Η Άγκυρα επαναφέρει με ιδιαίτερη ένταση τις πάγιες διεκδικήσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο, επιχειρώντας να συνδέσει σε ένα ενιαίο γεωπολιτικό μέτωπο το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου, το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο και τη στρατιωτική συνεργασία Αθήνας–Λευκωσίας.
Στο επίκεντρο της νέας παρέμβασης βρίσκεται το Great Sea Interconnector (GSI), ένα έργο που για την Αθήνα και τη Λευκωσία αποτελεί στρατηγική ενεργειακή υποδομή, αλλά για την Τουρκία εξελίσσεται ταυτόχρονα σε πεδίο προβολής των δικών της θαλάσσιων διεκδικήσεων.
Το μήνυμα του τουρκικού υπουργείου Άμυνας ήταν σαφές: η Τουρκία θεωρεί ότι οποιαδήποτε δραστηριότητα καλωδίων, αγωγών ή επιστημονικών ερευνών σε περιοχές που η ίδια χαρακτηρίζει ως τουρκική υφαλοκρηπίδα πρέπει προηγουμένως να συντονίζεται με την Άγκυρα.
Ανάλογη θέση είχε διατυπωθεί και επισήμως από το τουρκικό ΥΠΑΜ στις 24 Σεπτεμβρίου, όταν υποστήριξε ότι δεν θα επιτρέψει «μη εξουσιοδοτημένες δραστηριότητες» στην Ανατολική Μεσόγειο, με τουρκικά μέσα να συνδέουν ευθέως την τοποθέτηση αυτή με το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ.
Η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει το καλώδιο σε ζήτημα κυριαρχίας
Το κρίσιμο στοιχείο δεν βρίσκεται μόνο στη διατύπωση της τουρκικής ανακοίνωσης, αλλά στην προσπάθεια της Άγκυρας να επιβάλει την πολιτική αντίληψη ότι διαθέτει δικαίωμα προηγούμενης έγκρισης για δραστηριότητες σε αμφισβητούμενες θαλάσσιες περιοχές.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι η εγκατάσταση καλωδίων και αγωγών ή η πραγματοποίηση επιστημονικών ερευνών πρέπει να συντονίζεται μαζί της όταν, κατά τη δική της θέση, οι εργασίες πραγματοποιούνται εντός της υφαλοκρηπίδας της.
Δεν είναι η πρώτη φορά που διατυπώνεται αυτή η αξίωση. Το ίδιο επιχείρημα είχε προβληθεί και κατά τις έρευνες του Fugro Gauss, όταν η Άγκυρα υποστήριξε ότι δραστηριότητες σχετικές με το GSI παραβίαζαν την τουρκική υφαλοκρηπίδα και προχώρησε σε αντί-NAVTEX.
Το ζήτημα επομένως ξεπερνά κατά πολύ ένα τεχνικό έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης. Το GSI μετατρέπεται σε δοκιμασία εφαρμογής αντικρουόμενων χαρτογραφήσεων και θαλάσσιων διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.
Στο επίκεντρο ξανά το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η Άγκυρα συνδέει τις σημερινές αξιώσεις της με τις θαλάσσιες συμφωνίες που έχει υπογράψει με τη Λιβύη και με την τουρκοκυπριακή πλευρά.
Η Τουρκία επικαλείται τις συντεταγμένες που έχει καταθέσει στον ΟΗΕ και το πλαίσιο που η ίδια θεωρεί ότι διαμορφώνεται από τις συγκεκριμένες συμφωνίες.
Από την άλλη πλευρά, Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία απορρίπτουν τις τουρκικές θέσεις, ενώ το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο αποτελεί εδώ και χρόνια βασικό σημείο αντιπαράθεσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το πραγματικό διακύβευμα είναι προφανές: εάν η Τουρκία καταφέρει στην πράξη να επιβάλει προηγούμενο «συντονισμού» ή συναίνεσης, τότε θα επιχειρήσει να αξιοποιήσει αυτό το προηγούμενο και σε επόμενα ενεργειακά, τηλεπικοινωνιακά ή ερευνητικά έργα.
Γι’ αυτό το καλώδιο δεν είναι απλώς ένα καλώδιο. Είναι πλέον μέρος της ευρύτερης σύγκρουσης χαρτών, δικαιοδοσίας και περιφερειακής ισχύος.
Το δεύτερο μέτωπο: η στρατιωτική παρουσία Ελλάδας στην Κύπρο
Η τουρκική ανακοίνωση δεν περιορίστηκε στο ενεργειακό σκέλος.
Η Άγκυρα εξέφρασε παράλληλα ενόχληση για τη στρατιωτική παρέλαση στη Λευκωσία και για τη συμμετοχή ελληνικών στρατιωτικών μέσων, επαναφέροντας τις γνωστές καταγγελίες της περί ενίσχυσης της στρατιωτικής συνεργασίας της Κυπριακής Δημοκρατίας με την Ελλάδα και τρίτες χώρες.
Η τουρκική πλευρά υποστηρίζει ότι οι εξοπλιστικές δραστηριότητες της Λευκωσίας και η συνεργασία της με άλλα κράτη επηρεάζουν αρνητικά την ισορροπία ασφαλείας στο νησί.
Πρόκειται για μια θέση που αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον καθώς η Κυπριακή Δημοκρατία ενισχύει σταδιακά τις αμυντικές και στρατηγικές σχέσεις της με Ελλάδα, Ισραήλ, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες.
Για την Άγκυρα, κάθε τέτοια κίνηση εντάσσεται σε ένα μεγαλύτερο περιφερειακό πλέγμα το οποίο παρακολουθεί με αυξανόμενη καχυποψία.
Το Κυπριακό επιστρέφει στο επίκεντρο της τουρκικής ρητορικής
Παράλληλα, το τουρκικό υπουργείο Άμυνας επανέλαβε τη θέση της Άγκυρας υπέρ της «κυρίαρχης ισότητας» και του «ισότιμου διεθνούς καθεστώτος» των Τουρκοκυπρίων.
Πρόκειται για θέση που αποκλίνει από το πλαίσιο επανένωσης που έχει επί δεκαετίες διαμορφωθεί μέσα από τις αποφάσεις του ΟΗΕ.
Το Συμβούλιο Ασφαλείας έχει χαρακτηρίσει νομικά άκυρη τη μονομερή ανακήρυξη του αποσχιστικού καθεστώτος στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και έχει καλέσει τα κράτη να μην το αναγνωρίζουν. Η Τουρκία παραμένει το μόνο κράτος που το αναγνωρίζει.
Παράλληλα, τα Ηνωμένα Έθνη εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν το Κυπριακό ως ζήτημα που προέκυψε μετά τα γεγονότα του 1974 και τη στρατιωτική επέμβαση της Τουρκίας, η οποία οδήγησε στον τουρκοκυπριακό έλεγχο του βόρειου τμήματος του νησιού.
Γιατί η χρονική στιγμή έχει σημασία
Η νέα τουρκική τοποθέτηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία το GSI επιστρέφει δυναμικά στην ατζέντα.
Η Αθήνα έχει διαμηνύσει ότι ο βασικός σχεδιασμός του έργου δεν αλλάζει, ενώ το ζήτημα των ερευνών και της συνέχισης των εργασιών αποκτά πλέον και έντονη γεωπολιτική διάσταση.
Η Τουρκία, από την πλευρά της, δείχνει ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει τη στρατηγική της επιτόπιας αμφισβήτησης.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το σημαντικότερο σημείο: η Άγκυρα δεν αρκείται σε διπλωματικές ανακοινώσεις αλλά επιχειρεί να συνδέσει τις νομικές της θέσεις με επιχειρησιακή παρουσία, NAVTEX, παρακολούθηση ερευνητικών πλοίων και πολιτική πίεση.
Αυτό δημιουργεί ένα πολύ πιο σύνθετο περιβάλλον για τους επόμενους μήνες.
Το GSI γίνεται βαρόμετρο για ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο
Για την Αθήνα και τη Λευκωσία, η ηλεκτρική διασύνδεση αποτελεί έργο με σημαντική γεωοικονομική αξία, καθώς η Κύπρος παραμένει ενεργειακά απομονωμένη από το ευρωπαϊκό ηλεκτρικό σύστημα.
Για την Άγκυρα, όμως, το ίδιο έργο προσφέρει μια ευκαιρία να επαναφέρει τις διεκδικήσεις της και να δοκιμάσει στην πράξη μέχρι πού μπορούν να φτάσουν.
Έτσι, κάθε επόμενη ερευνητική αποστολή, κάθε NAVTEX και κάθε κίνηση πλοίου στην περιοχή μπορεί να αποκτήσει πολιτικό βάρος πολύ μεγαλύτερο από την καθαρά τεχνική αποστολή του.
Η νέα ανακοίνωση του τουρκικού υπουργείου Άμυνας δείχνει ότι το ζήτημα δεν πρόκειται να κλείσει εύκολα.
Αντίθετα, όλα δείχνουν ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα αποτελέσει ένα από τα βασικά τεστ ισχύος, διπλωματίας και διαχείρισης κρίσεων στην Ανατολική Μεσόγειο, καθώς συγκεντρώνει στον ίδιο γεωγραφικό χώρο ενεργειακά συμφέροντα, αντικρουόμενες θαλάσσιες διεκδικήσεις, στρατιωτική παρουσία και την ευρύτερη αντιπαράθεση για την περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφαλείας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου