Το ποσοστό των νοικοκυριών που ζουν με μηνιαίο εισόδημα κάτω των 1.800 € εκτοξεύθηκε στο 60% το 2024, από 37,75% το 2008 – γεγονός που σημαίνει ότι, η μεσαία τάξη που αποτελεί το βασικό πυλώνα της κοινωνίας και της δημοκρατίας, εξαϋλώθηκε. Η αιτία βέβαια δεν είναι μόνο η ακρίβεια αλλά, επιπλέον, η υπερφορολόγηση, με τη βοήθεια κυρίως του πληθωριστικού φόρου, δηλαδή με τη διατήρηση των ίδιων φορολογικών συντελεστών στις αυξημένες τιμές. Η υπερφορολόγηση και η διαφθορά πάντως, είναι ένας φαύλος κύκλος που πρέπει να σταματήσει, αφού η μία τροφοδοτεί την άλλη…
Δυστυχώς έχουμε μία κυβέρνηση που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την παροχή επιδομάτων που ενισχύουν μόνο τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις – όχι λόγω σοσιαλιστικών αντιλήψεων, αλλά για τη διατήρηση του πελατειακού της κράτους, με στόχο την παραμονή της στην εξουσία. Ενδιαφέρεται επιπλέον, για τον ίδιο λόγο, για τους προνομιούχους της που στηρίζει με διάφορους τρόπους – όπως με τις απευθείας αναθέσεις που έχουν υπερβεί τα 18,5 δις €, με τις δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες που έχουν εκτοξευθεί, με τις απάτες τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ/ΚΕΚ, με τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης κοκ.
Γράφει ο Βασίλης Βιλιάρδος
Παρά το ότι γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, το μεγαλύτερο πρόβλημα των Ελλήνων είναι η κατάρρευση του βιοτικού τους επιπέδου, μας εντυπωσίασαν τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ – τα οποία τεκμηριώνουν ότι, τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα, από όσο φανταζόμαστε. Για παράδειγμα, η παρακάτω κατανομή των εισοδημάτων – η οποία είναι τρομακτική:

Εν προκειμένω, το ποσοστό εκτοξεύθηκε από το 4,75% το 2008 στο 15,5% το 2023, αν και μειώθηκε ελαφρά το 2024 – αλλά μόνο λόγω της αύξησης του κατώτατου μισθού. Εάν δε τα 750 € προσαρμοσθούν σε όρους αγοραστικής αξίας, αφαιρουμένου δηλαδή του σωρευτικού πληθωρισμού της τάξης του 25% επίσημα, στα τρόφιμα πάνω από 35%, τότε η εικόνα θα γίνει απελπιστική – αφού προφανώς δεν μπορεί να επιβιώσει κανένα νοικοκυριό σήμερα με 750 €, πόσο μάλλον με λιγότερα, αφού το ποσοστό είναι «έως 750 €».
Στην κορυφή της εισοδηματικής πυραμίδας τώρα (επόμενο γράφημα), στην υψηλότερη που μετράει η ΕΛΣΤΑΤ, η εικόνα ήταν αντίστροφη – υποδηλώνοντας στην ουσία ότι, όλο και περισσότερα νοικοκυριά γίνονται φτωχότερα:

Εδώ πρόκειται κυριολεκτικά για μία κατάρρευση που στη συνέχεια σταθεροποιήθηκε σε πολύ μικρό ποσοστό – όπου βέβαια αυτά τα εισοδήματα δεν χάθηκαν, αλλά συγκεντρώθηκαν σε λιγότερους που, ως εκ τούτου, έγιναν πλουσιότεροι. Έτσι κατάντησαν οι Έλληνες στην τελευταία θέση της ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία – με την τεράστια διαφορά όμως ότι, το δημόσιο χρέος της Βουλγαρίας είναι στο 25% του ΑΕΠ της, ενώ το δικό μας υπερβαίνει το 150% του πληθωριστικού ΑΕΠ.
Ακόμη χειρότερα, εάν συμπεριλάβουμε το ενδοκυβερνητικό χρέος που τεκμηριώνει τη ληστεία των ασφαλιστικών/συνταξιοδοτικών ταμείων και λοιπών φορέων του δημοσίου (ανάλυση), θα υπερβεί το 170% του ΑΕΠ – γεγονός που σημαίνει ότι, οι προοπτικές βιώσιμης ανάπτυξης της χώρας μας είναι μηδενικές.
Τέλος, η μεγαλύτερη ίσως καταστροφή είναι η εξαφάνιση της μεσαίας τάξης, η άλωση της καλύτερα – όπως καταγράφεται από τη μεσαία ζώνη της καταγραφής των εισοδημάτων, δηλαδή από τις τέσσερις κατώτερες εισοδηματικές τάξεις.

Όπως διαπιστώνεται από το γράφημα, το ποσοστό των νοικοκυριών που ζουν με μηνιαίο εισόδημα κάτω των 1.800 € εκτοξεύθηκε στο 60% το 2024, από 37,75% το 2008 – γεγονός που σημαίνει ότι, η μεσαία τάξη που αποτελεί το βασικό πυλώνα της κοινωνίας και της δημοκρατίας, ισοπεδώθηκε και εξαϋλώθηκε. Η αιτία βέβαια δεν είναι μόνο η ακρίβεια αλλά, επιπλέον, η υπερφορολόγηση – με τη βοήθεια κυρίως του πληθωριστικού φόρου, δηλαδή με τη διατήρηση των ίδιων φορολογικών συντελεστών στις αυξημένες τιμές.
Για παράδειγμα, διατηρώντας τον ίδιο ΦΠΑ στις αυξημένες τιμές – όπου το 24% στα 10 € είναι 2,40 €, ενώ στα 20 € διπλασιάζεται στα 4,80 €. Έτσι, τα έσοδα από τον ΦΠΑ που αποτελεί το βασικό κορμό των φορολογικών εισπράξεων, αυξήθηκαν από 17,6 δις € το 2019 στα 27,6 δις € το 2025, με πρόβλεψη 29,2 δις € το 2026 – όπου θα είναι ακόμη υψηλότερα, επειδή προφανώς προϋπολογίζονται χαμηλότερα στην αρχή της χρονιάς, για να αποφεύγονται οι αντιδράσεις.
Δηλαδή, ενώ το πραγματικό μας ΑΕΠ αυξήθηκε από 184,5 δις το 2019 στα 204,4 δις το 2025 ή κατά 11% περίπου (1,83% κατά μέσον όρο ετήσια), ο ΦΠΑ αυξήθηκε κατά 10 δις € ή κατά 54% (9% κατά μέσον όρο ετήσια!) – κυρίως λόγω του πληθωριστικού ΑΕΠ που αυξήθηκε στα 248,3 δις € ή κατά 43,9 δις € περισσότερο από το πραγματικό. Αυτός είναι άλλωστε ο κυριότερος λόγος της μείωσης του δείκτη χρέους/ΑΕΠ, για τον οποίο έχει το θράσος να θριαμβολογεί η κυβέρνηση – ο πληθωρισμός που είναι θανατηφόρος για τους Πολίτες.
Όσον αφορά συνολικά τα έσοδα από φόρους, αυξήθηκαν από 51,2 δις € το 2019 στα 69,2 δις € το 2025 – δηλαδή κατά 18 δις €, όταν το πραγματικό ΑΕΠ μόλις κατά 19,9 δις €. Επομένως, οι φόροι ήταν σχεδόν ίσοι με ολόκληρο το πραγματικό ΑΕΠ – γεγονός που σημαίνει ότι, πρόκειται για τον ορισμό της κρατικής αισχροκέρδειας.
Πόσο μάλλον εάν συμπεριλάβουμε και άλλες φορολογικές ληστείες, όπως η μη προσαρμογή των φορολογικών κλιμακίων, με αποτέλεσμα να πληρώνει κανείς υψηλότερους φόρους με τις πληθωριστικές αυξήσεις μισθών – επιπλέον η διατήρηση του ίδιου ΕΝΦΙΑ παρά τη μείωση του συντελεστή, με το τέχνασμα της ανόδου των αντικειμενικών αξιών.
Η καταναλωτική δαπάνη
Συνεχίζοντας, η ισοπέδωση της μεσαίας τάξης και η «δολοφονία» της χαμηλότερης, φαίνεται καθαρά από την κατάρρευση της ονομαστικής καταναλωτικής δαπάνης – δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό του πληθωρισμού.

Από το γράφημα φαίνεται καθαρά ότι, η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών μειώθηκε κατά το τρομακτικό ποσοστό του 38% περίπου το 2020, σε σχέση με το 2008 – ακολουθώντας μία συνεχή καθοδική πορεία. Φαίνεται δε να ανέκαμψε κάπως το 2024, αλλά μόνο λόγω του πληθωρισμού – αφού εάν αφαιρεθεί, ήταν στα ίδια χαμηλά επίπεδα εξαθλίωσης με το 2020.
Η κατάρρευση αυτή δεν άλλαξε μόνο το ποσόν που ξοδεύουν τα ελληνικά νοικοκυριά αλλά, επιπλέον, το τι αγοράζουν – όπου εν προκειμένω τα εξής από μακροοικονομικής πλευράς:
Οι εταιρείες παράγουν αγαθά και προσφέρουν υπηρεσίες – οι οποίες αγοράζονται εγχώρια ή διεθνώς από ιδιωτικά νοικοκυριά, από άλλες επιχειρήσεις ή από την κυβέρνηση. Εάν η ζήτηση λοιπόν μειωθεί, πωλούνται λιγότερα προϊόντα και η οικονομία συρρικνώνεται – αν και σε χώρες με τουριστικά έσοδα μπορεί να καλυφθεί η διαφορά, από τις αυξημένες δαπάνες των τουριστών.
Ένας από τους βασικούς παράγοντες τώρα που στηρίζουν τη ζήτηση, είναι το διαθέσιμο εισόδημα – δηλαδή το καθαρό εισόδημα των νοικοκυριών, διαθέσιμο για κατανάλωση και αποταμίευση, μετά την αφαίρεση φόρων/εισφορών και με την προσθήκη των κοινωνικών παροχών. Ο άλλος βασικός παράγοντας είναι οι τιμές – όπου εάν αυξηθούν σε όλους τους τομείς, καταναλώνονται λιγότερα αγαθά.
Η κατάσταση βέβαια περιπλέκεται, όταν οι τιμές αυξάνονται κυρίως για συγκεκριμένα αγαθά – όπου εάν κάποιος δεν εξαρτάται από αυτά τα αγαθά ή εάν υπάρχουν εναλλακτικές λύσεις, η ζήτηση απλά μετατοπίζεται.
Εν τούτοις, εάν τα εν λόγω αγαθά δεν έχουν σε μεγάλο βαθμό εναλλακτικές λύσεις, εάν δηλαδή πρόκειται για αγαθά με χαμηλή «ελαστικότητα ζήτησης» ως προς την τιμή, θα συνεχίσουν να ζητούνται ακόμη και σε υψηλότερες τιμές – οπότε ο προϋπολογισμός των νοικοκυριών για όλες τις άλλες δαπάνες μειώνεται.
Για παράδειγμα, το κόστος ενοικίου και ενέργειας, εμπίπτει στην κατηγορία των αγαθών που είναι απαραίτητα για πολλά νοικοκυριά – οπότε, εάν αυτά τα κόστη αυξηθούν, οι εξοικονομήσεις πρέπει να γίνουν αλλού. Εν προκειμένω, οι άνθρωποι ακυρώνουν τις διακοπές, τρώνε λιγότερο έξω, αναβάλλουν τις ανακαινίσεις ή τις επισκευές μέχρι το επόμενο έτος, επιλέγουν φθηνότερα προϊόντα κοκ. – με αποτέλεσμα πολλοί τομείς της οικονομίας να αγωνίζονται με τη μείωση των πωλήσεων, λόγω της μετατόπισης ή ακόμη και της εξαφάνισης της εγχώριας ζήτησης.
Αυτό ακριβώς συνέβη στην Ελλάδα – με κυριότερη κατηγορία πτώσης της ζήτησης την «ένδυση και υπόδηση» που από το 8,23% της συνολικής δαπάνης το 2008, υποχώρησε στο 5,02% το 2024. Με απλά λόγια, τα ρούχα και τα παπούτσια έγιναν αγαθά πολυτελείας για πολλά ελληνικά νοικοκυριά.
Οι λύσεις
Σε τελική ανάλυση πάντως, συνολικά η μείωση της ζήτησης οδηγεί αργά ή γρήγορα σε μία περαιτέρω μείωση των εισοδημάτων – σε ένα αυτοενισχυόμενο φαινόμενο που καταλήγει σε κρίση. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: Τι μπορεί να γίνει για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος;
Οι μεταβλητές σε αυτόν τον υπολογισμό είναι μεταβλητές – ενώ ορισμένες μπορούν να επηρεαστούν άμεσα από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, δηλαδή από την κυβέρνηση και άλλες έμμεσα. Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι μεταβλητές «διαθέσιμο εισόδημα» και «τιμές» – όπου η λύση για το πρώτο είναι η μείωση των φόρων (όπως οι ασφαλιστικές εισφορές για εργοδότες και εργαζομένους), τουλάχιστον ανάλογα με τα αυξημένα δημόσια έσοδα από τις ανοδικές τιμές.
Σχετικά με το δεύτερο, με τις τιμές, ο φόρος προστιθέμενης αξίας τις επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό – με την έννοια πως η μείωσή του αυξάνει τη ζήτηση για αγαθά και υπηρεσίες, ενώ η αύξησή του μειώνει τη ζήτηση. Επομένως, ο ΦΠΑ θα μπορούσε να θεωρηθεί ως βασικός μοχλός για τον έλεγχο της εγχώριας ζήτησης – όπου η λύση είναι η μείωση του, επίσης τουλάχιστον ανάλογα με τα αυξημένα δημόσια έσοδα από τις ανοδικές τιμές. Ειδικά λόγω της ενεργειακής κρίσης και η μείωση του ΕΦΚ – όπως πολλές άλλες χώρες.
Παράλληλα βέβαια, η καταπολέμηση των καρτέλ και των ολιγοπωλίων που ληστεύουν τους Έλληνες – όπως των τραπεζών, των ενεργειακών εταιριών, των Σουπερμάρκετ, των κατασκευαστών κλπ.
Επίλογος
Ολοκληρώνοντας, δυστυχώς έχουμε μία κυβέρνηση που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την παροχή επιδομάτων που ενισχύουν μόνο τις χαμηλότερες εισοδηματικές τάξεις – όχι λόγω σοσιαλιστικών αντιλήψεων, αλλά για τη διατήρηση του πελατειακού της κράτους, με στόχο την παραμονή της στην εξουσία.
Ενδιαφέρεται επιπλέον, για τον ίδιο λόγο, για τους προνομιούχους της που στηρίζει με διάφορους τρόπους – όπως με τις απευθείας αναθέσεις που έχουν υπερβεί τα 18,5 δις € (συνολικά, στην εξαετία 2020-2025, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΚΗΜΔΗΣ, έχουν υπογραφεί 1.033.297 συμβάσεις με απευθείας ανάθεση και έχουν δαπανηθεί 18,5 δις €), με τις δαπάνες για συμβουλευτικές υπηρεσίες που έχουν εκτοξευθεί (γράφημα), με τις απάτες τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ/ΚΕΚ, με τα χρήματα του Ταμείου Ανάκαμψης κοκ.

Ως εκ τούτου, η λύση είναι η αντικατάσταση της, όσο το δυνατόν πιο γρήγορα – προτού είναι πολύ αργά και εισέλθει η Ελλάδα στον καθοδικό σπειροειδή κύκλο, όπως συνέβη στο παρελθόν. Τέλος, η διαφθορά και η υπερφορολόγηση, είναι επίσης ένας φαύλος κύκλος που πρέπει να σταματήσει – αφού η μία τροφοδοτεί την άλλη.
…………………………………………….
Υστερόγραφο: Το μόνο σίγουρο είναι πως θα μειωθεί ο δείκτης χρέους/ΑΕΠ. Γιατί θα μειωθεί;
(α) Λόγω του πληθωρισμού που αναμένεται να αυξηθεί, εξαιτίας του πολέμου στη Μέση Ανατολή
(β) Επειδή θα προπληρώσουμε ανεύθυνα 7 δις € στους δανειστές – μειώνοντας αντίστοιχα τα ταμειακά μας διαθέσιμα.
(γ) Εξαιτίας του ότι, ο εσωτερικός δανεισμός δεν υπολογίζεται στο δείκτη δημοσίου χρέους/ΑΕΠ – ενώ έχει εκτοξευθεί πάνω από 62 δις €, αφού η κυβέρνηση έχει βάλει βαθιά το χέρι της στα αποθεματικά των ασφαλιστικών, συνταξιοδοτικών και λοιπών ταμείων.
Όσον αφορά τον πληθωρισμό, ο οποίος είναι ιδανικός για τη μείωση του δημοσίου χρέους ως προς το ΑΕΠ και για τα κρατικά έσοδα, αλλά θανατηφόρος για τους Πολίτες, δεν έχουμε δει ακόμη τίποτα – αφού χάσαμε ήδη το 30% των λιπασμάτων, το 20% του LNG και το 30% του ηλίου, ενώ οτιδήποτε από αυτά από μόνο του, θα μπορούσε να πυροδοτήσει μία παγκόσμια κρίση.
Όλα αυτά βέβαια μαζί, αποτελούν ένα συστημικό σοκ μεγαλύτερο από κάθε προηγούμενο – το οποίο θα οδηγήσει την παγκόσμια οικονομία σε μία σοβαρή ύφεση, ειδικά εάν συνεχιστεί ο πόλεμος. Γιατί; Επειδή όλα αυτά δεν είναι απομονωμένα εμπορεύματα, αλλά ευρίσκονται στον πυρήνα ολόκληρων αλυσίδων παραγωγής – όπως είναι κατά τις αναφορές ειδικών αναλυτών οι εξής:
Πετροχημικά -> λιπάσματα -> παραγωγή τροφίμων
Πετροχημικά -> εξόρυξη (χαλκός, ουράνιο, νικέλιο)
Πετροχημικά -> πλαστικά -> αυτοκίνητα, ηλεκτρονικά
Πετροχημικά -> φάρμακα, καουτσούκ, υφάσματα
Ήλιο -> ημιαγωγοί / τσιπ AI
LNG-> παραγωγή ενέργειας, Ντίζελ -> μεταφορές
Με απλά λόγια, είμαστε αντιμέτωποι με έναν πληθωρισμό προσφοράς, ενώ πλήττονται τρόφιμα, βιομηχανία, τεχνολογία, μεταφορές, τουρισμός και ενέργεια ταυτόχρονα – όπου, εάν δεν ανοίξει άμεσα το Στενό του Hormuz, η καταστροφή θα είναι ανεπανόρθωτη, αφού δεν υπάρχουν οικονομικά εργαλεία που να μπορούν να αντιμετωπίσουν τις ελλείψεις αυτών των πρώτων υλών.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου