
Η κουβέντα του είχε αρχίσει να με κουράζει.
Για να ειμαι ειλικρινης να με τσαντίζει.
Το ότι τα έλεγε καθισμένος στο καφενείο μου κάτω από τη βελανιδιά.
Ήταν η τρίτη φορά που ερχόταν στο χωράφι επίσκεψη κάνοντας διάλεξη.
35 χρόνων άντρας,..με καλά μυαλά….αν αποφάσιζε να κατέβει από το συνεφακι του.
Ήταν αρχές Ιούλη, ο ήλιος έκαιγε από τις έντεκα το πρωί κι ένιωθα τον ιδρώτα να τρέχει αυλάκι στην πλάτη μου.
Εγώ είχα τα χέρια μου μέσα στο χώμα κι εκείνος είχε αράξει κάτω από τη βελανιδιά, με τα χέρια σταυρωμένα, και μου εξηγούσε γιατί ο κόσμος δεν αλλάζει.
Το σύστημα έτσι. Η κοινωνία αλλιώς. Οι πολιτικοί. Τα παιδιά. Το μέλλον. Η καταστροφή που έρχεται. Ο έλεγχος της μαζας………
Τα ίδια που ακούμε κάθε μέρα. Μόνο που εκείνος τα έλεγε σαν να τα είχε ανακαλύψει ο ίδιος.
Ένιωθα πως είχα ένα μελισι μέσα στο κεφάλι μου.
Κάποια στιγμή άφησα το σκαλιστήρι. Σκούπισα τα χέρια μου στο παντελόνι και πήγα κάτω από τη βελανιδιά.
— Σήκω.
— Τι;
— Σήκω, ρε.
Σηκώθηκε.
Τον έπιασα από τον γιακά και τον ταρακούνησα.
Ακουγόταν μόνο ο ήχος από τα τζιτζίκια και η ανάσα μου.
— Τι κάνεις; τον ρώτησα
— Τι εννοείς;
— Εσύ λεω, τι κάνεις;
— Εγώ;
— Ναι ρε. Εσυ.
Με κοίταζε χαμένος.
Περίμενε μάλλον να του πω κάτι για το σύστημα.
— Αυτό σε ρωτάω. Τι κάνεις για όλα αυτα που μου τσαμπουνάς τρεις μέρες τώρα;
Θα αλλάξεις τον κόσμο;
— Εγώ;
— Ναι, εσύ. Ποιος άλλος είναι εδώ;
Τον άφησα από τον γιακά.
— Όχι. Μην ανησυχείς. Δεν κινδυνεύει ο κόσμος από σένα. Έμεινε να με κοιτάζει.
Γιατί για να αλλάξεις τον κόσμο, πρέπει πρώτα να μπορείς να σηκωθείς από την καρέκλα που έχεις βγάλει ριζες.
Σιωπή.
— Μου λες για το σύστημα. Για την καταστροφή. Για το μέλλον των παιδιών. Για όλους τους ενόχους.
Και για σένα; Τίποτα.
Εσύ πού είσαι μέσα σε όλη αυτή την ιστορία;
Ποιος είσαι όταν σταματήσεις να μιλάς ρε;
Τι έχεις φτιάξει; Τι έχεις μάθει να κάνεις;
Τι μπορείς να αφήσεις πίσω σου και να πεις «αυτό το έκανα εγώ»;
Γιατί μέχρι τώρα… μόνο κουβέντα. Και ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο;
Έχεις αρχίσει να νομίζεις πως επειδή βλέπεις το πρόβλημα, είσαι και μέρος της λύσης.
Θες να σου πω τι είσαι;
Είσαι θεατής. Και μάλιστα θεατής με άποψη.
Το πιο βολικό πράγμα στον κόσμο είναι αυτό: Να έχεις άποψη για όλα και ευθύνη για τίποτα.
Του έδειξα το χωράφι.
— Βλέπεις αυτά;
— Ναι.
— Αυτά τα έβαλα εγώ. Δεν περίμενα να αλλάξει το σύστημα για να τα σπείρω.
Δεν περίμενα να σωθεί η χώρα για να φυτέψω.
Δεν περίμενα να μου λύσει κανένας τη ζωή. Έβαλα το χέρι στο χώμα και έκανα τη δουλειά μου.
Κι αν αύριο δεν βγει τίποτα, θα ξαναβάλω.
Εσύ έχεις μάθει το άλλο. Να κάθεσαι. Να κοιτάς. Να κρίνεις. Να εξηγείς. Να αγανακτείς. Και μετά να γυρνάς σπίτι και να λες: «Εγώ τα βλέπω. Εγώ τα καταλαβαίνω. Εγώ ξέρω».
Το «εγώ» σου, αγόρι μου, είναι μεγαλύτερο κι από τη βελανιδιά.
Μόνο που η βελανιδιά δίνει σκιά. Εσύ τι δίνεις;
Εκεί τον είδα να μαζεύεται. Πρώτη φορά δεν είχε έτοιμη απάντηση. Κοίταξε κάτω.
Μετά ξανά πάνω μου.
— Δηλαδή τι θες;
Να κάθομαι να σκάβω όλη μέρα;
— Όχι
— Θέλω να κάνεις κάτι. Οτιδήποτε. Αλλά να το κάνεις. Μη μου λες τι πρέπει να γίνει. Κάνε κάτι να γίνει. Γιατί η ζωή δεν αλλάζει με το να την σχολιάζεις.
Του έδειξα το σκαλιστήρι.
— Πιάσε το…..Δεν το πήρε.
— Ξέρεις ποια είναι η πραγματική επανάσταση;
Με κοίταξε.
— Να γίνεις χρήσιμος. Όχι σπουδαίος. Χρήσιμος ρε.
Να μπορεί ένας άνθρωπος να πει κάποτε «ευτυχώς που ήταν αυτός εδώ».
Να μπορεί ένα παιδί να μάθει κάτι από σένα.
Να μπορεί ένα χωράφι να σε χρειαστεί. Να μπορείς να κάνεις κάτι που αύριο θα υπάρχει, επειδή το έκανας εσύ σήμερα.
Γιατι η πράξη έχει ένα καλό. Δεν ενδιαφέρεται πόσα ξέρεις. Δεν εντυπωσιάζεται από τις απόψεις σου.
Δεν σε ρωτάει τι ψήφισες, τι διάβασες, τι πιστεύεις.
Ή θα κανεις πραξη ή θα μείνεις όπως είσαι, δηλαδή κενός
Εκεί στράβωσε.
— Εντάξει, μάστορα.Το είπε κοφτά.
Εντάξει ειπε πάλι. Και έφυγε θυμωμένος. Χωρίς καλημέρα. Χωρίς αντίο. Άκουγα τα βήματά του να απομακρύνονται γρήγορα στον ξερόδρομο.
Κι εγώ γύρισα στα φασολάκια. Μου βγηκε μεσα μου ενα “σιχτήρ”
Δεν τον ξανασκέφτηκα. Τις μέρες που ακολούθησαν είχα τις δουλειές μου.Χώμα, νερό, σκαλίσματα, τελάρα. Μου βγήκε η μέση εκείνη την εβδομάδα με το πότισμα.Η ζωή δεν αφήνει και πολύ χρόνο για φιλοσοφίες.
Μέχρι που, ένα πρωι,πρέπει να ήταν Πέμπτη, γιατί ειχα πότισμα,, τον είδα πάλι να κατεβαίνει τον δρόμο.
Αυτή τη φορά δεν ερχόταν με εκείνο το περπάτημα του ανθρώπου που έχει κάτι να σου εξηγήσει.
Στάθηκε στην άκρη του χωραφιού.
— Καλημέρα.
— Καλημέρα.
Επέσε μια παύση
— Έχεις δουλειά;
— Πάντα.
Κούνησε το κεφάλι.
— Αν χρειάζεσαι κανένα χέρι…
— Τι;
— Να βοηθήσω.
Τον κοίταξα.
— Γιατί;
Χαμογέλασε λίγο αμήχανα.
— Δεν ξέρω. Μάλλον… βαρέθηκα να μιλάω.
Δεν του είπα τίποτα. Πήγα, πήρα ένα σκαλιστήρι και του το έδωσα.
— Ξέρεις;
— Όχι και πολύ.
— Θα μάθεις. Κι άκου να σου πω μια αλήθεια: Το χώμα δεν σε κουράζει ποτέ όσο σε κουράζει η απραξία. Όταν πιαστούν τα χέρια σου, θα ησυχάσει το μυαλό σου.
Του έδειξα μια σειρά.
— Εκεί.
Πήγε. Έσκυψε και άρχισε.Δεν έγινε ξαφνικά άλλος άνθρωπος.
Δεν άλλαξε τον κόσμο. Δεν πέταξε τις απόψεις του.
Δεν του ζήτησα κι εγώ να τις πετάξει.
Απλώς, εκείνη τη μέρα, για πρώτη φορά, έκανε κάτι πριν αρχίσει να το εξηγεί.
Και, για να πω την αλήθεια… αυτό μου έφτανε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου