Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2024

Δημόσιο και ιδιωτικό χρέος στο κόκκινο παρά την αισιοδοξία της κυβέρνησης…



Με το δημόσιο χρέος του κεντρικού κράτους στα 402,9 δις € συν τα κρυφά χρέη, παρά το ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας, καθώς επίσης με το ιδιωτικό στα 387 δις € παρά τους πλειστηριασμούς, από 345 δις € και 333 δις € αντίστοιχα το 2019, δεν μπορεί να ισχυρισθεί κανείς πως η οικονομία μας είναι σε καλό δρόμο.


Ειδικότερα, σε σύγκριση με το 2019, το δημόσιο χρέος μας αυξήθηκε πάνω από 55 δις € και το ιδιωτικό περί τα 54 δις €, οπότε συνολικά σχεδόν κατά 110 δις € την τελευταία πενταετία – ενώ το εξωτερικό αυξήθηκε περί τα 150 δις €.

 

Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος


Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να συμμερισθούμε την αισιοδοξία της κυβέρνησης, πολύ περισσότερο όταν όλοι ανεξαιρέτως οι οικονομικοί δείκτες που αφορούν τους Πολίτες επιδεινώνονται συνεχώς; Μόνο η κερδοφορία ορισμένων μεγάλων επιχειρήσεων αυξάνεται – αφενός μεν λόγω της αισχροκέρδειας τους που είναι ασύδοτη, αφετέρου εξαιτίας των ενισχύσεων της ΕΕ. Αρκεί αλήθεια;

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει, παρά την αύξηση των φορολογικών εσόδων του δημοσίου, με τη διατήρηση των ίδιων συντελεστών στις αυξημένες τιμές (=άνω του 20% σωρευτικές αυξήσεις τα τελευταία δύο χρόνια), όπως του ΦΠΑ, καθώς επίσης παρά το ξεπούλημα των δημοσίων επιχειρήσεων, το δημόσιο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης (=αφαιρουμένων των ταμειακών διαθεσίμων των οργανισμών του δημοσίου, όπως της τοπικής αυτοδιοίκησης κλπ.), συνέχισε την ανοδική του πορεία – από τα 355,63 δις € το πρώτο τρίμηνο του 2023, στα 358,04 δις € το δεύτερο τρίμηνο και στα 360,17 δις € στο τρίτο τρίμηνο, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (πηγή).





Εξέλιξη χρέους του κεντρικού κράτους

 

Επομένως αυξήθηκε κατά περίπου 5 δις € στο ενιάμηνο του 2023 – ενώ το χρέος του Κεντρικού Κράτους στο τρίτο τρίμηνο, δηλαδή χωρίς τα ταμειακά διαθέσιμα των οργανισμών του δημοσίου και άρα αυτά που πραγματικά χρωστάει η Ελλάδα στους πιστωτές της, διαμορφώθηκε στα 402,9 δις €, σύμφωνα με τον ΟΔΔΗΧ (πηγή). Στις αρχές του 2019 ήταν στα 345 δις € περίπου (γράφημα) – οπότε η αύξηση του έκτοτε ήταν εκρηκτική, άνω των 55 δις €!

 

Σήμερα πάντως η κυβέρνηση δανείσθηκε ακόμη 4 δις €, με επιτόκιο 3,45% – σημειώνοντας πως εκτός από το επίσημο δημόσιο χρέος, υπάρχει επί πλέον το κρυφό, όπως από τις εγγυήσεις του δημοσίου ύψους περί τα 30 δις € και από τους παγωμένους τόκους του EFSF ύψους 25 δις € που θα προστεθούν στο χρέος το 2033 (πηγή). Η Ελλάδα δε συμπεριφέρεται όπως εκείνη η επιχείρηση που πουλάει τα ράφια, τα αυτοκίνητα και τα οικόπεδα της, για να εξυπηρετήσει τα χρέη της – τα οποία όμως αντί να μειώνονται, αυξάνονται.




Επομένως, το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι τι θα συμβεί, όταν θα έχει ξεπουλήσει πλέον τα πάντα – ακόμη χειρότερα, όταν παράλληλα ο πληθυσμός της μειώνεται από την υπογεννητικότητα, τους θανάτους (γράφημα) και τη μετανάστευση των Ελλήνων, ενώ όλοι γνωρίζουμε πως βιώσιμη άνοδος του ΑΕΠ με ένα εργατικό δυναμικό που συρρικνώνεται, δεν συναντάται πουθενά στον πλανήτη.

 

Μπορεί λοιπόν να μειώνεται το δημόσιο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης ως προς το πληθωριστικό ΑΕΠ, κυρίως λόγω της ανόδου των τιμών, αλλά σε απόλυτο μέγεθος συνεχίζει να αυξάνεται – ενώ το γεγονός αυτό περιγράφει την πραγματική οικονομική κατάσταση της χώρας μας. Οι θριαμβολογίες επομένως της κυβέρνησης για ένα δήθεν success story, διαψεύδονται ξεκάθαρα από τους αριθμούς που δεν κάνουν ποτέ λάθος – ενώ η συγκεκριμένη κατάσταση θα φανεί, όταν (α) σταματήσει η άνοδος των τιμών ή/και (β) όταν επιστρέψει η ύφεση (=αρνητικός ρυθμός ανάπτυξης).

 

Τότε η άνοδος του δημοσίου χρέους της Γενικής Κυβέρνησης ως προς το ΑΕΠ θα είναι εκρηκτική, αφού το ΑΕΠ θα πάψει να αυξάνεται ονομαστικά (=με τον πληθωρισμό) και πραγματικά (=χωρίς τον πληθωρισμό), όπως επίσης του Κεντρικού Κράτους – ενώ το γεγονός ότι, τα έσοδα του δημοσίου αυξάνονται από την υπερφορολόγηση των Πολιτών, επιδεινώνοντας την εξαθλίωση τους, σημαίνει πως όταν εξαντληθεί πια η φορολογική ικανότητα των Ελλήνων (ασφαλώς θα συμβεί), θα καταρρεύσουν τα δημόσια έσοδα.

 

Τέλος, όσον αφορά τις προηγούμενες εκτιμήσεις ορισμένων εταιριών αξιολόγησης, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε πως η Ελλάδα χρεοκόπησε με πιστωτική αξιολόγηση Α- το 2009 – άρα με κατά πολύ καλύτερη από τη σημερινή ΒΒΒ- (Fitch). Ως εκ τούτου πρέπει να είναι κανείς πολύ προσεκτικός, όταν θεωρεί πως αξιολόγηση μας σήμερα είναι θετική – ή πως η χώρα μας δεν διατρέχει κίνδυνο χρεοκοπίας.

 

Σε κάθε περίπτωση, χώρες όπως η Ελλάδα με υψηλό δημόσιο και εξωτερικό χρέος, όπου το εξωτερικό μας ήταν 553,2 δις € στα τέλη του τρίτου τριμήνου του 2023, εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό (α) από τις εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών, καθώς επίσης (β) από τις ξένες επενδύσεις – οι οποίες όμως στην Ελλάδα είναι κυρίως κερδοσκοπικές, με αποτέλεσμα τα έσοδα τους ως μερίσματα ή με άλλους τρόπους (=μέθοδοι φοροαποφυγής), να οδηγούνται ξανά στο εξωτερικό. Εκτός αυτού, το πρώτο που συμβαίνει σε περιόδους παγκοσμίων κρίσεων, είναι η πτώση των εξαγωγών και η μείωση των ξένων επενδύσεων – παράλληλα με την απόσυρση των ξένων επενδυτών.

 

Το ιδιωτικό χρέος


Συνεχίζοντας, σύμφωνα με το υπουργείο οικονομικών σε απάντηση ερωτήματος μας, το συνολικό ιδιωτικό χρέος ανερχόταν στα 387 δις € στα τέλη Ιουνίου του 2023, εκ των οποίων τα 236 δις € ήταν κόκκινο – δηλαδή μη εξυπηρετούμενο.



Για σύγκριση, το 2019 ήταν στα 333 δις €, με το κόκκινο στα 233 δις €, το 2020 στα 342 δις € με το κόκκινο στα 233 δις €, το 2021 ήταν 376 δις € και 251 δις € αντίστοιχα, ενώ το 2022 ήταν 383 δις €, με το κόκκινο στα 243 δις €.

 

Ουσιαστικά λοιπόν έχουμε μία σημαντική αύξηση του συνολικού ιδιωτικού χρέους το 2023 σε σχέση με το 2019 κατά 54 δις €, καθώς επίσης μία μικρή αύξηση του κόκκινου κατά 3 δις € – γεγονότα εξαιρετικά ανησυχητικά, εάν λάβει κανείς υπ’ όψιν του πως έχουν μεσολαβήσει κατασχέσεις, πλειστηριασμοί και απομειώσεις (=διαγραφές) δανείων από τους servicers και τις τράπεζες.

 

Όσον αφορά το κόκκινο ιδιωτικό χρέος, το 2019 ήταν προς την ΑΑΔΕ στα 105,6 δις € με το πλήθος των οφειλετών στα 4,07 εκ. – ενώ το 2023 στα 105 δις € (με τα 26,3 δις € να θεωρούνται ανεπίδεκτα είσπραξης), με 4,2 εκ. οφειλέτες. Τα παραπάνω μεγέθη που μας ανέφερε το υπουργείο πάντως, δεν ταιριάζουν με τη συνεχή ετήσια αύξηση που καταγράφουν τα ΜΜΕ – οπότε είμαστε επιφυλακτικοί.

 

Σε σχέση με τα ασφαλιστικά ταμεία, το 2019 είχαν μεταβιβασθεί και καταγραφεί στο ΚΕΑΟ οφειλές ύψους 35 δις €, με το πλήθος οφειλετών στα 2 εκ. άτομα – ενώ το 2023 είχαν αυξηθεί στα 46,5 δις € σε 3,3 εκ. οφειλέτες. Εδώ έχουμε μία σημαντική αύξηση κόκκινων χρεών και οφειλετών – η οποία μας φαίνεται αντικειμενική.

 

Αναφορικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια στις τράπεζες, το δεύτερο τρίμηνο του 2023 ήταν στα 13,17 δις €, ενώ προς τους servicers στα 71,16 δις € – άρα συνολικά στα 84,33 δις €, από 107,18 δις € το 2018. Επομένως φαίνεται να έχουν μειωθεί αρκετά – αν και έχουμε επίσης επιφυλάξεις, αφού οι ίδιοι οι servicers αναφέρουν 120 δις €.

 

Βέβαια, υπάρχουν και άλλες αναφορές από ΜΜΕ στο θέμα του ιδιωτικού χρέους (πηγή), χωρίς όμως την παράθεση πηγών – οπότε δεν είμαστε σε θέση να τις αξιολογήσουμε, προτιμώντας την απάντηση του υπουργείου οικονομικών.

 

Επίλογος

Ολοκληρώνοντας, με το δημόσιο χρέος του κεντρικού κράτους στα 402,9 δις € συν τα κρυφά χρέη, παρά το ξεπούλημα της κρατικής περιουσίας, καθώς επίσης με το ιδιωτικό στα 387 δις € παρά τους πλειστηριασμούς, από 345 δις € και 333 δις € αντίστοιχα το 2019, δεν μπορεί να ισχυρισθεί κανείς πως η οικονομία μας είναι σε καλό δρόμο.





Εξέλιξη εξωτερικού χρέους

 

Ειδικότερα, σε σύγκριση με το 2019, το δημόσιο χρέος μας αυξήθηκε πάνω από 55 δις € και το ιδιωτικό περί τα 54 δις €, οπότε συνολικά σχεδόν κατά 110 δις € την τελευταία πενταετία – ενώ το εξωτερικό αυξήθηκε περί τα 150 δις € (γράφημα). Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να συμμερισθούμε την αισιοδοξία της κυβέρνησης, πολύ περισσότερο όταν όλοι ανεξαιρέτως οι οικονομικοί δείκτες που αφορούν τους Πολίτες επιδεινώνονται συνεχώς;

 

Μόνο η κερδοφορία ορισμένων μεγάλων επιχειρήσεων αυξάνεται – αφενός μεν λόγω της αισχροκέρδειας τους που είναι στο κόκκινο, αφετέρου εξαιτίας των ενισχύσεων της ΕΕ. Αρκεί αλήθεια; Δεν θέλουμε φυσικά να είμαστε απαισιόδοξοι, μπορεί να μειωθεί το δημόσιο χρέος της Γενικής Κυβέρνησης εάν διατεθούν τα 15,6 δις του πραγματικού μαξιλαριού, αλλά η επιδείνωση είναι ξεκάθαρη – ενώ εμείς προτιμούμε να στηριζόμαστε στους αριθμούς και όχι στα κενά λόγια.







Υστερόγραφο: Το ΑΕΠ μας το 2022 σε σχέση με το 2019 αυξήθηκε σε σταθερές τιμές, δηλαδή χωρίς τον πληθωρισμό, κατά μόλις 3,7% – ενώ σε τρέχουσες τιμές, άρα με τον πληθωρισμό, κατά 12,7% περίπου, Εν τούτοις, το δημόσιο χρέος του κεντρικού κράτους αυξήθηκε κατά 16,5% και το ιδιωτικό κατά 16% περίπου – οπότε πολύ περισσότερο ειδικά όσον αφορά τις σταθερές τιμές, αλλά επίσης τις τρέχουσες. Πώς είναι δυνατόν λοιπόν να τα δικαιολογήσει κανείς, ακόμη και αν συμπεριλάβει την ελάχιστη άνοδο του 2023; Αδύνατον.

ellinikiafipnisis.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου