Της Στέλλας Κυβέλου*
Η πρόσκληση της Προέδρου της ΕΕ προς τον Καναδά αποκτά σημασία πολύ πέραν της
θεσμικής συζήτησης περί «associate membership». Μπορεί να αποτελεί ένδειξη μιας βαθύτερης μετατόπισης: αυτής της σταδιακής μετάβασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική (integrated maritime policy) που επικεντρωνόταν κυρίως στην οικονομία και το περιβάλλον, προς μια πραγματική ευρωπαϊκή γεωπολιτική του Ωκεανού. Αυτό ίσως να είναι ένα από τα σημαντικότερα – αν και ολιγότερο συζητημένα – μηνύματα της πρόσφατης ομιλίας της Ursula von der Leyen.Εάν λοιπόν η Ευρωπαϊκή Ένωση εισέρχεται πράγματι σε μία νέα περίοδο αναζήτησης ενός ευρύτερου γεωπολιτικού χώρου, κατά την οποία ο Ωκεανός παύει να αντιμετωπίζεται μόνον ως περιβαλλοντικός και οικονομικός χώρος και αποκτά ολοένα εντονότερη γεωπολιτική διάσταση, τότε το ερώτημα για την Ελλάδα είναι αναπόφευκτο: πώς πρέπει να επηρεάσει αυτή η μεταβολή τη δική μας αντίληψη για τον θαλάσσιο χώρο;
Η ελληνική δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται συχνά – και ευλόγως – στην επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ναυτικά μίλια. Το τελευταίο διάστημα έχουν διατυπωθεί προτάσεις τόσο για το Καστελλόριζο όσο και για τη θαλάσσια περιοχή νοτίως της Κρήτης. Πρόκειται για διαφορετικές γεωγραφικές και στρατηγικές περιπτώσεις, οι οποίες, εν αρχή, δεν είναι ορθό να συγχέονται. Υπάρχει, όμως, ένα προηγούμενο ερώτημα: αρκεί η επέκταση των χωρικών υδάτων για να συγκροτήσει μία χώρα θαλάσσια στρατηγική; Η απάντηση απαιτεί να διακρίνουμε τρία διαφορετικά επίπεδα.
Α. Το πρώτο επίπεδο είναι η κυριαρχία. Κατά το Δίκαιο της Θάλασσας, το παράκτιο κράτος έχει δικαίωμα να καθορίσει την αιγιαλίτιδα ζώνη του έως τα 12 ναυτικά μίλια. Η Ελλάδα έχει ήδη ασκήσει το δικαίωμα αυτό στο Ιόνιο, ενώ το έχει ρητώς διατηρήσει για τις υπόλοιπες θαλάσσιες περιοχές.
Β. Το δεύτερο επίπεδο είναι εκείνο των κυριαρχικών δικαιωμάτων και των δικαιοδοσιών στην υφαλοκρηπίδα και την ΑΟΖ. Εδώ η εικόνα είναι διαφορετική: στις περιοχές όπου υπάρχουν επικαλυπτόμενες αξιώσεις κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, το ζητούμενο είναι η οριοθέτηση σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Γ. Υπάρχει, όμως, και ένα τρίτο επίπεδο, το οποίο απουσιάζει συχνά από την ελληνική συζήτηση: η λειτουργική συγκρότηση και διακυβέρνηση του θαλάσσιου χώρου.
Ένας θαλάσσιος χώρος δεν αποκτά στρατηγική σημασία μόνον επειδή χαράσσεται μία γραμμή στον χάρτη. Αποκτά σημασία επειδή χαρτογραφείται, σχεδιάζεται, παρακολουθείται και εντάσσεται σε δίκτυα ενέργειας και επικοινωνιών· επειδή φιλοξενεί προστατευόμενες περιοχές, αλιευτικές δραστηριότητες, θαλάσσιες μεταφορές και κρίσιμες υποδομές· επειδή παράγει γνώση, οικονομική δραστηριότητα και ασφάλεια.
Ακριβώς προς αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να κινείται σήμερα και η Ευρωπαϊκή Ένωση. Τόσο το Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τον Ωκεανό όσο και η εξελισσόμενη νομοθετική πρωτοβουλία «European Ocean Act» διευρύνουν σταδιακώς την ευρωπαϊκή αντίληψη για τον θαλάσσιο χώρο. Ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως τεχνική κατανομή θαλάσσιων χρήσεων με τρόπο ώστε να παράγονται οικολογικά, κοινωνικά και οικονομικά οφέλη, αλλά ως ισχυρό εργαλείο συντονισμού και συνύπαρξης δραστηριοτήτων, προστασίας οικοσυστημάτων, ανάπτυξης της γαλάζιας οικονομίας, διασυνοριακής συνεργασίας και, ολοένα περισσότερο, ασφάλειας.
Αυτό δημιουργεί μία νέα παράμετρο για την ελληνική στρατηγική.Το κρίσιμο ερώτημα ίσως δεν είναι πλέον μόνον «πού θα επεκτείνουμε τα χωρικά μας ύδατα;», αλλά «ποιον θαλάσσιο χώρο επιδιώκουμε να συγκροτήσουμε στην Ανατολική Μεσόγειο και ποια θέση θα έχει αυτός μέσα στον αναδυόμενο ευρωπαϊκό θαλάσσιο χώρο;»
Υπό αυτό το πρίσμα, το Καστελλόριζο, η Κάσος, η Κάρπαθος και η Κρήτη δεν αποτελούν απλώς διαδοχικά σημεία ενός ελληνοτουρκικού γεωγραφικού προβλήματος. Αποτελούν συγχρόνως το νοτιοανατολικό θαλάσσιο όριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βρίσκονται επάνω σε έναν χώρο στον οποίο διασταυρώνονται η ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια, οι υποθαλάσσιες ηλεκτρικές και ψηφιακές διασυνδέσεις, η προστασία της βιοποικιλότητος, η ναυσιπλοΐα, η αλιεία, η θαλάσσια επιτήρηση και η σύνδεση της Ευρώπης με την Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Εδώ βρίσκεται ίσως και η ουσιώδης διαφορά μεταξύ μιας δικαιοδοτικής επέκτασης και μιας θαλάσσιας στρατηγικής. Η πρώτη επικεντρώνεται πρωτίστως στον ορισμό των θαλάσσιων ζωνών που εν πολλοίς ερείζεται στο διεθνές δίκαιο. Η δεύτερη εξετάζει συγχρόνως κυριαρχία, κυριαρχικά δικαιώματα, οριοθετήσεις, χωρικό σχεδιασμό, οικοσυστήματα, ενεργειακά και ψηφιακά δίκτυα, οικονομικές δραστηριότητες, πολιτική ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας.
Η επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης, επομένως, δεν μπορεί να εξετάζεται απομονωμένα αλλά ως μία από τις παραμέτρους μιας ευρύτερης στρατηγικής. Το ίδιο ισχύει για τις οριοθετήσεις ΑΟΖ, τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό, τα θαλάσσια πάρκα, τις ηλεκτρικές διασυνδέσεις και τις λοιπές κρίσιμες υποθαλάσσιες υποδομές. Πρόκειται για διαφορετικές κρατικές αρμοδιότητες και διαφορετικά νομικά εργαλεία, τα οποία όμως διαμορφώνουν από κοινού τη γεωπολιτική πραγματικότητα της θάλασσας.
Αυτή η διάσταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία μετά την υιοθέτηση, το 2025, της ελληνικής Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για τον Θαλάσσιο Χώρο και των τεσσάρων Θαλάσσιων Χωροταξικών Ενοτήτων. Για πρώτη φορά η Ελλάδα διαθέτει ένα θεσμικό χωρικό υπόβαθρο επάνω στο οποίο μπορεί να συζητηθεί η σχέση μεταξύ του Δικαίου της Θάλασσας και της πραγματικής διακυβέρνησης του θαλάσσιου χώρου.
Το ζήτημα, συνεπώς, δεν είναι να υποκαταστήσει ο Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός το Δίκαιο της Θάλασσας. Δεν μπορεί να το κάνει. Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί – και δεν επιθυμεί άλλωστε – να μετατρέψει μία εθνική θαλάσσια διεκδίκηση σε «ευρωπαϊκή κυριαρχία». Μπορεί όμως να συμβεί κάτι διαφορετικό και ίσως στρατηγικώς σημαντικότερο: οι θαλάσσιοι χώροι των κρατών μελών να συνδεθούν λειτουργικά μέσα από κοινές ευρωπαϊκές πολιτικές, δίκτυα, υποδομές, περιβαλλοντική προστασία, παρατήρηση, επενδύσεις και ασφάλεια.
Έτσι η ελληνική συζήτηση θα μπορούσε να μετακινηθεί από τη γεωγραφία των γραμμών στη γεωπολιτική του θαλάσσιου χώρου που την αφορά. Και τότε το πραγματικό ερώτημα για την Ελλάδα δεν θα είναι μόνο πόσα ναυτικά μίλια θα εκτείνεται η αιγιαλίτιδα ζώνη της σε κάθε περιοχή. Θα είναι πώς η χώρα θα μετατρέψει τη γεωγραφική της θέση — από το Ιόνιο και την Κρήτη έως τα Δωδεκάνησα και το Καστελλόριζο — σε συνεκτική θαλάσσια στρατηγική, συμβατή με το Διεθνές Δίκαιο και ταυτοχρόνως ενταγμένη στη νέα ευρωπαϊκή γεωπολιτική του Ωκεανού.
Εάν πράγματι η Ευρώπη αναζητεί σήμερα έναν ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο, γεγονός που κατά την άποψή μας φάνηκε από την ομιλία της προέδρου της ΕΕ, τότε για την Ελλάδα η συζήτηση αποκτά μία πρόσθετη διάσταση: Η Ελλάδα οφείλει να αναδείξει την γεωγραφική τοποθέτησή της στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρώπης. Και κατόπιν αυτού, οφείλει να συμμετέχει στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο η ίδια η Ευρώπη αντιλαμβάνεται, σχεδιάζει και διακυβερνά αυτό το θαλάσσιο άκρο της.
Η Ελληνική κυβέρνηση, ενόψει μάλιστα της ελληνικής προεδρίας κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2027, πρέπει να κατανοήσει ότι η πραγματική δοκιμασία της νέας ευρωπαϊκής πολιτικής για τον Ωκεανό θα αφορά στην ικανότητά της να μετακινηθεί από τη λογική των επιμέρους εθνικών θαλάσσιων χώρων προς μια ουσιαστική διακυβέρνηση σε επίπεδο θαλάσσιας λεκάνης (sea-basin governance). Εδώ η Μεσόγειος — και ιδιαιτέρως η Ανατολική Μεσόγειος — αποτελεί ίσως το πολυπλοκότερο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά εργαστήρια.
* CEO της SDMED MARIS, Καθηγήτρια και εμπειρογνώμων θαλάσσιας χωροταξίας για την λεκάνη της Ανατ.Μεσογείου, στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης (DGMARE).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου