέκταση επιτήρησης,
νέους περιφερειακούς συμμάχους,
αξιοποίηση του ευρωπαϊκού παράγοντα,
ενίσχυση των σχέσεων με Ισραήλ αλλά χωρίς μονομερή εξάρτηση,
και δημιουργία ισχυρότερης ελληνικής πρόσβασης στο αμερικανικό σύστημα εξουσίας.
Η αποτροπή αρχίζει πολύ πριν από την πρώτη NAVTEX και πολύ πριν εμφανιστούν οι φρεγάτες στο πεδίο.
Η «σιωπή» τελειώνει
Η περίοδος μετά τη Διακήρυξη των Αθηνών απέδειξε ότι η αποκλιμάκωση από μόνη της δεν επιλύει τις ελληνοτουρκικές διαφορές.
Μπορεί να μειώσει προσωρινά την ένταση.
Δεν αλλάζει όμως τις στρατηγικές επιδιώξεις.
Η Τουρκία εξακολουθεί να προωθεί τη «Γαλάζια Πατρίδα».
Εξακολουθεί να θέτει ζητήματα στο Αιγαίο.
Εξακολουθεί να διεκδικεί ρόλο κυρίαρχης δύναμης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Και πλέον ο Ερντογάν έχει απευθείας πρόσβαση σε έναν Λευκό Οίκο όπου η προσωπική διπλωματία μπορεί να παίξει καθοριστικό ρόλο.
Η Ελλάδα, συνεπώς, εισέρχεται σε μία νέα εποχή όπου δεν αρκεί η διαχείριση της έντασης. Πρέπει να διαμορφώνει η ίδια το κόστος της τουρκικής επιθετικότητας.
Η μεγάλη εικόνα
Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα περιβάλλον πολύ διαφορετικό από αυτό του 2023.
Τα «ήρεμα νερά» υποχωρούν.
Η Τουρκία εμφανίζεται πιο αυτοπεποίθητη.
Το Ισραήλ παραμένει στρατηγικός εταίρος αλλά αντιμετωπίζει δικές του πιέσεις.
Ο Ερντογάν διαθέτει ιδιαίτερα ισχυρό προσωπικό δίαυλο με τον Τραμπ.
Η Ευρώπη έχει περιορισμούς.
Και το Αιγαίο μετατρέπεται ξανά σε πεδίο καθημερινής στρατηγικής τριβής.
Το μήνυμα της ανάλυσης είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να πάψει να λειτουργεί μόνο αντιδραστικά.
Να επεκτείνει τα εργαλεία κυριαρχίας της.
Να ενισχύσει τα θαλάσσια σύνορα.
Να χτίσει νέες συμμαχίες.
Να αυξήσει το διπλωματικό και στρατιωτικό κόστος κάθε τουρκικής πρόκλησης.
Και πάνω απ’ όλα:
να είναι έτοιμη για μία νέα πραγματικότητα στην οποία η επόμενη ελληνοτουρκική κρίση μπορεί να έρθει γρήγορα, να ξεκινήσει από τη θάλασσα και να κριθεί ταυτόχρονα στο Αιγαίο, στην Ουάσινγκτον, στις Βρυξέλλες και στην Ανατολική Μεσόγειο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου